14 Ιουλ 2010

Επίγνωση σφαλιάρας



Επίγνωση = πλήρης κατανόηση της σημασίας κάποιας κατάστασης
Σφαλιάρα = (ιταλ.) ισχυρό ράπισμα στο πρόσωπο ή στο σβέρκο με την παλάμη του χεριού.

«Κι όπου βγάλει το ταξιδάκι αυτό», είχα επαναλάβει αρκετές φορές στην διάρκεια της λιγοήμερης ερωτικής μας εκδρομής και είχα αφεθεί ενσυνείδητα στις δίνες του πρώιμου καλοκαιρινού καύσωνα μιας από χρόνια προσδοκώμενης διαπροσωπικής άφεσης, του χαλαρώματος εκείνου, όπου δείχνω αμέριστα ένα μέρος του απόκρυφου Εγώ μου προσδοκώντας να το μεριστεί και το επιλεγμένο ταίρι μου και να ανταποκριθεί.

Δεν ανταποκρίθηκες, δεν αφέθηκες στους άπνοους θερινούς νοτιάδες, ίσως ζεστάθηκες πολύ, πήρες το τιμόνι στα χέρια σου και επιστρέψαμε άσκοπα στα μοναχικά και σίγουρα  λιμανάκια της συνήθειας του καθενός μας.

Επιστρέφοντας ένιωθα σ όλη την διαδρομή την ανάγκη να μεθύσω και να ξεράσω. Να ξεράσω όλα αυτά που με είχαν μπλοκάρει στον μήνα της γνωριμίας και της επαφής μας. Σ όλο αυτό τον εμπαθή για μένα μήνα δεν καταλάβαινα γιατί δεν μπορούσα να βγάλω λεξούλα από μέσα μου και να την καταγράψω συνειδητά, να χωνέψω δηλαδή τα τεκτόμενα μου και να τα εκβράσω στην φυσική διαδικασία ανακύκλωσης των, όπου το αίσθημα γίνεται πνευματική ανάγκη συντροφιάς, η ερωτική κραυγή χρεία σωματικής εκσπερμάτωσης, το χάδι ένα ενστικτώδες βίωμα της αφής μας, το ερωτύλο ψιθύρισμα αντίστοιχο πηγαίο της ακοής όπως και τα λάγνα βλέμματα μου που φωταγωγούσαν τις καμπύλες σου.

Μέθυσα εσκεμμένα και χαζεύω τώρα στην λεκάνη του αποπάτου τα αποκαΐδια ενός βιαστικά προκλημένου έρωτα. Να ένας κίτρινος σβώλος έγινε το χάδι, καφετί μύξα δυο φιλιά και κοκκινωπή βλέννα τρεις επανωτοί οργασμοί.

Προανήγγειλες το ράπισμα σου το πρωινό της αναχώρησης μας μετά από μια σχεδόν ακοίμητη νυχτιά καύσωνα όπου οι τοίχοι του δωματίου έσταζαν τον ιδρώτα που έτρεχε ενοχλητικά ανάμεσα στα πλούσια στήθη σου και τον αισθανόσουν το ίδιο ενοχλητικό όπως τα τσιμπήματα των κουνουπιών. Δεν ήταν σαν τον ιδρώτα της ερωτικής σύζευξης που τον νιώσαμε ευεργετικά αλλά δεν θέλησες να τον αρδέψουμε περισσότερο.

«Πράγματι ροχαλίζεις» είπες.

