Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρα Μυθεύματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρα Μυθεύματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Αυγ 2011

Ο Γκιούνης ο Κύπριος τζιαι η Γλαύκα η Αθηναία



Στο δάσος της Πυκνής κοντά στην Πέγεια ζιούσεν ένας γέριμος Γκιούνης. Ήταν σχεδόν ένδημος, μόνον εκλογικόν βιβλιάριον δεν του’ χαν δώκει ακόμα.

Τα φθινόπωρα τον επισκέπτονταν κάτι ανηψιούδκια του που τες βόρειες χώρες, τζιαι εφιλοξέναν τους, με ούλλα τα καλά του χωρκού: Σιουσιούκκο, οφτόν κλέφτικον, πατατούες αντιναχτές, κουπέπια τζιαι κάμποση ζιβανία.

Εκάθουνταν λλίες μέρες τζιαι ύστερα μεθυσμένα εφεύκασιν για Αίγυπτο μερκάν.

- Ρε, που πάτε ποτζιεί. Κάτσετε δαμαί.. πού εν νά βρετε καλλύττερα...

- Εεε.. εμείς είμαστεν αποδημητικά χωρίς δικαίωμαν παραμονής.. τζιαι αν μείνουμεν εν να μας συνάξουν σαν λαθρομετανάστες.. τζιαι άτε να τα σάσουμεν ύστερα.. Ευκαριστούμεν σου πάντως.. Αλλά γιατί εν έρκεσαι τζι’ εσού μιτά μας να αλλάξεις τζιαι λλίον τον αέραν σου, να φάεις τζιαι κανέναν ζουρντουλλήν κουρκουτάν να κάτσει πάνω σου..

Εκαλάρεσεν του Γκιούνη της Πυκνής η ιδέα τζιαι δίχα πολλά πολλά, εσύναξεν τα ππουρτού του τζιαι εξεκίνησεν με τους άλλους για νοθκιάν..

Άμαν τζι’ εφτάσασιν, επεράσαν λλίες μέρες, έφαεν τζιαι τους ακκανομούττηδες του, τις αλιζαύρες του, τις ακρίδες του, αλλά ποντικούδκια τζιαι μισιαρούδκια που του αρέσκασιν πολλά έν είσιεν.

- Το λοιπόν φίλοι μου, λαλεί τους.. Ευκαριστώ σας πολλά για την φιλοξενίαν αλλά εν ώρα μου να πάω έσσω μου.. επεθύμησα την φωλιούαν μου τζιαι τα μισιαρούδκια των θαλασσινών σπηλιών του Αη-Γιώρκη που εν έσιει δαμαί.. Ελπίζω πόν να στρέφεστε να σας φιλοξενήσω πάλαι..

Ύστερα που κάμποσες μέρες έφτασεν πίσω στο δάσος κατακομμένος... Εποστάθηκεν πολλά ώσπου να’ ρτει πίσω..

Άμαν τζι’ έφτασεν έξω που την φωλιάν του, πάει να μπει μέσα, τζιαι ακούει μιαν τσιριλιάν που εκοκκάλωσεν ο γέριμος..

- Μα ίντα μπου γίνεται δαμαί λαλεί.. ποιος εν μέσα στην φωλιάν μου..

Τότε ακούει μιαν φωνήν τζιαι λαλεί του:

- Τι λες καλέ.. ποια φωλιά σου.. εγώ μένω εδώ πάνω από τρεις μήνες.. δικιά μου είναι η φωλιά!!

Τζιαι θωρεί μιαν κορτωτήν, ππιριλλομμάταν καλαμαρούν κουκουβάγια να βκαίνει στο ξωπόρτιν..

Η αλήθκεια ένι ότι εθυμώθην πολλά που του επιάσαν την φωλιάν του, αλλά που την άλλην άρεσεν του πολλά η καλαμαρού..

- Μα ίντα μπου λαλείς δεσποσύνη τωρά.. τούτον εν το σπίτιν μου.. εγιώ επήα σε κάτι ανίψια μου για επίσκεψίν τζιαι τωρά ήρτα πίσω.. εσού ίντα μπου γυρεύκεις δαμαί..

- Εγώ ήρθα πριν πολύ καιρό από την Αθήνα και βρήκα αυτή την όμορφη φωλιά, δεν λέω μια χαρά περιποιημένη την βρήκα, και μένω εδώ τώρα.. ας μην έφευγες.. λαλεί του.. τζιαι κουνάμενη λυγάμενη, μπαίνει στην φωλιά τζιαι φακκά του την πόρτα στα μούτρα.

Ο φίλος μας ο Γκιούνης έμεινεν χάσκοντας..

- Ίντα μπον να κάμω τωρά, λαλεί, πού να πάω έτσι τζιαιρόν.. έν τζι’ έσιει τωρά άλλες φωλιές όφτζιερες δαμαί κατάγυρα..

Έτσι σκεφτικός εξεκίνησεν να πάει μιαν βόλταν να καθαρίσει λλίον το μυαλόν του..

Έφτασεν ως τον Άη-Γιώρκην τζιαι έκατσεν πάνω στο καμπαναρκόν.. Τζιαμαί είδεν έναν ωραίον μισιαρούϊν, ότι πρέπει για μεζέν..

