Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο φίλος μου ο Θέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο φίλος μου ο Θέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Μαΐ 2011

Μάλλα… τα χάλλια…



Εκεί που ένας χλωμιάρης φλεβάρης ήλιος χάιδευε τα φρύδια μου στο μπαλκόνι, που έπινα το σαββατιάτικο μου ουζάκι με μεζέ αντζούγιες Αργεντινής και πρώιμο αγγουράκι θερμοκηπίου Κύπρου,  ενυπνιαζόμενος ταξίδια και ερωτικές περιπέτειες σε Άπω Ανατολές, με αφύπνισε η φωνούλα –μάλλον σαν βρυχηθμός ακούγονταν- της συμβίας μου:
-«Σήκω αχαΐρευτο μωράκι μου να πάμε στο Golden Mall για ψώνια»!
-«Γιατί βρε αναμάρτητο στεφάνι μου», απαντώ χολωμένος, «και στον μανάβη, και στον φούρνο, και στον χασάπη πήγα, μόλις άνοιξαν…  Τι άλλο χρειαζόμαστε;;;»
-«Φθαρθήκαν οι οδοντόβουρτσες και χρειαζόμαστε νέες», απαντά η μακροχρόνια συμβία μου σε φωνητικό τόνο 89,5 ντεσιμπέλ, που όπως νοείτε δεν επιδέχεται αντίρρησης…
-«Νταξ στύλε της παράγκας μας», απαντώ αφασώς κι ως πάντα ανεπίκαιρος, «μετά το τάβλι στο καφενείο της γωνιάς με τα φιλαράκια μου, θα περάσω απ τον τρίτο ξάδελφο μου τον Γιάννη τον μπακάλη ένα τετράγωνο παρακεί και θα αγοράσω Φρεσκοντέτιες»
-«Σιγά να μην βάλω εγώ στο σπίτι του αντρούλη μου παρακατιανά προϊόντα», απαντά εκείνη με ένταση φωνής 92,7 ντεσιμπέλ, οπότε ενέδωσα…

-«Και γιατί δεν πάμε στο Diamond Hall, που είναι και 7 χλμ κοντύτερα», ενστάνθηκα…
-«Επειδή το Golden Mall, έχει αυτή την εβδομάδα προσφορές, εκπτώσεις με πιστώσεις  και ξέρω, ότι δεν θα σου δώσουν αύξηση μισθού τα επόμενα 15 χρόνια, ανδρουλίνι μου, εξάλλου μην ξεχνάς, ότι εκεί έχει και περισσότερες θέσεις Parking», απαντά το γυναικάκι μου, και κάθε αμφισβήτηση της απόφασης της, ούτε στον Άρειο Πάγο δεν θα είχε δυνατότητες ανατροπής της…
Ως άλλος Ηρακλής αποδέχτηκα την αναγκαία πλήρωση του νέου μου άθλου και μετά μια ώρα οδήγησης για 9 χλμ. και 14 περιστροφές στο παρκινγκ κατάφερα να κομίσω καροτσάκι ψωνίων στην είσοδο καταναλωτικού ναού.
Αισθάνθηκα περίεργα να τσουλάω καροτσάκι χωρίς νεογνό μέσα, -τα τρία μας τσογλάνια τσουλάνε τώρα πεντακοσάρες και άνω μοτόρες- και δήλωσα στο στολίδι της ανδρικής μου τιμής –καλά ντε… κάτι παρεξηγήσεις με τον ταχυδρόμο και τον υδραυλικό τις ξέχασα-, ότι θα την περιμένω στο παγκάκι δίπλα στο σιντριβάνι, μέχρι να επανέλθει με τις οδοντόβουρτσες, ενεχειρίζοντας της καροτσάκι συν πιστωτική κάρτα, προβληματιζόμενος όμως τι άλλο να ενεχυριάσω για να αυξηθεί το πλαφόν μου.
Αμίλητοι οι συνκαθήμονες μου του παγκακίου με κάτι μούτρα μέχρι κάτω, που θα προτιμούσαν να λαμπικάρουν αυτοπροσώπως όλα τα δάπεδα των Mall και Hall της υφηλίου στην τιμή των αγορών των ετέρων ημίσεων τους, αναλογιζόμενοι ίσως, ότι μάλλον συμφέρουν οι εταίρες.

Καλά που πέρασε ο φίλος μου ο Θέμης και με προσκάλεσε να πιούμε καφέ σ ένα απ αυτά τα μοντέρνα των MallHall καφενεία, που καφεδάκι πίνεις, μα για κοκαΐνη πληρώνεις…
Κι εκεί που λέγαμε για ομάδες, γκολ και γκομενάκια, θυμήθηκε το φιλαράκι μου ο Θέμης, να θυμίσει στην γυναίκα του ν αγοράσει οδοντόβουρτσες…
Ξαφανίστηκε ο Θέμης –καλά ντε… στην λίστα των αγνοουμένων της μικρασιατικής καταστροφής δεν τον έβαλαν ακόμη-, πλήρωσα τις δήθεν κοκαΐνες (σόρρυ καφεΐνες) και εμφανίστηκε η συμβία μου μ ένα καροτσάκι φουσκωμένο υπερχείλως, που θα έπρεπε να νοικιάσω φουσκωτό, για να το τσουλήσει μέχρι το φιατάκι μας…

-«Δύο τις εκατό έκπτωση δίνανε σήμερα χαρά μου» μειδίασε η κυματοθραύστης του πορτοφολιού μου, «για αγορές από 200 Ευρώ και πάνω»…
-«Οδοντόβουρτσες αγόρασες ματάρες μου;;», ρωτάω την τύφλα της οικονομικής μας διαχείρισης.
-«Ε;;; Όχι!  Να μην υποστηρίξουμε λιγάκι και την φαμελιά σου;;; Θα πας μετά στο ξαδελφάκι μας ν αγοράσεις. Και καλύτερη τιμή θα σου κάνει και θα τα γράψει στο τεφτέρι του!»