Την ερώτηση για το ροχαλητό μου την κάνω σε όλες τις συνέκλινες μου, σαν προοίμιο της ιστορίας του Στεφάνου. Ήταν η αφορμή της γυναίκας του να εγκαταλείψει το συζυγικό κρεβάτι. Πήγε ο κακόμοιρος σε γιατρούς, δοκίμασε και γιατροσόφια, έκανε και μια εγχείρηση στην στοματική του κοιλότητα με μόνο αποτέλεσμα να χάσει μέρος της γεύσης του και τελικά δεν το πίστευε και ο ίδιος. Αγόρασε λοιπόν ένα δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι, που ενεργοποιούταν αυτόματα από ήχο, για να καταγράψει μυστικά τους ενοχλητικούς θορύβους της αναπνοής του. Μετά από μια εβδομάδα δοκιμασίας το μαγνητόφωνο κατέγραψε μόνο τα αγκομαχητά μιας ευτελούς μοιχείας της γυναίκας του στην εθισμένη κλίνη τους.
Το δανείστηκα για να τεστάρω κι εγώ τον ενδεχόμενο ρόγχο μου μοναχικά αλλά και με μία τυχαία συγκλίνουσα... 3 βδομάδες ηχητικής αδράνειας με μόνες εξαιρέσεις τους ερωτικούς αχούς.

Με παραξένεψε το προοίμιο σου και  σε κοίταξα βαθιά στα μάτια προλογίζοντας την συνεχεία του ειρμού της διπλωματίας σου.

«Χαίρομαι που σήμερα θα κλείσουμε 2 μονόκλινα δωμάτια σε ξενοδοχείο»! είπες

Εμβάθυνα λιγάκι στα μάτια σου και σε ρώτησα αν είσαι σίγουρη.

«Ναι!» απάντησες..

Εκεί ερυθρίασε το μάγουλο μου. Τι κατραπακιά ήταν αυτή!!!!!!

Προχθές το πρωί με μια δονχουανιστική στύση να με κυριαρχεί, θέλησα να σε βιάσω με ελληνικότατη συνήθεια άγρια, να σου σπάσω το Εγώ σου και να επιβάλλω το δικό μου αρσενικό, αλλά δεν μου το επέτρεψε το κεφάλι μου! Αυτομόλησα ίσως παρατώντας την ασπίδα μου.

Μαμώ τα όρια μας!!!!! Του εγκέφαλου μας εννοώ!

Πόνεσε πολύ η σφαλιάρα σου, αν και το έπαιξα πολύ τσίλι.

Γιατί;;;;

Ναι!!! Δεν πηδηχτήκαμε τόσο ένστικτα ζωικά, όσο στο πρώτο πενθήμερο μας! Μου είχες ήδη εκμυστηρευτεί, ότι είσαι ανεκπλήρωτα ερωτευμένη. Αλλά γιατί αυτός ο έντεχνος  διαχωρισμός του σωματικού από τον πνευματικό από την μια νύχτα στην άλλη;;; Την  προηγούμενη της σωματικής μας ευπάθειας δεν ήσουν ερωτευμένη;;;

 Μου δώρισες το «Ίμερος και κλινοπάλη» του Παπαγιώργη κι αν σ ερώτησα 2 φορές, αν σήμαινε κάτι αυτό, αν δηλαδή ήθελες κάτι ενδόμυχο σου να κατανοήσω. Δεν απάντησες σταράτα!

Ουσιαστικά το ίδιο συναπάντημα ήθελα και εγώ. Σαν κι αυτό του Jan Paul με την Simone.
Μα άντε πάλι να θέτω αναπάντητα ερωτήματα και να προανακούω μόνος μου ενδεχόμενες απαντήσεις!
Προχθές δηλαδή στην σωματική μας ερωτική ιεροτελεστία δεν ήσουν νοητικά πληρωμένη;;; Πως διαχώρισες τότε το σώμα από το μυαλό;;;

Και που χωρίζω, αν τον χωρίζω, εγώ τον σωματικό με τον πνευματικό ερώτα;;;;

Τι είναι η «σωματίλα» και τι η «ερωτικιά πνευματίλα»:

Στο πρώτο διέπρεψα, επειδή το ήθελα. Στο δεύτερο απέτυχα επειδή δεν το δέχτηκες, νομίζω!

Το ξέρω και το αισθάνθηκα, ότι δεν πηδηχτήκαμε ζωικά! Θέλησα να ξεπεράσω το μέσα μου ζώο και απέτυχα!