Εσκέφτηκεν λλίον, τζιαι ύστερα βουττά, αρπάσσει το μισιαρούϊν τζιαι εγιόλλαρεν για το δάσος πάλαι.. Έφτασεν έξω που την φωλιάν του τζιαι άρκεψεν να τρώει τζιαι να τραγουδά:

- “Για την καρκιάν, τζιαι την αγκάλην σου
   μα τον Θεόν, ούλλα χαλάλιν σου”

Η Γλαύκα η Αθηναία, είδεν τον που το παραθυρούϊν, άρεσεν της η μελωδική φωνή του Γκιούνη, αλλά άμα είδεν τζιαι το μισιαρούϊν ετρέξαν τα σάλια της.. έν είσιεν φάει τίποτε ακόμα τζιαι επείναν πολλά...

Βκαίνει έξω ούλλον χαμόγελα τζιαι σκέρτσα τζιαι λαλεί του:

- Γεια σου γείτονα.. τι κάνεις; καλά είσαι;;

- Μια χαρά είμαι.. λαλεί της ο Γκιούνης δήθεν αδιάφορος..

- Καλέ, τι ωραίο μεζέ τρως εκεί.., λαλεί του πεταλλίζοντας τα βλέφαρα της..

- Ναι.. εν καλός.. άμα θέλεις κόπιασε να τσιμπήσεις τζι’ εσύ λλίον.., λαλεί της ο Γκιούνης..

- Εεεε.. μιας και δεν έχω φάει ακόμα, λέω να πάρω ένα κομματάκι..

Βκαίνει έξω, τζιαι άρκεψεν τζιαι τζιείνη να τρώει μαζί με τον Γκιούνη.. Άμαν τζι’ εφάασιν, επήαν έναν περίπατον ως το ποταμούϊν να πιούν τζιαι λλίον νερόν να ξεδιψάσουν..

Στον δρόμο, ο Γκιούνης άρχισε να της λαλεί την ιστορίαν του.

- Εγώ είμαι πρόσφυγας που την ωραίαν Λάπηθον αν έσιεις ακουστά..

- Ααα.. μπα.. δεν έτυχε.. λαλεί η Γλαύκα.. και πού είναι αυτή;

- Στα βόρεια της Κύπρου δίπλα στην Κερύνεια.. εν πολλά όμορφος τόπος.. συνδυάζει βουνόν τζιαι θάλασσαν.. σωστός παράδεισος..

- Αν θυμάμαι καλά μου είπες πως σε λένε Γκιούνη.. από πού βγαίνει αυτό;;

- Εν να σου πω ένα ποίημα τζιαι εν να καταλάβεις..



Ήταν 2 αδέρφκια Κύπριοι
Τουρκούϊν τζι’ Ελληνούϊν
πολλά αγαπημένα ,
πρόβατα εβοσκούσαν
σ' άρκονταν μεγάλο,
Γκιούνη λαλούν τον ένα
Δήμο λαλούν τον άλλον.

Κάποιαν μέραν ο Γκιούνης,
δκυό αρνάδες χάνει,
ψάχνει έν τες βρίσκει
τριγυρνά τζιαι κλαίει,
έρκεται στην στάνη
του αδερφού του λέει.

Βρέθηκεν τζιαι τζιείνος
στην κακιάν του ώρα,
άδικα χολιάζει,
σαν θερκόν θυμώνει,
το μασιαίριν φόρα
τζιαι τον εσκοτώνει.

Οι αρνάδες ήρταν
στο κοπάδιν πάλαι
τζιαι ο φονιάς τες βλέπει.
στέκεται κλαμένος,
γύρνει το κεφάλιν μετανοημένος.

Τζιαι ο θεός τον είδε
που χτυπά τα στήθη,
κλαίει νύχταν μέραν,
θέλει να πεθάνει,
τζιαι τον ελυπήθει
τζιαι πουλί τον κάμνει.

Τζιαι γι αυτό το βράδυ,
άμα σκοτεινιάζει
το πουλλίν θλιμμένο,
στο δενδρίν κλαρώνει
τζι' ούλλη νύχτα κράζει
Γκιούνη Γκιούνη Γκιούνη..


- Τούτη εν η ιστορία για το όνομα μου.. λαλεί ο Γκιούνης.. τζιαι δικλώντας πάνω στην Γλαύκα την Αθηναία, είδεν δκυό δάκρυα να τζιυλούν που τα όμορφα ππιριλλωτά μματούδκια της.. Απλώνοντας την φτερούγαν του, αγκάλιασεν την καλαμαρούαν τζιαι είπεν της:

- Άτε πουρέκκα μου.. πάμεν μέσα τωρά να μου τζιεράσεις κανέναν βαρύν γλυκόν, γιατί με τζιείνα τζιαι με τούτα επέρασεν η ώρα τζιαι ενύσταξα..

- Πάμε πασά μου.. πάμε.. λαλεί του τζιαι τζιείνη.. πάμε στην φωλίτσα μας να σε κεράσω ότι θέλεις...