1 Μαΐ 2011

Penguins love Parade





Εκεί που ετοιμαζόμουν σωματικά, ηθικά, ψυχολογικά και εσωτερικοενεργειακά στο μπαλκονάκι του διαμερίσματος μου με νερωμένο ουζάκι άνευ μεζέ (λόγω ανεργιακών και χρηματοοικονομικών δυσχερειών), να εορτάσω την επερχόμενη πρώτη μου ανεργατική Πρωτομαγιά, ντρινγκ-ντριιιιγκκκ!!!!!... το κινητό μου…
Άγνωστος μου ο εγκαλών αριθμός και στην αρχή σκεφτόμενος, ότι μάλλον κάποιος από τους πιστοδότες μου θα ήταν, δεν το σήκωσα.
Η επιμονή όμως του κωδωνίσματος και ελπίζοντας, πως είναι κάποιο από τα φιλαράκια μου για να κεράσει βραδινό μεζέ μετά οίνου και να ξεπεράσει τοιουτοτρόπως την μουρμούρα της συμβίας του, απάντησα στην κλήση συσφιγμένης καρδίας μ ένα απλό  - παρακαλώ;;;

-        Έλα ρε φιλαράκι σε ψάχνω, ακούω την αγαπητή φωνή του φίλτατου μου Θέμη.
-        Που είσαι ρε φίλε, του κάνω, Ουγκάντα ακόμη ή Τανζανία;;;
-        Διακοπώ λιγάκι στο Γκάζι, φιλοξενούμενος στο Στούντιο 69 της τσατσάς που αποστέλλω τετράκις ανά έτος νεαρές τουρίστριες εξ Ουγκάντας για να έχουν να πορεύονται όλες τους. Μόλις επέστρεψα από Λονδίνο όπου ήμουν καλεσμένος στα γαμήσια των αυτών υψηλοτήτων. Σε περιμένω εκεί να τα πούμε, να φάμε, να πιούμε και ότι άλλο ποθήσει η ψυχούλα σου από τον παγκοσμίως αναδυόμενο τουριστικό προορισμό της λίμνης της Βικτώριας.

Άλλο που δεν ήθελα κι εγώ μπας και εξιλεωθώ από τις λοιδορίες των αλάδωτων εντέρων μου και βουρ μέσω μετρού και ποδών σαν γκαζοχωρίτης στον επώνυμο οίκο.

-        Τι άκουσα φιλαράκι μου της υψηλής κοινωνίας;;; , τον ερωτώ αφού φιληθήκαμε τρισάκις σταυρωτά...  Ήσουν επισήμως προσκεκλημένος στον μυθικό γάμο;;;
-        Ναι ρε! , μου απαντά αυτός περηφανώς και μου κοπανάει αποδεικτική φωτό επί του τραπεζίου.
-        Την αναγνωρίζεις την φαλάκρα μου δεξιά της σταχτοπούτας, που την προσκαλώ να περάσουν τους μήνες του μέλιτος τους στο εξοχικό μου στην λίμνη που έχει ανάδοχο πρόγονο τους;;;


-        Κι συ πως και προσκαλεσμένος;;; , κιοτεύω, μα ρωτάω…
-        Βρε άσχετε, με φιλοφρονεί, δεν ξέρεις, ότι η Ουγκάντα ήταν παλιά τυπικά μα τώρα ουσιαστικά αποικία της Μεγάλης Βρετανίας, τα αυτοκίνητα τα οδηγούν αριστερά, όπως και στη μεγαλομάρτυ νήσο σας κι εγώ είμαι πρόεδρος της εταιρείας προστασίας των πιγκουίνων της Victoria sea??? Προς τιμήν των φιλοζωικών τους ενστίκτων με κάλεσαν…


-        Και τι σ ενθουσίασε περισσότερο ευγενή μου φίλε στον γάμο;;; ,  ρώτησα πικρόχολα σκεφτόμενος την αφραγκία μου.
-        Τα καπέλα τους, αποκρίνεται ο μεγαλοπιασμένος.


-        Μίλησα και με τον αυτοκρατορικό προμηθευτή πίλων και του έδειξα μερικά ντιζάιν μοντελάκια από την Ουγκάντα. Ενθουσιάστηκε και μου παρήγγειλε 1000 τεμάχια για την επόμενη σύζευξη γαλαζοαίματων.


Ενδιάμεσα κάτι πολυλικνιζόμενες μελαμψές καλλονές είχαν γεμίσει το τραπέζι με λιχουδιές και δεν αποφάσιζα που να πρωτοβάλω χέρι.
Τελικά έβαλα παντού και μετά τρικλίζων από  γευστικές αμαρτίες πήρα τον δρόμο για το κονάκι μου αναλογιζόμενος καθ’ οδόν, αν την επαύριον θα βγω για το Μαγιόξυλο που θα φάμε στις πορείες των ανέργων…

9 Απρ 2011

Τι Ελλάντα, τι Ουγκάντα


Είχε χαθεί για πάνω από χρόνο από το μάτια μας ο φίλος μου ο Θέμης και τον αναπολούσαμε στο καφενείο της γωνίας, όταν δεν βρισκόταν κανείς να κεράσει ημίγλυκο.
Τώρα όμως που με απέλυσαν από την κρατική εταιρεία επίβλεψης παγόβουνων, όπου ήμουν -πολλά τα έτη της- αραχτός, σκέφτηκα να τον αναζητήσω μπας και μου εύρισκε καμιά δουλειά σε ανθοπωλείο με τα οποία νταραβεριζόταν στην περίοδο που έκανε εισαγωγές ρόδων από Κένυα μεριά για τις ανάγκες του Αγίου Βαλεντίνου και των πιστών του ανά την επικράτεια.
Επιτέλους τον βρίσκω σ ένα από τα πολλά τηλέφωνα του που είχα και του αναφωνώ πανευδαίμων:

-          «Τι κάνεις ρε παιδικό μου φιλαράκι;;; Που βρίσκεσαι;;;»
-          «Καλά είμαι, αλλά κλείστο τώρα και πάρε σε μια ώρα από το Ιντερνέτ πριν καταχρεωθείς και  πληρώνεις στον ΟΤΕ -σόρρυ TELECOM- τα εισοδήματα σου των τριών επομένων ετών», μου πετάει το φιλαράκι μου και… μου το κλείνει.

Στην αναγκαιότητα άμεσης εύρεσης εργασίας δεν πτοήθηκα ο έρμος ούτε από νέες τεχνολογίες, ούτε από την τριπλάσια τιμή του ημίγλυκου στο Ιντερνέτ καφέ της πλατέας σε σχέση με το καφενείο της γωνίας και εισήρθα στο ημίφως των νέων επικοινωνιών.
Ο πιτσιρικάς του καταστήματος μου έδειξε τα βασικά και πώς να χρησιμοποιώ το Σκύπη για να τηλεφωνώ τζαμπέ και μέσα σε 2 ωρίτσες έγινα σαΐνι στα διαδικτυακά.
Τηλεφωνώ λοιπόν ιντερνετικά στον δικό μου και μου κράζει:

-«Ρε δεν σου είπα σε μια ώρα;;; Τι μου συνδέεσαι σε 2;;;  Δεν έμαθες, ότι ο χρόνος είναι χρήμα;;;»
-«Σχώραμε μεγάλε», απολογούμαι, «αλλά μάλλον πρέπει να επαναλάβω τα μαθήματα της τρίτης Δημοτικού… Αλλά πες τι κάνεις, που είσαι;;;»
-«Είμαι στην Καμπάλα», μου λέει, «και  μεγαλοεκδότης».
-«Αααα;;;  Αυστραλία μεριά…», αποκρίνομαι.
-«Βρε αγεωγράφητε, η Κανμπέρα είναι πρωτεύουσα της Αυστραλίας, ενώ η Καμπάλα πρωτεύουσα της Ουγκάντα!», μου ανακράζει το αδέλφι μου…
-«Ααα;;;», σκέφτηκα  σιωπηρά, ότι πρέπει να επαναλάβω τα μαθήματα της πρώτης Δημοτικού, «και πως και μεγαλοεκδότης;;;»
-«Ναι ρε..», μου λέει, «αποτοξίνωσα την περιουσία μου στην Ελλάντα και ήρθα εδώ στην Ουγκάντα στο γκομενάκι μου».
-«Και γκομενάκι;;;», ερωτάω  ζηλοφθονών αμερίστως…
-«Ναι βρε γκόμενε της δεκάρας», απαντά υπερηφανώς, «25άρα μαυρούλα Θεά, που την κυκλοφορώ στο Ουγκάντα και την ζηλεύουν όλες, ενώ αν την εμφάνιζα μαζί μου στο Ελλάντα θα ήμουν δακτυλοδεικτούμενος προαγωγός..»
-«Κάτι κατάλαβα», του λέω, «μα η αποτοξίνωση και το μεγαλοεκδοτηλήκι;;; Έκοψες τσιγάρο και ποτό και εκδίδεις μαύρες;;;»
-«Βρε Μπούφε», με επαινεί, «Πούλησα όλα τα κινητά μου και τα ακίνητα –μόνο το πουλί μου το ευκίνητο κράτησα- τα χρέη μου τα δώρισα στις τράπεζες κι ότι έμεινε τα μετέφερα εδώ κι έτσι αποτοξινώθηκα.
Θυμάσαι του Ψυρή, πριν γίνει ψυχαγωγική γειτονιά;;;»
-«Μα σίγουρα», απαντώ, «είχα μαθητέψει βοηθός αχθοφόρου εκεί»
-«Όταν έκλεισαν οι βιοτεχνίες και τα εμπορικά στου Ψυρή και οι άνεργοι τους έγιναν βάσει κομματικού δελτίου φύλακες στα αρχαία ημών ιερά, εγώ αγόρασα μισοτιμής τα αποθέματα των αποθηκών τους και τα έφερα εδώ. Αγόρασα και την μισομουχλιασμένη τυπογραφική Χαϊντελβέργκερ της παλαιάς ποτέ ΄Ακρόπολης΄ και να η εφημερίδα Kampala News…”
-«Αναλφάβητοι δεν είναι αυτοί εκεί;;;», αποτείνομαι στον κολλητό μου ντροπαλά…
-«Δίκιο έχεις φιλαράκι», συγκαταβαίνει ο τρανός, «αλλά κάθε Κυριακή μαζί με κάθε εφημερίδα δωρίζουμε κι ένα αριστερό παπούτσι, μια αγκράφα, μισό μέτρο φόδρα κλπ.  από Ελλάντα  και πουλιέται και η εφημερίδα και το στοκ της ψωροκώσταινας..»
-«Μα έχεις κέρδος έτσι;;;  Και τι γράφεις σ αυτήν;;;», ρωτάω  ο αδαής…
-«Είναι φιλελεύθερη εφημερίς, φίλε μου», αποκρίνεται ο δικός μου, «τα παιδάκια μπορούν να γράψουν εκεί, ότι τους κατεβαίνει στο τσερβέλο τους. Εγώ τους λέω μονάχα τον μήνα αυτό να κατακρίνουν τον ένα πολιτικό και να εγκωμιάζουν τον άλλο. Και τανάπαλιν.
Φυσικά η εφημερίδα δεν έχει κέρδη και η εκδοτική μου δραστηριότητα είναι αφιλοκερδής, χαρισμένη μόνο στην εξέλιξη και στη Δημοκρατία της Ουγκάντα.
Η κατασκευαστική μου εταιρεία όμως κατάφερε και έκλεισε προς όφελος της δημοπρασία για την κατασκευή του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας στα βουνά του Ruwenzori… »  J
-«Λιμάνι σε βουνό;;;», απορώ…
-«Βρε ανεπίδεκτε μαθήσεως», μου εξιστορεί ο επιτήδειος, « δεν έχεις μάθει για το  Great Rift Valley, που σε μερικές χιλιάδες χρόνια θα κόψει την ανατολική Αφρική στα δυο και θα εισέρθει η θάλασσα στο Ουγκάντα;;;  Να μην έχουν τότε οι άνθρωποι κι ένα θαλάσσιο λιμάνι εκεί;;;»

Έμεινα μ ανοικτό το στόμα από την πολυγνωσία και πολυπραγμοσύνη  του παιδικού μου φίλου, κι εκεί που επιτέλους  είχα πάρει το θάρρος να τον ρωτήσω αν ξέρει κανένα λουλουδάδικο για να με πάρει σε δουλειά, άκουσα ένα περίεργο χαχανητό και κόπηκε η επικοινωνία…

Τι να πω;;;  Αυτά τα διεθνή διαδικτυακά είναι πολύ παράξενα…


16 Ιουλ 2010

Το φαίνεσθαι και το είναι


(ή οι Ελεάτες και το θεϊκό σύστημα των σχέσεων)
Μπήκα στο καφενείο της γωνιάς με τα μούτρα μου να λουστράρουν το δάπεδο του, κάθισα αμίλητος στην μια και μοναδική θέση στο τραπεζάκι του φίλου μου του Θέμη, που δεν είχε πιει καλά-καλά τον βαρύγλυκο του μα ούτε και το νεράκι του, και παρήγγειλα ρακές με μεζέ ξιδάτο χταπόδι και αντζούγιες.

Το φιλαράκι μου ο Θέμης –χρόνια τώρα γνώστης της φαινομενολογικής μου οντότητας- με συρραμμένα τα χείλη του κιαλάριζε τις σχισμές των βλεφάρων μου, μήπως και γροικήσει είδηση.
Ήρθαν τα τσίπουρα, σηκώνει το ποτηράκι του ο Θέμης και προπίνει τσουγκρίζοντας το δικό μου άδοντας:


«Είχα αράξει όμορφα,

πριν να βρεθείς μπροστά μου,
μα τώρα πάλι απ’την αρχή,
ταλαιπωρίες στη ψυχή
και ντέρτια στην καρδιά μου.»