Σκέφτηκα στην μέθη μου να επιζωθώ την βόμβα της αθανασίας του γήινου νου για τα Ουρί του Παραδείσου αφού δεν τα βρίσκω εδώ. Αλλά μετάνιωσα και μάλλον θα ψάχνω να βρω μια άλλη βάρκα μ ένα σταυροποδισμένο κορίτσι μέσα της, να λύσω τα σχοινιά της και να αφεθώ μαζί της σε καλοδεχούμενους αέρηδες που ίσως μας οδυσσεύσουν σε κάποια Ιθάκη.

Το φακιόλι που φορούσες, εν μέρει κατά παράκληση μου, είχε ένα χλωμό κιτρινωπό χρώμα παρακμής. Δεν ήταν φανταιζί! Το καράβι θραύτηκε σε κάποιο ύφαλο και ένα βοτσαλάκι από τα γυάλινα πανιά του  βρήκαμε στο ακρογιάλι που περπατήσαμε χέρι-χέρι.


«Κι όλο νά λες, νά λες, στα βάθη τής νυκτός
για ένα - μέ γυάλινα πανιά - πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ' τον κύκλο των νερών - στα χάη.

Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αυτός ο άνεμος μαζί
πέρ' από τόπους και καιρούς, έως ότου - φως μου -
(καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν' η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ' την τρικυμία αυτού τού κόσμου»

Οπωσδήποτε παράθυρο


Αυτό που με αγχώνει πάντα, είναι αν προλάβω έγκαιρα την πτήση μου…
 Κλείνω πάντα ηλεκτρονικό εισιτήριο με αναχώρηση Παρασκευή βράδυ και επιστροφή μετά μια βδομάδα ξημερώματα Δευτέρας, έτσι ώστε να μην χάσω ούτε μια ώρα των εννιάμερων της συνεύρεσης μας μα μόνο ένα πενθήμερο της ετήσιας άδειας μου.

Δεν με πειράζει αν περιμένω τουλάχιστο 1 ή μιάμιση ώρα, ώσπου να επιβιβαστώ στο αεροπλάνο.
Το να φτάσω έγκαιρα στο αεροδρόμιο αναχώρησης με αγχώνει. Το ενδεχόμενο να χάσω την προκαθορισμένη πτήση και η περίπτωση να μην βρω εναλλακτική για την βδομάδα των διακοπών μου…

Και τότε τι να κάνω;;;; Να ξανάπαω στην δουλειά;;; Να πάω σ ένα άλλο εναλλακτικό προορισμό, να μείνω στην φωλιά μου;;;

Οι φοβίες μου συνήθως δεν εκπληρώνονται, αν και μερικές ξαφνικές και αυθόρμητες  αναθεωρήσεις του προγράμματος μου, δεν μου βγήκαν ανάποδες. Μάλλον κάτι ορθοπόδησαν… Αν μη, τουλάχιστο την αυτοπεποίθηση μου.

Τα ταξίδια μορφώνουν, έλεγε ο Γκαίτε, αρκεί να μην παραμορφώνουν την πραγματικότητα της ρουτίνας μου, λέω εγώ…

Επειδή, όπως και να το σκέφτομαι και να το ανατρέπω νοητικά, η καθημερινότητα μου είναι όντως αρκετά σημαντική για μένα… Όχι , ότι δεν είμαι δεκτικός σε ανανεώσεις και ανακαινίσεις, όσο τουλάχιστο αυτές ενδείκνυνται στην δεδομένη υποδομή…. Αλλά γμτ μου την δίνει να έχω συνεχώς μαστόρους στο σπίτι μου, κι ας μαστορεύω κι εγώ ο ίδιος…

Προτιμώ πάντα στις πτήσεις μου μια θέση δίπλα σ ένα παράθυρο.

Όχι για την δυνατότητα  ευχερούς διάσωσης μου, σε περίπτωση αεροπορικού δυστυχήματος, αυτές είναι μηδαμινές μα ούτε και για να βλέπω αυτούς που με αποχαιρετούν ή με προσμένουν, αλλά επειδή απιθώνοντας την κεφάλα μου με μαξιλάρι στο παραθυράκι μπορώ να κοιμηθώ μερικές ώρες, για να είμαι εν μέρει ξύπνιος και με επαρκείς σωματικές δυνάμεις, όταν βρεθώ μαζί της.