(Παραμύθι μου γραμμένο στην Κυπριακή διάλεκτο από την Μαρία μου και την ευχαριστώ πολλά για την υπομονή της και τον κόπο της)

28 Μαΐ 2011

Η αληθινή ιστορία της Άφρως…





Η μυθιστορία της ουράνιας κόρης δεν είναι κατά τους αυτόχθονες της νήσου αληθής, διότι ο Ησίοδος σαν λαφαζάνης καλαμαράς  δεν χαπάριζε κυπριακά, όταν του μνημόνευαν την ιστορία της οι καλόηροι του Ιερού  της Ήρας στις Πλάτρες (εκεί καλέ, που κελαηδούν τ αηδόνια κατά τον Σεφέρη…).
Αυτοί λοιπόν οι θεοσεβούμενοι άδρωποι -που δεν πιστεύω να μου είπαν ψέματα, καθότι έχουν στo οστεοφυλάκιο τους το μικρό δαχτυλάκι του αριστερού ποδιού της Άφρως- μου αφηγήθηκαν τα πραγματικά γεγονότα…

Η Άφρω, κατά τις πρεσβείες τους, ήταν μια  κορούα πουλαροπερτικοσιηλούα  του αρχαίου Ιδαλίου (μετανομασθέν σε Δάλι, για να μπορούν να το προφέρουν οι Εγγλέζοι τουρίστες Dali) πατρός ονόματι Πανίκου και μητρός Ουρανίας (χαϊδευτικά Ράνια), αν και βρομόγλωσσες λένε, ότι πραγματικός γεννήτωρ της ΄Αφρως ήτο το γειτονόπουλο της Ράνιας Κοκούϊν με το οποίο έπαιζε γιατρούς από παιδικής ηλικίας.

Η σύλληψις της έγινε κατά την διάρκεια σχολικής εκδρομής εις τα Λεύκαρα προς μύησιν εις την τέχνη του παραδοσιακού κεντήματος. Τώρα ποιός κέντησε ποιά, δεν έγινε γνωστό, αλλά η Ράνια αγγαστρώθην και χωρίς πολλές κουβέντες την χάρτωσαν με τον Πανίκο, που ήταν αλανιάρης και γόνος επιφανούς οικογενείας καλλιεργητών κολοκασίων, ενώ ο κύρης του Κοκούϊν πτωχοσκαρπάρης, και την προίκισαν με δέκα ποτιστικές σκάλες πρώιμης παττίχας.

Η Ουρανία έτεκε προώρως εις τις αμμουδιές της Πέτρας του Γραικού (τότε δεν υπήρχαν Ρωμιοί), όπου είχε πάει μαζί με την ανηψιά της την Στελλούν, για να επιδείξουν τις καμπύλες τους σε Ρώσους πλουτολιγάρχες μπας και...

Έτσι λοιπόν εγεννήθει η Άφρω πίσω από μυρτιά στην σκιά ιερού βράχου, πάνω σε άμμο δροσισμένη με νυχτιάς αγέρι και δεν ανεδύθει από τον αφρό που δημιούργησε το εκσφενδονισμένο τσουτσουνάκι του Ουρανού -ευνουχισμένου από τον γυιό του- στην θάλασσα νοτίως των Κυθήρων,
Φυσικά ψεύδεται και ολίγον τις ο Όμηρος, που λέει ότι η θεά καλλωπίστηκε με τις Ώρες από τις θεραπαινίδες της και μεταφέρθηκε στον Όλυμπο, όπου παρουσιάστηκε στους υπόλοιπους θεούς.

Απλά η μάνα της και η θκειά της την φάσκιωσαν με τα παρεά τους και την μετέφεραν στα διπλανά Κουβούκλια (σήμερον Κούκλια), όπου η Στελλού κατείχε εκ κληρονομίας αρχοντικό εμβαδού τεσσάρων επί τεσσάρων δρασκελιών, άνευ κοινοχρήστων χώρων, με προσθαλάσσια θέα.
Εκεί την έπλυναν με φρέσκο ροδόσταγμα και με απόσταγμα γιασεμιού, που είχε κάνει δώρο στο γάμο της Στελλούς η κουμέρα της η Ηρώ και της ετραγούδησαν:

«Τα δκυό σου σιείλη τα γλυκά, γιασεμίν μου,
ώ! τα μάθκια τα μεγάλα, ώ! γιαβρί μου»

Απεκοιμήθην το μωρόν με την αγριοφωνάρα της θκειάς της, μιας και δεν είσιεν άλλην επιλογήν, μα από τότε αποζητούσε πάντα τα φιλοσοφημένα της άσματα, όταν ήθελεν να αποφασίσει τα περί του τι, πως και ποιού κυρίως…
Εξύπνησεν το μωρό, η ΄Αφρω, πεινασμένο και αναφώνησε:
-«Θέλω κοκό!!!!» και της έφεραν το γειτονάκι τον ΄Ερω να παίξει…



Φυσικά οι ιστοριοδίφες δεν ηύρον ακόμη την αμβροσία που εξωραΐζει τις Θεές και τρέφει τους μόσχους, αλλά είναι σίγουροι, ότι η ΄Αφρω περνούσε τα θέρη της στις πλαγιές του Ακάμα για να μην μελαμψώνει.
Εκεί κοντά στο σημερινό Λατσί είχε και το Λουτρό της, όπου σήμερον το επισκέπτονται πολλές πολυπολιτισμικές θεραπαινίδες, για να νυφθούν και εξιλεωθούν του Έρωτος, ώστε να αμείβονται κανονικά με εισφορές στο ΙΚΑ, ΦΠΑ υπηρεσιών κλπ. κρατήσεις υπέρ του κοινωνικού συνόλου…