-«Βίβα ρε και ξέρασε τα, για να βγουν έξω τα φαρμάκια ή ξομολόγα τα, για να πας στον παράδεισο», μου ξηγιέται ντόμπρα ο φίλος μου και παραλίγο να δακρύσει το ματάκι μου, για την κατανόηση που μου έδειχνε…

-«Ερωτεύτηκα μέσα απ τη Βίβλο των φατσών», του εκμυστηρεύομαι κοιτώντας απλανώς τον άδειο πάτο της ρακής μου..
-«Για ξήγησε μου το μαγικό βιβλίο και κάν΄τα μου λιανικά, να τ΄ αγοράσω κι εγώ, αν είναι αποδοτικό», αποκρίνεται γνοιαστικός ο Θέμης με έκδηλη την απορία στην φάτσα του, παραγγέλλοντας άλλες δυο ρακές.
Με το δεύτερο τσιπουράκι ηρέμησα λίγο, πήρα θάρρος, παρήγγειλα ακόμη δυο και άρχισα την εξιστόρηση της ερωτικής μου διαπλοκής.

-«Το σύνηθες σκηνικό φίλε μου», αρχίζω να εξωτερικεύομαι.
-«Έπαιζα προχτές Babysitter  στον δεκατριάχρονο ανιψιό μου , -λόγω κομμωτηρίου και γηπέδου των γονέων, ξέρεις εσύ…-, ξεφυλλίζοντας το Κοσμοπόλιταν εγώ και παιχνιαδιαρίζοντας στο ιντερνέτ το παιδάκι, μέχρι που το άκουσα να ξεφωνίζει:»
-«Σου βρήκα γκόμενα Μπάρμπα, για να μην αενάως μαλακίζειν!»
-«Μετά από πολλά πως και γιατί, με ποιο θάρρος κουλουπού, μου ομολογεί το τσόγλανο, πως μπαίνει στο Facebook μ ένα προφίλ σαν το δικό μου – 35αρης, μεταπτυχιακό, στέλεχος πολυεθνικής, άνω 3.000 μηνιαίο εισόδημα, αναζητώντας δια βίου συντροφάκι- και με δική μου φωτό απ το περσινό Πάσχα, που μου είχε σγουρήνει το κωλόπαιδο με τζελ τα μαλλιά μου, και του έπεσε η Σοφία ετών 24, θεογκόμενα,  με μπικίνι φόντο Σκιάθο, με φιλοσοφικά ενδιαφέροντα. Τα λέγανε 2 μήνες το ανιψάκι μου κι αυτή, αν και κατά πόσον η ενότητα του κόσμου υπόκειται σε μια φυσική ουσία ή στην ιδία την οντότητα που μας περιβάλλει, είχαν εμβαθύνει το «αλλά ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα θα έπρεπε να είναι απολύτως δεκτά, όλα δεκτά στο σύνολό τους ως όντα» του Παρμενίδη και είχαν κλείσει ραντεβού για χτες το απόγευμα σε μια καφετέρια στο Γκάζι, αλλά θα έπρεπε να πάω εγώ, με απείλησε με άρση της αγάπης του το καλό μου το ανιψάκι.»

-«Και τι έγινε ρε;;;  Πήγες;;; Ήρθε;;;» ρωτάει ξαναμμένος ο φίλος μου ο Θέμης, ξαναγνέφοντας το γκαρσόνι για 2 ρακές.
-«Πήγα ρε Θέμη, περίμενα 2 ώρες μα δεν φάνηκε η γκομενάρα. Μονάχα τρία 14ρια κοπελούδια πέρασαν αγκαζέ μερικές φορές χασκογελώντας μπροστά μου. Το ένα έμοιαζε λιγάκι με την φωτό της θεογκόμενας...»

Κέρασα κι εγώ ρακές, που τις ήπιαμε μουγκώς στην υγεία του Χέγκελ, διαλογιζόμενοι εμφανώς για την φαινομενολογία του πνεύματος …

Η εκδίκηση της Γυφτιάς..


περιμένοντας τον κοντό (Godot??)
-«Όπου να΄ναι θα περάσει», μουρμούρισε το καρντάσι μου ο Θέμης κοιτώντας ερευνητικά εκτός των  δυο τζαμαριών του καφενείου της γωνίας με ανέγγιχτο και κρύο τον βαρύγλυκο του.
Παρήγγειλα κι εγώ γλυκύβραστο και περιμένοντας τον, σκούπισα με χαρτοπετσέτα το μάρμαρο του τραπεζιού, για να ακουμπήσω τον αγκώνα μου, μήπως και παρατείνω λιγάκι τον αναγκαίο καθαρισμό του σακακιού μου, αμίλητος μην και διαταράξω τους νοητικούς και καρτερικούς κύκλους του Θέμη.
Ήρθε ο καφές, τον ρούφηξα δεόντως, με κοίταξε αφ υψηλού επικριτικά ο φίλος μου παραμένοντας με το βλέμμα του εκτός και αναμένοντας.
-«Τι μου θωρείς ακίνητος, που τρέχει ο λογισμός σου;», πήρα επιτέλους θάρρος και ρώτησα το φιλαράκι μου, σε μια ανένδοτη προσπάθεια να εντρυφήσω τις περιπτύξεις της παραλογικής του.
-«Περιμένω τον κοντό», απαντάει λιγολεκτικά ο Θέμης…
-«Χαααα;;;», λιγολογώ κι εγώ…
-«Βρε Χάνε, σήμερα είναι το Tour de Gysi –γύρος Λυκαβηττού, μέσω Εξαρχείων και διάβαση Αλεξάνδρας άνευ αστυνομικής προστασίας-, κι αν δεν περάσει και ο τελευταίος συμμετέχων ποδηλάτης δεν θεωρείται λήξας ο αγών», απαντά αφασιακά ο φίλος μου, «και ο κοντός είναι ο πιο αργός της παρέας, που μοιράζονται τα κύπελλα, κι αυτόν περιμένουν ο Χαζολάκης και ο Τυφλοπόντζος στο διπλανό τραπέζι, πριν αυτοκτονήσουν ομαδικά με το σχοινί του ενός».