Αυτό που μ εκνευρίζει περισσότερο σ αυτές τις νυχτερινές πτήσεις είναι η αφύπνιση μου από τους αεροσυνοδούς λόγω της προκαθορισμένης τους προσφοράς καφέ, αναψυκτικού ή φαγητού,.

Αυτή η εκ του πληρώματος επαναφορά του ονείρου μου στην πραγματικότητα του προορισμού μου, όταν απ την φαντασία της ποθητής ερωτικής συνουσίας μου με την Μάγδα, τα χρώματα και το στυλ των στολών των υπάλληλων του σκάφους προσγειώνουν, μερικές φορές και αρκετά επώδυνα, την συνείδηση μου, στο ότι προορισμός της πτήσης μου είναι ο τόπος διαμονής της αγαπητής Αλεξάνδρας, εεε αυτό… δυσαρμονίζει το σώμα μου ορμονικά.

Ποτέ δεν ήθελα να με συνοδεύουν ή να με αναμένουν στους σταθμούς μου. Ούτε στις αναχωρήσεις μου και πλέον δε στις αφίξεις μου. Η έλευση και η αναχώρηση μου είναι για μένα κάτι πολύ προσωπικό και εμπεριέχει μια ιερότητα. Εγώ έρχομαι ή φεύγω και θ αποφασίσω  εγώ, σε ποιόν, προς τα που θα πάω, από ποιόν και προς τα πού θα φύγω.  Δεν θέλω επ ουδενί να  με περιμένουν και να με αποχαιρετούν, συγγενείς, φίλοι, συνάδελφοι, αγοραστές, πωλητές, ερωμένες, αγαπητικιές στην είσοδο και έξοδο μου. Προτιμώ πάντα να μπω και βγω γρήγορα ανώνυμα μονάχος μου, να ερευνώ με την ησυχία μου την αναμονή των προσμενόντων και τις προσμονές των αναμενόντων, που πάντα αγάλλομαι αλλά ποτέ δεν νέμομαι. Το ΕΓΩ μου η ατομικότητα μου υπερτερούν.

Ο ταξιτζής μεταμεσονύκτια είναι πάντα φλύαρος, αλλά ποτέ δεν του κάνω την χάρη απάντησης, αφήνοντας τον να περιεργάζεται τον λεβιέ των ταχυτήτων σαν το αιδοίο της καλής του. Περιμένει έξω απ το διαμέρισμα της, προσδοκώντας απάντηση στο κουδούνισμα μου.

Αν η απάντηση είναι ανδρικής φωνής θα δικαιολογηθώ με «Σόρρυ λάθος!». Αν είναι αυτή στο θυροτηλέφωνο, θα την ρωτήσω, αν με θέλει ακόμη.  Αν με προσμένει θα πληρώσω τον ταξιτζή και θ ανέβω. Αν είναι κουρασμένη, θα την περιμένω το απόγευμα στο ξενοδοχείο μου. Θα έλθει, μάλλον από περιέργεια ή επειδή κάθε ταξίδι είναι σκοπός και προσμονή συγχρόνως…

Μέχρι το επόμενο ταξίδι μου… , αν φυσικά ο τόπος της είναι και σκοπούμενος μου κι αν δεν έχω μπερδέψει σε πολλαπλά ταξίδια πολυσχιδείς προορισμούς…

Ποιο είναι τα όνομα σου… και που μένεις, είπαμε;;;

«Αχ πως μου 'γινε 
τα αλφάβητο του είναι μου τραυλό
και το μαύρο χαρακάκι 
για τα σχέδια μου στρεβλό
Ίσως να 'φτασε η ώρα
ίσως να 'ρθε η στιγμή
να φυλάξω από την Πανδώρα
την ελπίδα στο κουτί»

Φωλιές αποδημητικών



Σ ένα εαρινό μεσημβρινό εργασιακό διάλλειμα, σε μια περίοδο όπου βρισκόμουν σε μια διχάλα της ζωής και ξένη μα σύμμαχη βία με πίεζε να αποφασίσω, απέφυγα την καθημερινή ομήγυρη των συναδέλφων και αποσύρθηκα βυθισμένος σε σκέψεις για το γιατί, πως και αν, στο διπλανό πάρκο.