Δευτέρα και Παρασκευή πήγαινε με την Στελλού ν ανάψουν κεράκια στο νεκροταφείο –στους Τάφους των Βασιλέων- στα πρόθυρα της Πάφου, και μιά Παρασκευή απόγιομα ήταν που είδε την 1200αρα χρυσοβαμμένη  μοτόρα με επιβαίνοντα μαλλιαρό γκομέναρο ταττουϊσμένο στα μπράτσα και το εξόστ της να βροντοφωνεί σε μελωδία οπλοπολυβόλου…


Ερωτεύτηκε αυτοστιγμεί… κι έβαλε την θκειά της να μάθει περί αυτού.

Τηλεφώνησε τούτη πάραυτα τον αρφότεκνο της τον Πάμπο, που ήταν Μουχτάρης του τόπου, κι έμαθε ότι είναι ο Άρης, τέκνο καλαμαρά αρχοντοχωριάτη περιοχής Θεσσαλίας, κάποιου κύριου Δία, με ολάκερο βουνό δικό του.

Βουρ λοιπόν κόρη και θκειά στο Hotel που διακοπούσαν οι Θεοί, η Άφρω λικνιζόμενη με λειψό μαγιό στην αμμουδιά ταχαμδήθεν να ψάχνει κογχύλια και η Στελλού στην ανεύρεση του Δία.
Τον βρίσκει ρεμαλιάζοντα σε τραπεζάκι στην άκρη της πισίνας και γευόμενο Ζιβανία να αναπολεί παλιές του δόξες στο δείλιασμα του Απόλλωνα στα δυτικά της μεγαλομάρτυρος νήσου…

-          «Το μωρό μας ερωτεύτηκε το μωρό σου..», του τα λέει στα ίσια…

Ξενίστηκε λιγάκι ο Δίας με την ευθεία πρόσκρουση και ορίζει:

-           «Ας περάσει πρώτα η μικρά από τον μεταμεσημβρινό μου πάγκο, για να μην δώσω και χοίρα σε τορβά στον αγαπητό μου υιό, και θα αποφασίσω..»

Έτσι κι έγινε το επόμενο επταήμερο και κατόπιν πολυπληθών γεύσεων έκρινε ο μεγάλος…

-          «Θα την θυγατηρθετήσω κι ας έλθει με το επόμενο flight συν προίκα στον Όλυμπο να διαπραγματευτεί τα των γαμιαίων μετά της συμβίας μου.

Την καλοδέχτηκε η Ήρα στο φτωχικό των Θεών, ήταν όμως και η ΄Αφρω το πρώτο μοντελάκι για τα επικοινωνιακά των, σκέφτηκε μάλλον να κάνει και επίσημο γάμο ανώτερο σε τηλεοπτική αναμετάδοση του πρόσφατου βρετανοβασιλικού, μα αγαπούσε υπέρμετρα τον μπεχλιβάνη Άρη της και φρόνησε να την συζεύξει με τον κακομούτσουνο γιό της Ήφαιστο, για να μην παραμείνει παρθένος και την ματαδέσει ο άθλιος μαστοράκος σε χρυσό θρόνο…

Όπερ κι έγινε, αλλά χωρίς αναμετάδοση μιας και δεν συνεισέφεραν πολλά οι λίγοι χορηγοί.

… τα υπόλοιπα τα ξέρετε…


8 Μαΐ 2011

ΑΛΛΙΩΣ.....



Πρώτος τους είδε ένας νεαρός τσοπάνης που έβοσκε τα ζώα του σε κοντινό λόφο.
Τρομοκρατημένος παράτησε το ποίμνιο του στην εποπτεία των σκύλων, έβαλε τα πόδια του στον ώμο και κατηφόρισε αλαλάζοντας:

-          Έρχονται!!!   Έρχονται!!!

Άκουσαν τις κραυγές του στο πλησίον υποστατικό, μάζεψαν αμελλητί τα πιο πολύτιμα πράγματα τους, ο άνδρας τις χειμερινές του μπότες, η γυναίκα την κεντημένη μαντήλα για την πλάτη, η κόρη την πάνινη κούκλα,  οι γιοι τα ξύλινα σπαθιά τους και έτρεξαν  στον οχυρωμένο πύργο.
Τρόπος του λέγειν δλδ. ¨οχυρωμένο¨, αφού μόνο γέροι, γυναίκες και κουτσούβελα είχαν απομείνει στο καστέλι. Όλοι οι άνδρες είχαν μεταναστέψει ανατολικά, σε δούλεψη της μοναδικής τότε πολυεθνικής  -της καθολικής εκκλησίας- σαν σταυροφόροι . (Σήμερα υπάρχουν μεν περισσότερες πολυεθνικές αλλά έχουν κάνει Τραστ μεταξύ τους, οπότε το ίδιο είναι...  )

-          Έρχονται!!!  Έρχονται!!! , αναφώνησε το βοσκόπουλο –που ήταν και ομορφούλικο σαν τον ταυτώνυμο του πρώην γόη του σινεμά-.
-          Έρχονται τρεις  τρομακτικοί ιππότες….