-«Ρε Θέμη», του λέω, «πριν μια ώρα στην πλατέα τίμησε με χρυσοβαμμένο πλαστικό κύπελλο ο Δήμαρχος τον χοντρό ποδηλάτη, -αυτόν ντε τον κυβερνόντα…-, και μπροστά στη ΓΑΔΑ κάτι συλλήψεις αναβατών δικύκλων –των ανηλίκων παραβλέπονται φυσικά…-, παρατήρησα…»

-«Αν δεν περάσει ο κοντός, είναι σικέ ο αγώνας και θα τον καταγγείλω», εξάγγειλε το καρντάσι…
-«Σε ποιον ρε Θέμη;;;», τόλμησα να διερωτηθώ…

Η ερώτηση μου έμεινε  αναπάντητη, μα το φιλαράκι μου άρχισε να τραγωδεί…


«Μπαίνουμε στόν Υδροχόο
και θ' ανάψουνε φωτιές
οι καιροί νερό θα φέρουν
έτσι λεν αυτοί που ξέρουν
κι όμως θα…

κι όμως θα…
κι όμως θα καούν καρδιές

Όλα τριγύρω αλλάζουνε
κι όλα τα ίδια μένουν
και μένα τα χεράκια της

με λύνουν και…
με λύνουν και με δένουν…»

Χήρες κάλτσες



Σάββατο μεσημεράκι και εξ έξεως πάλι εγώ στο καφενείο της γωνιάς για τσίπουρα.
Στο σύνηθες τραπεζάκι, κοντά στην τζαμαρία, ο φίλος μου ο Θέμης (εξ έξεως κι αυτός) με βλέμμα απλανές μάλλον περιπλανιέται, πλανεύει και πλανιέται κάπου στα αγεφύρωτα χάη του σύμπαντος.
Παραγγέλλω τσιπουράκια με μεζέ εποχιακούς κοχλιούς μπουρμπουριστούς και περιμένω σιωπηρά να αποπλανηθεί επιτέλους το φιλαράκι μου και να επιστρέψει στον εδώ πλανήτη.
Ήρθαν οι ρακές, μύρισε κοχλιό ο Θέμης, επανήλθε, ρούφηξε θορυβωδώς έναν και απεφάνθη:

-        «Οι κάλτσες είναι γένους θηλυκού!»
-        «Καλά ρε κολλητέ», του απαντάω, «επειδή αποφοίτησα μόνο με πεντέμισι την πέμπτη δημοτικού, πρέπει να με προσβάλλεις. Το ξέρω αυτό!»
-        «Μην πριν του τέλους μου σιχτίριζε», απαντά ο φίλος μου ο Θέμης, προβληματίζοντας με περί της αυτογνωσίας και αυτοπεποίθησης μου…
-        «Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω», συνεχίζει ο δικός μου, «και αυτά τα περί γνώσεως επισήμων ενδεικτικών και ανεπίδεκτων μαθήσεως διδασκάλων, στα έχω ήδη αναλυτικά εξηγήσει..»
-        «Σόρρυ για την μειωμένη αυτουπόληψη μου, φιλαράκι, αλλά αυτό περί του θηλυκού γένους των καλτσών δεν το γρίμπασα», ανταποκρίνομαι.
-        «Όπως ξέρεις, έχω 34 ζεύγη καλτσών», προσπαθεί να μου εξηγήσει ο Θέμης, «για να πορεύομαι μηνιαίως, με 3 ή 4 αναπληρωματικά. Σήμερα είχα μπουγάδα και έβαλα τα 30 ζεύγη του Απρίλη, λίαν πρωίαν, στο πλυντήριο. Στις 12 έβγαλα 26 ζεύγη και 4 μοναχικές κάλτσες. Διέλυσα το πλυντήριο, κοίταξα στο φίλτρο, στις σωληνώσεις κι σ όλα τα υπόλοιπα, που θα μπορούσαν να απορροφήσουν πλανημένα, αλλά ντιπ!
Εξαϋλώθηκαν 4 μοναχικές κάλτσες. Γι αυτό σου λέω, ότι οι κάλτσες είναι γένους θηλυκού. Χηρεύουν πρώτες, όπως και παγκοσμίως τα θηλυκά συμφώνα με τις στατιστικές.»


Τάδε έφη Θέμης και απήλθε, προφασιζόμενος ταντρικό διαλογισμό στο πλυσταριό του, μήπως και….
Ευτυχώς άφησε μερικούς κοχλιούς υπόλοιπους, για να τελειώσω κι εγώ την ρακή μου.
Τώρα όμως που το σκέφτομαι, και σε μένα λιγοστεύουν οι κάλτσες μου…
Μάλλον θα ρωτήσω την Σβετλάνα, τι κάνει με τις χηρεμένες μου…

Dr. Jekyll and Mr. Hyde


Ή η αέναος μεταμόρφωση

-«Για όλα φταίνε τα γονίδια, τα γνήσια και τα υβρίδια..», αρχίζει να άδει ψιθυριστά το φιλαράκι μου ο Θέμης στο καφενείο της γωνίας, όπου είχαμε πιεί μεν το καφεδάκι μας, αλλά ρουφούσαμε με μικρές γουλιές το συνοδευτικό νεράκι, μπας και περάσει κάνας φίλος να κεράσει γλυκύβραστο με ολίγη (λόγω κρίσεων).

-«Για άσμα το μεγαλοφώνως το νέο σουξέ, να αγαλλιεί τουλάχιστο το αυτάκι μου», τον ικετεύω εγώ…
-«Μη μου το πνεύμα τάραττε, πολίτη τρισκατάρατε», με ονειδίζει αυτός.
-« Τι πνεύμα, βρε Θέμη; Μας κέρασαν ρακές και δεν το πήρα είδηση;;;», στραβολαιμιάζω εγώ κοιτάζοντας για το γκαρσόνι…

-«Ρε συ δεν έχεις ακούσει για την ιστορία του DrJekyll, του καλού ευυπόληπτου πολίτη, ιατρού και ερευνητή, που έμαθε με διάφορες ουσίες να χωρίζει την ψυχή του μια σε καλή ή σε κακή και μεταμορφώνονταν στον κακό MrHyde, για να εμπλουτίσει τις εμπειρίες του;;;», πάει να με μπλοκάρει ο πανσπούδαστος και πανουσίαστος φίλος μου.

-«Κολλητό μου φιλαράκι», τον εκλιπαρώ εγώ, «άσε τα φράγκικα και πέστα γκρέκικα ή λιάνισε τα μπάρεμ αλληγορικά σε μορφή λαϊκής ωδής, για να γροικήσω ουσία. Ναι μεν εσύ έχεις ντοκτορά στην γλωσσολογία της Σουαχέλι, συνάμα στην ψωλολογία των Μπαντού του πανεπιστημίου του Ναϊρόμπι και είσαι άπαξ του έτους εισαγωγέας λέλουδων, αλλά εγώ αποφοίτησα με πεντέμισι την πέμπτη δημοτικού και τώρα είμαι αενάως αργόσχολος τομεάρχης στο Υπουργείο Πενίας και Προσκυνημάτων, -νταξ τώρα ξέρεις το στόρυ του πατρός μου, που μετά από μια ξομολόγηση ήρθε μεθυσμένος σπίτι, έσκισε κάτι τούρκικες περγαμηνές και ο ελαιώνας του προπάππου μου στα κάτω Λεχώνια καταχωρήθηκε σαν ιδιοκτησία της Μουνής της Ουσίας Αμαρτωλής, μα εγώ διορίστηκα-…», του κλαίγομαι.