Κάθισα σ ένα παγκάκι, ακούμπησα τους αγκώνες μου ράθυμα στην ράχη του, έκλεισα τα μάτια μου και έστρεψα το πρόσωπο μου προς την κατεύθυνση του ήλιου ελπίζοντας, ότι η δύναμη της νιότης του θα φώτιζε λιγουλάκι την αντάρα του μυαλού μου και μια σταλιά της ζωτικής του δύναμης θα με αναπτέρωνε να αποφανθώ.

Δεν ξέρω πόσο διήρκεσε η νοητική μου ραστώνη,  αλλά κάποτε ένιωσα πάνθερμο το πρόσωπο μου και μια ανθρώπινη παρουσία πλησίον μου. Έστρεψα την όψη μου προς τα δεξιά και είδα πλάι μου καθισμένο έναν κοτσονάτο ηλικιωμένο κύριο, γύρω στα 75, ντυμένο μ ένα τσαλακωμένο αλλά καθαρό κοστούμι της εποχής του 50, καροτί πουκάμισο και λαιμοδέτη σε μια κιτρινοπράσινη (λαχανί;) απόχρωση.

Το βλέμμα του ήταν στραμμένο διερευνητικά στην κορφή του διπλανού πλατάνου και στην πτυχή του στόματος του διακρινόταν ένα σχεδόν ηδυπαθές χαμόγελο, κάτι που θα μπορούσε να εκφράζει ηδονή μεταξύ ευσπλαχνίας προς όλο το σύμπαν και ευδαιμονίας της κάθε εισπνοής, σαν αυτό το ανθυπομειδίαμα που διακατέχει μερικούς Γκουρού σε στιγμές υπέρβασης επιπέδων ύπαρξης, κάποιους ομφαλοσκόπους μοναχούς στις ώρες της πανγνωσίας τους και λιγοστούς ερωτευμένους, όταν ανταλλάσουν το πρώτο τους φιλί!

Μια ουσιώδης περιέργεια, πιθανόν και αποτέλεσμα ενός απολλώνιου βαλλισμού, έσπρωξε και το δικό μου βλέμμα προς την κατεύθυνση της ενατένισης του, μα αρχικά δεν διέκρινα τίποτε ανάμεσα στην νεαρή φυλλωσιά του μεγαλοπρεπούς πλατάνου. Συγκέντρωσα την προσοχή μου, σμίκρυνα συνειδητά τις κόρες των ματιών μου και τότε ξέκρινα 2 μικρά πολύχρωμα αποδημητικά πτηνά να χοροπηδούν τιτιβίζοντας  από κλαρί σε κλαρί και φτερουγίζοντας αργά και που στο έδαφος να μεταφέρουν ένα σπασμένο κλαδάκι, μια ξεραμένη ριζούλα ενός χορταριού, ένα χαμένο φτερό ενός άλλου πουλιού στην διχάλα ενός παρακλαδιού κτίζοντας την εποχική τους φωλιά.

Ήταν άραγε γενετική ή συνειδητή όλη αυτή η ορμή που ωθούσε τα δυο πουλάκια να επιλέξουν το συντροφάκι αυτού του χρόνου, να μοχθήσουν να φτιάξουν δική τους φωλιά, να ζευγαρωθούν, να επωάσουν κοινά και αργότερα να νεοσσέψουν τα νεογνά τους, να τα μάθουν να πετάνε, να βρίσκουν μόνα τους τροφή, να αποφεύγουν κινδύνους, να αποδημήσουν όλοι μαζί το φθινόπωρο για πιο ζεστές χώρες και χώρους  και ίσως να επανέλθουν την επόμενη άνοιξη με τον παλιό ή κάποιο νέο σύντροφο τους ξαναεπαναλαμβάνοντας με την ίδια έντονη δραστηριότητα το σημερινό τους λαλείν και πράττειν;;;
Μάλλον δεν τα ενδιέφεραν καθόλου βιωμένες οδύνες, παροδικά πονέματα και ζούσαν το παρόν των ηδονών τους προσδοκώντας μέλλουσες, έχοντας επικεντρώσει όλη τους την ζωηρότητα στο εδώ και το τώρα τους.