Παρευθύς έδωσε διαταγή ο μονόφθαλμος αρχηγός της λιγοστής και υπέργηρης φρουράς να μανταλώσουν την βαριά δρύινη πύλη και ανέβηκε στην πολεμίστρα.
Εκεί τον ακολούθησαν κι άλλοι, γέροι και γυναικόπαιδα, για να αγναντέψουν τον ερχομό των ιπποτών μπας και μαντέψουν τις προθέσεις των.
Σε λίγο φάνηκαν ανατολικά στην κορφή του λόφου τρεις πάνοπλοι καβαλάρηδες.
Ασπροντυμένος πάνω σε κατάλευκο ίππο ο πρώτος, μαυροφορών καβάλα σε μελανό άλογο ο δεύτερος και γκριζονενδυμένος ιππεύων ψαρό άτι ο τρίτος.
Με τα σπαθιά να λαμπυρίζουν στις ζώνες τους, τις πεντάμετρες λόγχες τους επ΄ ώμου και τα κράνη τους να αντικατοπτρίζουν τον δύοντα ήλιο στάθηκαν στα μέσα της πλαγιάς ατενίζοντας τον πύργο.


-          Ο ιππότης Panic d΄ Arc απαιτεί ν ανοιχτεί αμέσως η πύλη, ΑΛΛΙΩΣ…  , βροντοφώνησε ο λευκός καβαλάρης και χέστηκαν όλοι στις πολεμίστρες μέχρι τα μπατζάκια τους.

Τρέχει αυτοστιγμεί ο αρχηγός της φρουράς στην αρχόντισσα του πύργου για να συσκεφτούν το τι και πως πράττειν.
Κοιτάζει από το παραθυράκι της κάμαρης της αυτή, ματοζύγισε καρδαμωμένους τους τρεις, ήταν και αρκετά υγρή από την πολύμηνη ανομβρία στα σκέλια της και διατάσσει τον υποτακτικό της να βγει να τους καλωσορίσει, μα να τους καθυστερήσει μέχρι να προετοιμαστεί ψυχολογικά και ηθικά για να υποκύψει στο ριζικό της.
Διατάσσει κι αυτός στην κουζίνα να ετοιμάσουν μια πιατέλα με τυριά, σαλάμια, χοντρές φέτες χοιρομέρι, ψωμί και μια κανάτα μαύρο κρασί, τρώει ένα μπούτι κοτόπουλου και σκουπίζοντας το λίπος από τα χείλη του με το μανίκι βγαίνει από την πορτίτσα ασφαλείας να καλοδεχτεί τους ιππότες.

-          Σας καλωσορίζουμε μετά τιμής εξοχότατοι, εκφωνεί, ορίστε κι ένα μικρό κολατσιό, αλλά περιμένετε λιγάκι εδώ μέχρι να προετοιμάσουμε αντάξια σας υποδοχή στον πύργο.

Ξεϊππεύουν εκείνοι, στρώνονται στο ανοιξιάτικο γρασίδι  και αλέστα άδειασαν πιατέλα και κανάτα.
Ξαναϊππεύουν και αναφωνεί στεντωρυόμενος ο μαυροφορών:

-          Ο ιππότης Gamin de Jolie απαιτεί ν ανοιχτεί αμέσως η πύλη, ΑΛΛΙΩΣ… 

Ξαναβγαίνει ο φρούραρχος με μια σκουτέλα γεμάτη ψητό αρνίσιο μπούτι και παϊδάκια, τους πήγε και τρεις δαμασκηνές πετσέτες για να σκουπιστούν μετά καθώς κι ένα κανάτι με τον καλύτερο λευκό ξηρό οίνο των αμπελιών τους, για να δροσιστούν.

-          Περιμένετε ακόμη λιγουδάκι αφέντες μου μέχρι να καλοψηθεί και το μοσχαράκι…

Ξαναξεϊππεύουν οι ιππότες και στρώνονται στο φαγοπότι. Ξεχαστήκαν μάλλον λίγο, γιατί άρχησαν και να τραγουδάνε.
Κάποτε θυμήθηκαν την αποστολή τους, επαναϊππεύουν και κραυγάζει ο τρίτος ο γκριζοενδυμένος:

-          Ο ιππότης Farouche de Veuves απαιτεί ν ανοιχτεί αμέσως η πύλη, ΑΛΛΙΩΣ… 

Τσιρλιστήκαν από τον φόβο τους οι έγκλειστοι, ξανατρέχει ο καστελάνος στην Αρχόντισσα και την βρίσκει να παιδεύεται με τον κορσέ της.

-          Αμέσως, αμέσως, σε λίγο άξεστε, τον διώχνει εκείνη.

Στέλνει κι εκείνος ένα γέρο φρουρό (πριν τις αρπάξει ο ίδιος πρώτος) με τρεις μεγάλες γαβάθες με τα γλυκαδάκια, αμελέτητα και τα μαγουλάκια του μόσχου του σιτευτού καθώς επίσης μια στάμνα με γλυκόπιοτο κοκκινέλι.