-«Για όλα φταίνε τα γονίδια, τα γνήσια και τα υβρίδια..», ξαναάδει φωνακλωδώς σαν σε πρώτη πίστα ο Θέμης και συνεχίζει λιανικώς:
-«Βρε άσχετε διαχειριστή του γρηγορόσημου, ο Κώστας και ο Γιώργος είναι τα γνήσια γονίδια, ο Κωστάκης κι ο Γιωργάκης τα υβρίδια, γκέκε;;; Την μια ο ένας είναι καλός κι ο άλλος κακός και τανάπαλιν. Στην ουσία είναι το ίδιο πρόσωπο σε μια αέναη μεταμόρφωση, καθώς διαφοροποιούν λιγάκι την σύνθεση των ουσιών που προκαλούν την μεταλλαγή της ψυχής τους, κι εσύ σαν χαζοπολίτης (σόρρυ πελάτης) πας στο Golden Mall ή στο Diamond Hall και ψωνίζεις απ όλα αναλόγως των εβδομαδιαίων προσφορών τους, μέχρι να πτωχεύσουν (σόρρυ να αυτοκτονήσει) ο DrJekyll και μαζί του o MrHyde», μου διευκρινίζει ο μεγάλος.

-«Ρε συ δεν μου χρωστάς Mallάκειο εσπρεσσάκι;», ερωτάω δραττόμενος της αναφοράς του, μιάς και δεν πέρασε κανείς φίλος να κεράσει βαρύγλυκο…

Η οικονομία του μπουρδέλου


Κέρασα βαρύ γλυκό στο καφενείο της γωνιάς στο φιλαράκι μου τον Θέμη (ενώ αυτός μου χρωστάει ακόμη εσπρεσσάκι σε Mallακεία καφετερία) και λύθηκε η γλωσσίτσα του κοσμογυρισμένου.
-«Ετοιμάζω μια εμπεριστατωμένη πρόταση προς το υπουργείο Υγείας», μου εκμυστηρεύεται ο κολλητός μου, που κάνει τουλάχιστον άπαξ ετησίως τον γύρο του κόσμου σε 8 μέρες, χωρίς να βιώνει αποτεφρώσεις συζύγων μετά των αποθαμένων γεροκούσαλων τους και δίχως να μπερδεύει ημερομηνίες, λόγω jet lag, «για να λυθούν μονομιάς όλα τα προβλήματα της δημόσιας υγείας, να συνεχίζουν να κάνουν υπερωρίες και νυχτερινές αργοσχολίες οι γιατροί του ΙΚΑ, να πληρώνονται αυθημερόν οι προμηθευτές τσιρότων, συριγγών και κιλότων ακράτειας, όπως και οι φαρμακοτρίφτες συνταγών του δημοσίου, που ασπιρίνες γράφουν, αλλά για βιάγκρα τις χρεώνουνε».

-«Για πε ρε Θέμη, γιατί έχω ξεπεράσει το πλαφόν μου και πληρώνω 17,5 % επιτόκιο στην πιστωτική κάρτα του σαράφη μου για τα ντεπόν μου…», αγωνιώ με την προσδοκία λύτρωσης της πορτοφολιακής μου ισχνότητας.
-«Φιλευθερισμός, αποδέσμευση των ηθών επί της οικονομίας και αντιστρόφως», απαντά ο προσδογκόμενος νομπελίστας ελευθερίας και οικονομίας, συνεχίζοντας:
-«Προτείνω την εισαγωγή 10.000 γυναικών ελευθέρων ηθών, από Λευκορωσία, Εσθονία, Ουκρανία, Ινδία, Ταϊλάνδη κλπ. κλπ. , για την στήριξη των οικονομιών των αναπτυσσομένων χωρών και ιδίως της δικής μας…», απαντά λίγο τι δαφνιασμένος ο δελφιακός μάντης της οικονομικής μας ανάρρωσης.
-«Γιατί δεν μας φτάνουν οι 100.000 και πάνω, που έχουμε τώρα;;;», ενίσταμαι.

-«Μα…. Δεν έχεις εντρυφήσει την διαφορετικότητα των φωτεινών πτυχών της ελεύθερης κρατικής οικονομίας, σε αντίθεση μ αυτές των σκοτεινών παραοικονομιών..», συνεχίζει ακάθεκτος ο Θέμης, ρουφώντας μερακλωδώς και μετά βόμβου τον βαρυγλυκό του.
-«Βγάλε μολύβι, χαρτί, κομπιουτεράκι και λογάριασε:
10.000 επί 500 ημερησίως ανά πόρνη, επί 365 ετησίως μας κάνει σχεδόν ένα δις. Απ αυτά να εισπράττει 50% το κράτος και μ ένα leverage (πολλαπλασιαστή, δραστικότητα, απόδοση επενδύσεων) τουλάχιστον 3χ , έχουμε και λέμε 1,5 δις. Από τα υπόλοιπα 250 του κοινωφελούς έργου τους, θα πλερώνουν 50 ημερησίως ενοίκιο για 22 τετραγωνικά, 200 περίπου εκατομμυριάκια.
20 ημερησίως για τις αναγκαίες υγειονομικές εξετάσεις στο ΙΚΑ (τα μαύρα γάμιστρα των ιατρών για σειρά προτεραιότητας πάνε στα αφορολόγητα…) άλλα 70 εκ.
100 ημερησίως δεν θα χρειάζονται για καπότες, καλλυντικά, στρινγκ και νταβαντζηλίκια;;;  365 εκ.
Τα υπόλοιπα 80 ημερησίως θα τα στέλνουν στις φαμελιές τους κι εμείς θα τους πουλάμε αναγκαστικά πορτοκάλια, που τώρα τα θάβουμε σε χωματερές, χωρίς να τα δηλώνουμε στην ΕΕ…
Μ ένα leverage 7x της ιδιωτικής οικονομίας (και μόνο μ ένα μικρό συμψηφισμό της αύξησης των νοσηλίων των ψυχοθεραπευτών), νάτα τα 5 δις που χρειάζεται το Υπουργείο Υγείας..», έκλεισε ο Θέμης, κι εγώ παράγγειλα νεράκι βρύσης, για να πιω το τρίτο μου ντεπόν...