Δεν νοιάζονταν, αν αυτή η φωλίτσα τους που ύφαιναν με την αρωγή της άνοιξης, με τις προσδοκίες του κοινού καλοκαιριού, με την δύναμη της αναπαραγωγής του γένους των, να μην υπάρχει το επόμενο έαρ κατεστραμμένη ενδεχόμενα από παγωμένη χειμωνιά, απρόβλεπτες καταιγίδες, καμένη από την εκρηκτική ενέργεια κάποιου κεραυνού ή κατειλημμένη από οκνηρία άλλων πτηνών.
Τραγουδούσαν απλά την ομορφιά του είναι τους με ζωντανή ψυχή!

Μόλις πρόλαβα και είδα τον μέχρι πριν λίγο διπλανό μου ατενίζοντα να απομακρύνεται με βήμα γοργό και δυναμικό για ποιος ξέρει ποια φωλιά, αποκούμπι, νέο έρωτα  η συντρόφισσα του.

Ζήλεψα την θεληματικότητα του βηματισμού του, που εξέπεμπε μια χάρη αυτογνωσίας, ξύπνησε το μεδούλι του σκελετού μου και αποφάσισα να τραγουδήσω κι εγώ πάλι!

Θα έστηνα το σκηνάκι μου στο δίχαλο του δρόμου μου μη υποκύπτοντας σε πιέσεις ξένων θέλω, χαιρόμενος και άδοντας το εδώ και το τώρα μου, κι αν και όταν έρθει το φθινόπωρο μου ίσως αιθριάσουν τα φτερά μου από τον νόστο του νοτιά!

Γλάστρες της Άνοιξης



Ναι! Το είχε αποφασίσει. Σήμερα θα έφευγε, μα αν και δεν ήξερε για πού, ποθούσε κάποιο Aλλού.

Είχε βαρεθεί την πολυκοσμία, τους άοκνους θορύβους, τα κορναρίσματα, τα στριγκλίσματα φρένων και τα σφυρίγματα των τροχονόμων. Είχε αηδιάσει με την ευσπλαχνία της μοναξιάς κάποιων ηλικιωμένων και τα απορρίμματα της τροφής των. Τον έπλητταν οι πολυσύχναστες πλατείες και οι αγύρευτες μα αναγκαίες συναναστροφές  της αδίσταχτης στην ζωή παρέας του.

Τα έχεζε όλα εδώ και καιρό, πλατείες, παγκάκια, αυτοκίνητα, μνημεία, τάφους, πανωφόρια, καπέλα, μπαλκόνια, ταράτσες, με τα δηκτικά του περιττώματα. ( Πάλι έπεσε μια βαριά σιωπή… νοτισμένη σιωπή. Πάλι ζάρωσε η άνοιξη στο λαιμό ενός αγριοπερίστερου, γιατί κρύωνε πολύ).

Ήταν ακόμη πρωί. Πετάχτηκε στο κοντινό συντριβανάκι, ξεβρόμισε από τον φούμο του «πολιτισμού», περιποιήθηκε το  γκριζόλευκο φτέρωμα του και φτερούγισε ψηλά.

Πέταξε πάνω απ τις κορυφές της τσιμεντούπολης με τα άφυλλα σιδερένια δενδράκια τους, απάνω από τα χαμόσπιτα των προαστίων, δίπλα από τσιμινιέρες. Φτεροκοπούσε άκοπα με την λαχτάρα της φυγής, μέχρι να δει κάτω του αυτό το παχύ, εντατικό πράσινο των ιστοριών που άκουγε από γέρικα περιστέρια.