-          Στολίζεται η Αφέντρα για την υποδοχή σας άρχοντες μου, λιγοφωνεί αυτός, και ξέρετε πως είναι οι γυναίκες…  Ακόμη τον κορσέ της σφιχτοδένει.  Ελπίζουμε στην κατανόηση σας.

Ξεκαβαλίκεψαν πάλι οι ιππότες να γευτούν τα μεζεδάκια και τον οίνο αναμένοντας την περάτωση του καλλωπισμού της πυργοδέσποινας.
Ύμνησαν μελωδικά με αγριοφωνάρες τα  κατορθώματα τους  και άδοντας νυχτώθηκαν.
Ανήλθε κι ένα κιτρινιάρικο μισοφέγγαρο και θαυμάζοντας το ηρέμησαν.

Λουσαρίστηκε επιτέλους η οικοδέσποινα και διέταξε τον υποτελή της να οδηγήσει τους κυρίους πότες στα άδυτα του κάστρου και της κάμαρης της.

Εξήλθε τούτος μουλωχτά μα ηύρε τους ευγενείς  εξ οίνου κοιμωμένους..
Σφύριξε τότε κλέφτικα, ήρθαν τρεις γέροντες τάχατις φρουροί, έδεσαν χειροπόδαρα τους πάνοπλους και τους πέταξαν σε μπουντρούμι του πύργου, όπου κωφάλαλος ακαμάτης τους πήγαινε άπαξ εβδομαδιαίως ένα καρβέλι ψωμί και μια υδρία νερό για να μην ψοφήσουν.

Πέρασαν μερικά τέρμινα και επέστρεψαν περήφανοι μα ταλαιπωρημένοι από την ξενιτιά και γεμάτοι με λάφυρα της εξοντωτικής τους εργασίας οι άνδρες του πύργου.
Μια εβδομάδα γλέντια και χαρές…
Κάποτε εξιστόρησαν οι πύργιοι το κατόρθωμα τους και ο Αρχιιππότης θέλησε να δει τους άθλιους.
Μόλις τους είδε, αγκαλιές,  φιλιά και κλάματα…

-          Μα αυτοί είναι οι προάγγελοι μου! ,  βροντοφώναξε.
-          Μας απείλησαν αφέντη, δικαιολογήθηκε ο φρούραρχος. Απαιτούσαν ν ανοίξουμε την πύλη, ΑΛΛΙΩΣ…
-          Αλλιώς θα πηγαίναμε στο επόμενο κάστρο για τα καλά μαντάτα, απολογήθηκε  ο πρώην λευκο- και νυν σκατοντυμένος…

        

29 Απρ 2011


Ο Άγιος Τρύφων (μεγάλη η χάρη του…)


« Ένας απ αυτούς είναι και ο μακάριος Τρύφων, το ευλογημένο άνθος της Εκκλησίας, πού έχει την επωνυμία της άφθαρτης και θεϊκής τρυφής. Γεννήθηκε στην Λάμψακο, ένα χωριό της Φρυγίας κοντά στην Απάμεια, από γονείς ευσεβείς, και ήταν τόσο άξιος του Θεού από την παιδική του ηλικία, ώστε να αξιωθεί των ποικίλων θείων ενεργειών και της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Γι αυτό και με το όνομα μόνο του Τρύφωνος διώκονταν από τους πάσχοντες διάφορες σωματικές ασθένειες και η πονηρή γενεά των δαιμόνων…»

Ο δικός μας ο Τρύφωνας ήταν μεροκαματιάρης οικοδόμος και ο πρώτος σοβατζής…

Το όνομα του το επέλεξε η μακαρίτισσα η γιαγιά του, που εντρυφούσε τις γραφές μυρόμενη την κακή της τύχη, επειδή ο Παπάς Ευσέβιος, που ήταν και ευθαρσής ανήρ, μόνο μια φορά μετά από κάποιον επιτάφιο την ευλόγησε ευλαβώς…
Είχε απειλήσει μάλιστα τον πατέρα του με αποκλήρωση, μας έλεγε, άμα ο πεντάτοκος υιός του δεν βαφτιζόταν στο όνομα αυτό, αν και μερικοί κακόβουλοι λένε, ότι η επιλογή του ονόματος του βασιζόταν στο τρίφωνο στρίγκλισμα του ως μωρού, λόγω ένδειας, πείνας και πενίας.
Ενέδωσε ο πατήρ του, για την κληρονομιά και μόνο, και έτσι έγινε ο ίδιος, μετά την απεβίωση εις Κύριον του πατρός του, κύριος ελαιώνα τριάμισι στρεμμάτων σε απόκρημνη πλαγιά βραχονησίδας του ανατολικού Αιγαίου.