Λέλουδα



-«Που είναι ρε μάγκες ο Θέμης;  Ξαφανίστηκε και κάτι καφεΐνες μου χρωστάει…», ρωτάω άτσαλα την ταβλιακή ομήγυρη, και να που έφερα τα ντόρτια, που χρειαζόμουνα!
-«Παίζε και μην ρωτάς!», απαντά ο αντιμαχητής μου επί ξύλου
-Τακτέ Νάρντ, το λέγανε στην Περσία, όταν το κάνανε copy and paste από την Μεσοποταμία (καλά εκεί τώρα περισσότερα αμερικανάκια από ταβλαδόρους βρίσκεις), αφομοιώθηκε σαν πεσσοί από τους αρχαίους ημών…και σαν Ludus Duodecim Scriptorum από τους Ρωμιούς, πριν εμείς οι Ελληνάρες το πούμε τάβλι, από το Tables των Εγγλέζων-
ρίχνει ο δύσμοιρος εξάρες, να μην μπορεί να φύγει, για να κερδίσει το πρώτο του πρωινό καφεδάκι της σίγουρης(;;;) του παρτίδας.
-«Δουλεύει!», απαντά ο Σάκης ο Πέφτουλας, που ξουρίζει μόνος του την φαλάκρα του για να μην φαίνονται οι λιγοστές του γκρίζες τρίχες, ενώ αν ήταν υπουργός ή τουλάχιστον βολευτής, θα πήγαινε σε αισθητικό θριχών του Κωλονακίου για να τις νεανίσει.
-«Εργάζεται ο Θέμης;;;  Καλαααά;;;  Εισοδηματίας δεν είναι αυτός;;;», ρωτάει η νεανική μου αφέλεια, που καταπίνει, ότι χαπάκι της προσφέρουν, είναι δεν είναι έκστασυ…
-«Εισοδηματίας είναι Τρίτη και Παρασκευή, δηλαδής από μέσα Φλεβάρη μέχρι μέσα Γενάρη», σφυρίζει ζηλοφθονώντας υποχθόνια ο Λάκης ο Μπίχτης με τη άπλυτη αλογοουρά, «μα μέσα Γενάρη με Φλεβάρη είναι εισαγωγέας από Κένυα μεριά».

Ρίχνω ασσόδυο, κερδίζω την παρτίδα και καφεδάκι φυσικά, κάθομαι απόμερα να το γευτώ φωνάζοντας και τον Λάκη κοντά μου, που είναι κουτσομπολιακός εξπέρ, να τον κεράσω πρωινό βαρύ γλυκό, για να λυθεί η γλωσσίτσα του… 
-«Και για πε ρε Λάκη;;» τον εξομολογώ, «τι ξωτικό παράγει η Κένυα, που δεν παράγουμε εμείς εδώ οι μαύροι;;;»
-«Κόκκινα τριαντάφυλλα», λακωνίζει ο Λάκης…
-«Ρε συ! Έχει γυαλίσει η Αττική από θερμοκήπια ανθέων!», αντιφωνώ σαν Πέρσης καταχτητής εγώ…
-«Εεεεμμμμ… αλλά δεν φτάνει η παραγωγή για την γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου!», ξαναλακωνίζει ο αλογοουράς…

Αποδείχτηκα τελείως αδαής, εγώ,  που έχω γυρίσει όλα τα Μετέωρα, άγια Όρη και κυκλαδικά νησιά, μα πουθενά δεν ήβρα ούτε εκκλησάκι μηδέ εικονίτσα του Αγίου Βαλεντίνου.
Αποτραβήχτηκα ευθαρσώς λοιπόν στο διπλανό ίντερνετκαφε , για να γκουγκλίσω..
Καλά νταξ,,, δεν διάβασα και τις 153000 ευστοχίες, αλλά έμαθα, ότι υπάρχουν πολλοί Βαλεντίνοι, άγιοι και μη.

Ααα:  Ο Βαλεντίνος ο γύφτος(Αιγύπτιος), ο αιρετικός. Που έλεγε: "απ' αρχής αθάνατοι έστε και τέκνα ζωής έστε αιωνίας και τον θάνατον ηθέλετε μερίσασθαι εις εαυτούς, ίνα δαπανήσητε αυτόν και αναλώσητε, και αποθάνη ο θάνατος εν ύμίν" σαν πέμπτο Ευαγγέλιο, που κάπως βουδιστικό μου ακούγεται αυτό, και καλά έκαναν που τον αιρέσανε, αν και ο Παπακώστας τραβούσε τις τρίχες των μηνιγγιών μου, όταν έκανα λάθος στα «πιστεύω πατερημών»…, για να μην γίνουμε κιτρινιάρηδες και σχιστομάτηδες.
Βουου: Ο Βαλεντίνος ο σφετεριστής και μετά επαναστάτης, που προσπάθησε κάπου πριν 1700 χρόνια στην Βρετανία να γίνει βεζίρης αντί του βεζίρη, αλλά έτρωγε μονάχα νερόβραστες πατάτες με καρότα και τον απόθνισκαν.

Γαμα(το): Ο Δεσπότης της Τέρνης, που λένε, ότι πάντρευε κρυφά ερωτευμένους χαρίζοντας τους λουλούδακια για βίο ανθόσπαρτο, χωρίς να εκτιμά τα προ(;)τερήματα της μονογαμίας(μια στον αλωνάρη δλδ…), και το αποκεφαλισμένο πτώμα του το έκλαιγαν 3 χήρες και 15 ορφανά μέχρι να τα βρουν στην μοιρασιά…

Εεεε!  Αυτόν τον τρίτο ξέθαψαν κάτι τυμβωρύχοι ανθοπώλες που είχαν αναδουλειές, για να τα κονομάνε άπαξ του έτους, όπως και το φιλαράκι μου ο Θέμης, που μου χρωστάει εσπρεσσάκι ή γαλλικό σε Mallακισμένο καφενείο…
…………………………………………
Κι εκεί που κλάδευα, κόπριζα και πότιζα τις μη ακόμη ανθίζουσες πολύχρωμες τριανταφυλλιές στις γλάστρες του μπαλκονιού μας, μου κράζει το έτε(αί)ρο μου ήμισυ:
-«Μην ξεχνάς τι είναι το επόμενο Σάββατο, Έρωτα μου!!!»

Κι εγώ βλαστήμησα τους άγιους πάντες, γιατί δεν καθορίστηκε η γιορτή του Απρίλη ή Μάη…

Η πίστις του φόβου προκείμενη…


(ίσως και αντιστρόφως)
-«Για πε ρε Μπάρμπα, γιατί ο μαλάκας ο Προμηθέας πήγε κι έκλεψε την φωτιά απ΄ τους θεούς, για να του τρώνε τα συκώτια οι γύπες και δεν πήγε στο Diamond Hall να αγοράσει αναπτήρα κινέζικο με μισό ή Ρόνσον με 350 ευρουλάκια;;;», με ρωτάει ένα απόγιομα το 13ετές μοναδικό μου ανιψάκι, καθόσον έκανα χρέη Baby Sitter, επειδής η νύφη μου ήθελε να πάει κομμωτήριο και μετά αισθητικό και το αδελφάκι μου γήπεδο και μετά γυμναστήριο…

Έκλεισα διακριτικά το τσόντικο περιοδικό, όπου χάζευα, έξυσα, επίσης διακριτικά, τις λιγοστές τρίχες τις φαλάκρας μου και προσπάθησα να εμβαθύνω την ερώτηση του μέλλοντος της φαμελιάς και της εξασφάλισης της σύνταξης μας.