Επί τέλους το είδε χάμω του. Ήταν πραγματικότητα! Θάμπωσαν τα μάτια του με πλούσιες αποχρώσεις πράσινου και με ευφροσύνη προσμονής μια κραυγή ξέφυγε από το λαρύγγι του, όπως στο κάλεσμα της πιτσούνας.

Ώρες περιστρεφόταν πάνω απ αυτό το όμορφο μυθικό άγνωστο, μέχρι που κουράστηκε και θέλησε να ξαποστάσει. Ένα πολύχρωμο τετραγωνάκι χαμηλά του κίνησε την περιέργεια του και προσεδαφίστηκε πάνω σ ένα φρεσκοασβεστωμένο τοιχάκι.

Ήταν ένας περιποιημένος κήπος. Στην άκρη του μια λωρίδα σπαρμένη με κρεμμυδάκια, σκόρδα και λάπατα. Μετά μια κρεβατίνα που φούντωνε. Πολλά και ποικίλα στο χώμα φυτεμένα λουλούδια και πρασινάδες. Και όλη η πρόσοψη του σπιτιού με τα πράσινα παράθυρα (ξύλινα, με μικρά γλαστράκια σγουρόφυλλου βασιλικού, που σε καλημερίζει κάθε πρωί και σ΄ αφήνει το βράδυ να απλώσεις ακροδάχτυλα πάνω του. Που τον χαϊδεύεις και γεμίζει, χαίρεται, και  χαμογελάει κι ο αέρας από το δώρο σου), εκτός από τα δυο σκαλοπατάκια της εισόδου, πλουμισμένη με γλάστρες.

Μα τι γλάστρες! Όχι σαν αυτές των μπαλκονιών της τσιμεντούπολης, αλλά γήινες από κεραμιδόχωμα σε πάμπολλα σχήματα και σχέδια. Άλλες καινούργιες, μερικές ερυθρωπά βαμμένες, μικρές μεσαίες, μεγαλύτερες, στρογγυλές και τετραγωνικές, λείες και με ανάγλυφα μοτίβα.
Και τα φυτά που τις κατοικούσαν τις ομόρφαιναν ακόμη περισσότερο. Τι γεράνια, τι σκουλαρίκια, μολόχες, 2 γαρδένιες, γαρυφαλλιές, 3 νήπια κουμκουάτ, αγιόκλημα και γιασεμί…και μωβ τουλίπες που γέρνουν να αγγίξουν , να ρουφήξουν, να γευτούν δροσιά το ένα από τα φύλλα του άλλου …….. Μια πλημμύρα χρωμάτων και ευωδιών!

Η ποιήτρια λέει: «Όμορφος που είναι ο κόσμος!!! Κι αυτή η άμυαλη πυγολαμπίδα που παλεύει να φωτίσει τα φύλλα του χαμομηλιού, το ξέρει καλύτερα, από όλα τα πλάσματα της γης»

Πάντα ήθελε να του χαρίσουν ένα ουράνιο τόξο! Να το ρίχνει πάνω του, κάθε φορά που κρυώνει και τρέμει.

Είχε περίπου μεσημεριάσει και πεινούσε. Δίπλα στα σκαλοπάτια είδε δυο πήλινα γιαουρτίσια κεσεδάκια. Το ένα με νερό και το άλλο με αποφάγια και μπουκιές σταρένιου ψωμιού. Θα προορίζονταν μάλλον για γάτες και έπρεπε να προσέχει. Φτερούγισε γρήγορα μέχρις εκεί, τσίμπησε αρκετά ψίχουλα, ήπιε νεράκι και ξαναγύρισε στην αρχική του θέση.

Ένα ανθρώπινο χέρι άνοιξε τα παραθυρόφυλλα. Οσφρίστηκε κάτι μαγειρευτό, είδε μια γυναικεία σιλουέτα να περιφέρεται και ένα μισοτράγουδο αηδόνιζε στην ακοή του.