Χρόνια μεροκαματιάρης στην μεγαλούπολη ο Τρύφωνας μας δεν είδε χαΐρι, τον εγκατέλειψε και η συμβία του, επειδή δεν της αγόραζε τσάντες Λουί Βουητών – έστω και απομίμησης-, πήρε κι αυτός το δισάκι του στον ώμο και αποδήμησε στον κλήρο του.
Έφτιαξε ένα τσαρδάκι για τις απλές του ανάγκες στέγασης, μάζευε τις ελιές του τον χειμώνα να έχει το λαδάκι του, ψαροντουφεκούσε και τα καλυτέρα τα έτρωγε μόνος του, αν δεν τα πουλούσε στην κοντινή ψαροταβέρνα για τους τουρίστες το καλοκαίρι, έκανε και κανένα ψευδοσοβάτισμα της προκοπής σε βιλίτσες νεόπλουτων στις κοντινές ακτές και τα περνούσε όμορφα, ήρεμα κι ωραία.
Όσο για το σεξουαλικό, όλο και κάποιο υπερώριμο θήλεο του ξέπεφτε το θέρος…

Η ψαροντουφεκική αλιεία ήταν το αγαπημένο σπορ του Τρύφωνα μας και μέσα στα άδυτα ύδατα της προέλευσης μας περνούσε τις πρωίες και εσπερίες του.
Για ενδιάμεσα είχε βρει κρυμμένο ανάμεσα στα βράχια της ακτής σπήλαιον παλαιόν με λιμνούλα από σταλάζων ύδωρ, ξάπλωνε τις αρίδες του εκεί, ατένιζε φιλοσοφικά ατέρμονα το βαθύ γαλάζιο, καθύβριζε οριστικά τον στερνό του μεροκαματιάρικο κόπο και έριχνε κάτι ροχαλητά της προκοπής, για να τον φθονεί και ο Χάρων του Αχέροντα…


Έτυχε ένα καλοκαίρι έτους τετάρτης δαιμονικής ανομβρίας, που ένεκα επισφαλούς θαλάσσης ούτε καΐκι δεν πλησίαζε στο βραχονήσι, οι πενήντα νοματαίοι κάτοικοι εκτός από το ψωμί-ψωμάκι  είπανε και το νερό-νεράκι και μηδέ για κατούρημα πηγαίνανε από φόβο αφυδάτωσης…
Ο Τρύφωνας μας δεν είχε τέτοιο πρόβλημα, χάρη στη λιμνούλα του,  αλλά ψυχοπονούσε και λιγάκι τους συντοπίτες του στην δίψα τους.
Από την άλλη σκέπτονταν, ότι αν τους εξιστορούσε για την λιμνούλα του, θα  κατάσχεαν το νερό οι οικολογικά άσχετοι νεόπλουτοι για τα γιακούτζι τους.

Επιτηδεύτηκε λοιπόν ν ανοίξει μια μικρή απόκρυφη σήραγγα μέχρι τα ριζά του λοφίσκου της σπηλιάς του και να εναποθέσει στην βάση της έναν λευκό κουβά.
Όπερ και εγέννετω…
Το  βραδάκι μόλις χτυπούσαν για τον εσπερινό οι καμπάνες της μοναδικής εκκλησιάς του νησιού, του Αρσενίου του Ζηλευτή, έριχνε ένα κουβά νερό από την λιμνούλα του σπηλαίου του στην σήραγγα και μετά το πέρας της εσπερινής δοξολογίας είχε ήδη γεμίσει ο άλλος, ο λευκός, στους πρόποδες του λοφίσκου και ξεδιψούσαν εξ αυτού ως εκ θαύματος πιστοί και άπιστοι…

Κατατοπίστηκε αμέσως ο πατήρ Ευσέβιος, (εγγονός του νταλκά της γιαγιάς του –κληρονομικά πάνε κι αυτά- ) και αναφώνησε:

 - ΘΑΥΜΑ!!!

Ξεγάνιασαν οι συννησιώτες του, γαλήνεψε η θάλασσα και μετά από παρεκκλίσεις και δωρεές ευπόρων ευσεβών κτίστηκε εκεί, στις προσβάσιμες παρυφές του λόφου, εκκλησάκι προς τιμήν του Αγίου Τρύφωνος (μεγάλη η χάρη του), που η μνήμη του εορτάζεται και πανηγυρίζεται το πρώτο Σαββατοκύριακο του Αυγούστου (για να μην χάνει και ο Ευσέβιος τον οβολό των τουριστών) …

Ο δικός μας ο Τρύφωνας ψαροντουφεκούσε, ως συνήθως, πριν, ενδιάμεσα και κατόπιν του όρθρου και του εσπερινού…

3 Οκτ 2010

Το αστερούιν τζιαί το δελφινούιν…



Μιάν φοράν, ήταν έναν αστερούιν που έλαμπεν ψηλά στον ουρανόν, που πάνω που την θάλασσαν.. άξιππα, είδεν έναν δελφινούιν να παίζει στα ήρεμα τζιαι καθαρά νερά της..

Εκόντεψεν του, εχαμογέλασεν του, τζιαι άρκεψεν να παίζει μαζίν του.. Έφεγγεν του, τζιαι το δελφινούιν εχοροππήδαν τζιαί ετραούδαν χαρούμενον..

Παίζοντας τζιαί γελώντας, επέρασεν η νύχτα, τζιαί άμαν άρκεψεν να ξημερώνει, το δελφινούιν εβούττησεν στα τζιύμματα τζιαί εχάθηκεν τζιαι το αστερούιν έφυεν..

Την άλλην νύχταν, το αστερούιν επήεν πάλαι τζιαμαί που ήταν το δελφινούιν τζιαι εξαναρκέψαν το παιχνίδιν… ήταν τζιαι τα δκυό πολλά χαρούμενα..