-«Ελληνική μυθολογία διαβάζετε τώρα στο σχολείο ανηψούλη μου;;;», προσπαθώ ευγενέστατα να αφουγκραστώ τους προβληματισμούς της νέας γενιάς, για να απαντήσω διπλωματικώς και αναλόγως της ελληνορθοδόξου αλλοφροσύνης μου…

-«Ναι ρε Θκιούλη, μα απάντησε στα γρήγορα, γιατί σε μισή ώρα έχω φροντιστήριο, κι εκεί έχουμε φτάσει στους θησαυρούς των Νιμπελούνγκεν, στις μια και χίλιες νύχτες της Χαλιμάς και να μην χιλιετίζουμε με τους αρχαιους ημών..», αυθαδιάζει το εν όγδοο των γονιδίων μου…

-«Ρε συ, θυμάσαι το στόρυ με τον Αδάμ, την Εύα, τον κατηραμένο όφι και το μήλο;;;», ρωτάω το σπλάχνο της δαρβινικής εξέλιξης του αδελφικού μου σπέρματος.

-«Αμέ!!! Αυτό με την εκδίωξη εκ του παραδείσου (ή της κολάσεως αν θυμάμαι καλά…)», μου λέει το φανταστικό μας μέλλον, «κάτι σαν buy out δεν είναι;;;»

You are on the right way of mind!», παραλληλίζω εγώ, «και σκέψου τον Αδάμ σαν Προμηθέα, την Εύα σαν Αφροδίτη, το μηλαράκι σαν τη φωτιά και για το φίδι φαντάξου –είσαι και παρθένος γμτ...-, ότι θέλεις…», περαιώνοντας την παράδοση.

Μ ένα -«You are the best, είσαι πολύ μεγάλος», μου κολλάει ένα φιλάκι στο μάγουλο το ανηψούδι μου, και για πρώτη φορά στην ζωή μου αισθάνθηκα κάπως ωφέλιμος…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΑΔΕΣΠΟΤΟ!



-«Να υιοθετήσουμε ένα αδέσποτο!!!», ξαμολάει το ευαίσθητο ταίρι μου, διακόπτοντας τον συνήθη του κυριακάτικου μου προμεσήμερου εσωτερικό μου διαλογισμό, όπου καθήμενος επί λευκού θώκου πολυβινυλοχλωριδίου στο μπαλκονάκι μας με απλωμένες τις αρίδες επί άλλου, γευόμενος σφιακιανή ρακή με μεζέ θρούμπες ελιές Θάσου, αυτιαζόμενος την ¨Ηρωική συμφωνία¨ του Μπετόβεν, ειδικά το μπαλετικό μέρος των πλασμάτων του Προμηθέα –Αααχ!!!  Πως συμβάλει έντεχνα (με την αρωγή των Θεών και Μουσών του Παρνασσού) η φλογέρα στην καλαίσθητη παιδεία της ανθρώπινης ψυχής…-,  αναλογιζόμουν, ποιος είμαι, από πού προέρχομαι και που θα καταλήξω…

Υγράνθηκε ολίγον τι η άκρη του δεξιού μου οφθαλμού, άρχισα να φαντασιώνω στιγμές απέραντου κάλλους, όπου ο μελλοντικός μας θετός μπόμπιρας θα κλωτσάει την μπάλα για να βάλλει γκολ κι εγώ θα πέφτω επίτηδες στην αντίθετη της φοράς του σφαιροπετσίου προ του τέρματος κατεύθυνση, ώστε να ανορθωθεί ψυχικά το σπλάχνο μας, να κατανοήσει την ανωτερότητα της νεότητας επί της εμπειρίας και τοιουτοτρόπως κάποτε να πάρει φτυχίο ιατρικής, για να με συνταγεύει σωστά και να μην αναγκάζομαι να καταπίνω τα αισχρά προϊόντα των φαρμακοτριφτών –μάλλον μπακάληδων χημικών παρασκευασμάτων-, που ασπιρίνη πας ν αγοράσεις κι επιμηκύνσεις πέους προσπαθούν να σου πουλήσουν.

-«Ναι!!!  Αλλά το θέλω ράτσας!!!», συνεχίζει η αστείρευτη πηγή της σεξουαλικής μου στειρότητας, κι ευθύς αμέσως αναπόλησα την λατρευτή μου πεθερά από τα κάτω Πετράλωνα, καταγωγής μητρός Τραπεζούντα, πατρός Δυρράχιο και συχωρεμένο βλάχο σύζυγο.
-Ας πάρουμε κάποιο φτωχό, απ αυτά που θνήσκουν καθημερινά λόγω ανομβρίας, για να ζήσει, να δροσιστεί  και να λαδώσει το εντεράκι του μαζί μας, πολυεύσπλαχνη μου!»,
απαντώ συνεσταλμένα και πάντα εκτός θέματος…

-«Όχι! Δεν θέλω μπαστάρδικο, αλλά σαν αυτό της Ζωζώς, που πλέρωσε και τρισήμισυ χιλιάρικα, να το βγάζω κι εγώ βόλτα έξω στην πλατέα με το λουράκι του και το χειμώνα να του φοράω και σκουφάκι, για να μην κρυώνει το μωρό μας», αποκρίνεται το μίξερ των γονιδίων μας.
-«Κι εγώ θέλω να μάθει πρώτα να παίζει μπάλα και μετά να σπουδάσει ιατρική!», αντεπιτίθεμαι.
-«Στον Άνω Ασπρόπυργο υπάρχει ένα, όπως θα το ήθελα και μόνο με τέσσερα χιλιάρικα», αποκρούει το διαμάντι των δαχτυλιδιών μας.
-«Και το φιλαράκι μου ο Θέμης, μου είπε, ότι στην Αιθιoπία υπάρχουν κάτι πανέξυπνα τρίχρονα αρσενικά αδέσποτα, που επιδοτούνται κιόλας μ ένα χιλιάρικο ετησίως από την
UNICEF!», αμύνομαι εγώ!
-«Σιγά να μην γίνουμε και ζητιανιάρηδες  στο παγκόσμιο!!!!», αναφωνεί σεληνιασμένη η παρά λιγάκι θέραψ του ημερήσιου αυνανισμού μας…, κι έβαλε γκολ!

Σήκωσα κι εγώ το απομεινάδι της ρακής μου εις υγείαν της καθημερινής μας βλακείας και λοιπής …@@κίας, και υποσχέθηκα να γίνω μέλος της Εταιρείας αδεσπότων Άνω Ασπροπύργου.
Εεε;;; Όσο και να ΄ναι,,, κάτι δεν θα μείνει στα αζήτητα;;;