«Κοιμήσου περιστέρι μου να γίνεις σαν ατσάλι
Να γίνει κι η καρδούλα σου σαν του Χριστού μεγάλη
Για να μην πεις μεσ' τη ζωή σου δεν μπορώ
κι αν πρέπει ακόμα να σηκώσεις και σταυρό»

(Δεν είναι τόσο πεζή η καθημερινότητα, όσο την παριστάνουν μερικοί άνθρωποι. Φτάνει μια λεπτομέρεια, για να μετατραπεί σε γιορτή. Ένα λουλούδι στο κομοδίνο. Ένα κερί στο τραπέζι. Ένα χαμόγελο πλατύ. Δεν φταίει η καθημερινότητα. Η φαντασία φταίει που δεν την κάνει παρέα!).

Σε λίγο άνοιξε η εξώπορτα και εμφανίστηκε μια συμπαθητική γυναίκα μ ένα μαξιλαράκι κι ένα πλεκτό στα χέρια. Κάθισε προσεκτικά στο μαξιλάρι στο επάνω σκαλοπάτι και άρχισε το πλέξιμο σιγοτραγουδώντας. Έπλεκε κάτι μικρό με 3 θαμπερά ταιριαστά νήματα. Είχε γκριζωπά μαλλιά και ριγούλες ρυτίδων χάραζαν διακριτικά το μέτωπο και τα μάγουλα της.

Μια παρδαλή γάτα ξεφύτρωσε ανάμεσα από τον φράχτη, πήγε έξυσε την πλάτη της στα πόδια της κυρίας και μετά την άραξε με κλειστά μάτια στον ίσκιο μιας αγριοτριανταφυλλιάς.

Η γυναίκα διέκοψε την ασχολία της, ακούμπησε το πλεχτό στο σκαλοπάτι, και με το δεξί της χέρι χάιδεψε νοσταλγικά την στρογγυλή κοιλιά της. Η ματιά της διέσχισε την φυλλωσιά μιας κερασιάς, φίλησε στο πέρασμα της δυο άγουρα κερασάκια και πλανήθηκε κάπου μακριά.
Είχε μεστώσει ο ήλιος, όταν βαριά κουρασμένα βήματα ακουστήκανε στην αυλή.

Ένας ψαρομάλλης, ρυτιδωμένος μα καλοστεκούμενος άνδρας έκοψε μια γαρδένια και πήγε αργοπερπατώντας χαμογελαστός στην εξώπορτα. Βοήθησε την γυναίκα να σηκωθεί, της χάιδεψε την κοιλιά, της πρόσφερε την γαρδένια και φίλησε απαλά τα χείλη της.

Την συνόδεψε στο εσωτερικό του σπιτιού, με το μαξιλαράκι και το πλεχτό της στο χέρι, κλείνοντας πίσω του την πόρτα.

Απ το ασβεστωμένο τοιχάκι τον είδε πίσω από το ανοιχτό παράθυρο να κάθεται σε μια ξύλινη καρέκλα με ψάθινο κάθισμα στο στρωμένο τραπέζι βάζοντας κόκκινο κρασί σε δυο ποτηράκια.

Η γυναίκα έβαλε την κομμένη γαρδένια σ ένα ρακοπότηρο με νερό και το απίθωσε στην μέση του τραπεζιού. Έβαλε δυο πιάτα πάνω στο τραπέζι, κάθισε προσεκτικά κι αυτή και ύψωσαν τα ποτηράκια τους.

Στριφοφτερούγησε μερικές φορές πάνω από την στέγη του μικρού σπιτιού ψάχνοντας κατάλληλο μέρος για καινούργια φωλιά!

«Πέτα, καλό μου, πέτα ψηλά!
Αν σκοτωθείς στον αέρα, να ξέρεις, πως αυτό συμβαίνει στα πουλιά.
Ένα κόκκινο γαρύφαλλο είναι η ζωή μας.
Ένα κόκκινο γαρύφαλλο που βάζει ο Θεός στ’ αυτί του και σεργιανάει στα σύμπαντα!»