Επεράσαν πολλές νύχτες τζιαι το αστερούιν με το δελφινούιν επαίζαν συνέχεια μαζίν.. εδεθήκαν τζιαι ήταν πολλά ευτυχισμένα…

Μιάν νύχταν, το αστερούιν εσκέφτηκεν: ΄΄ Αχ, το δελφινούιν μου, αγαπώ το πολλά τζιαί έν θέλω να είμαστεν χώρκα ούτε στιγμήν… εν να πάω τζι’ εγιώ μαζίν του στην θάλασσαν για να είμαστεν πάντα μαζίν..

Έτσι, την άλλην νύχταν που επήεν στο δελφινούιν, αφού επαίξαν πολλήν ώραν,  ύστερα επήρεν φόραν για να βουττήσει μέσα στην θάλασσαν μαζίν με το δελφινούιν… όμως, εν τα εκατάφερεν…

Τότε, εσκέφτηκεν: ΄΄ Αύριον, εν να πάρω παραπάνω φόραν τζιαι εν να τα καταφέρω..

Έτσι έκαμεν.. αφού εφκήκεν πιο ψηλά στον ουρανόν, επήρεν φόραν τζιαι επροσπάθησεν πάλαι να βουττήσει στην θάλασσαν μαζί με το δελφινούιν, αλλά πάλαι έν τα εκατάφερεν..

΄΄ Αύριον είπεν, εν να πάρω παραπάνω φόραν τζιαι εν να τα καταφέρω…

Την άλλην νύχταν, εφκήκεν ακόμα πιο ψηλά για να πάρει φόραν…

Το δελφινούιν, εγύρευκεν το αστερούιν του, αλλά έν το εθώρεν… ΄΄ Πού επήεν το αστερούιν μου ; ΄΄ ελάλεν…

Το αστερούιν, εδοκίμασεν πάλαι να βουττήσει στην θάλασσαν, αλλά πάλαι έν τα εκατάφερεν…

Το δελφινούιν που έν εθώρεν το αστερούιν του, εστενοχωρήθηκεν τζιαι εσκέφτηκεν: ΄΄ Γιατί το αστερούιν μου έν έρκεται κοντά μου ;; Έν με αγαπά πιόν;;

Την άλλην νύχταν, το αστερούιν εφκήκεν πολλά πολλά ψηλά για να πάρει πιο μεγάλην φόραν …

Το δελφινούιν ήταν πολλά λυπημένον που το αστερούιν του έν έρκετουν πιόν κοντά του.. ΄΄ το αστερούιν μου έν με θέλει, έν με αγαπά πιόν ΄΄ τζιαι με τα ματούθκια του γεμάτα δάκρυα, εβούττησεν στην θάλασσαν τζιαι εχάθηκεν…

Το αστερούιν, αφού είσιεν φκεί πολλά πολλά ψηλά, επήρεν φόραν, εβούττησεν, τζιαι τελικά εκατάφερεν τα !!

Όμως, το δελφινούιν του, έν ήταν τζιαμαί… εγύρευκεν το, εγύρευκεν το, αλλά έν το έβρισκεν..

Έτσι εδημιουργήθηκεν ο αστερίας… έναν αστερούιν που γυρεύκει να έβρει το δελφινούιν του..

24 Ιουλ 2010

Στις δυο πλευρές του φεγγαριού




Κάποτε στο φεγγάρι, στην πίσω του πλευρά, ζούσε ένα ανθρωπάκι… ένα ανθρωπάκι σκοτεινό.. το ανθρωπάκι του φεγγαριού..


Το ανθρωπάκι αυτό ζούσε μέσα στο σκοτάδι... δεν είχε ποτέ του δει το φως, ούτε ήξερε πώς ήτανε να έχει φως γύρω του..

Τριγυρνούσε μέσα στον άφεγγο χώρο του όλη την ώρα, χωρίς να ξέρει αν ήτανε μέρα ή νύκτα, αφού ήτανε όλα αφώτιστα γύρω του… και περπατούσε…. περπατούσε… ανέβαινε και κατέβαινε βουνά, έμπαινε σε σπηλιές, αλώνιζε πεδιάδες… αλλά δεν ξεχώριζε με τα μάτια τίποτα απ’ όλα αυτά... Είχε μάθει να προσανατολίζεται μ όλες τις άλλες του αισθήσεις, χαιρόταν τον κόσμο του και δεν φοβόταν τίποτε ...

Μια μέρα, καθώς περιπλανιόταν κοντά σε ένα ρυάκι, σκόνταψε, γλίστρησε, και το ρυάκι παρέσυρε το ανθρωπάκι μέχρι την άκρη του φεγγαριού…


Στην άλλη πλευρά του φεγγαριού, υπήρχε φως… το ανθρωπάκι όμως δείλιαζε να κοιτάξει προς τα εκεί, δεν ήξερε το φως και έμεινε κρυμμένο σε μια γωνιά στο σκοτάδι του λοξοκοιτάζοντας που και που στο πλάι…


Από την άλλη μεριά του φεγγαριού, ένα μικρό αστεράκι, που ζούσε μες στο φως και μόνο με τα μάτια κατανοούσε τον περίγυρο του, εκεί που σεργιανούσε για να ζήσει τα όρια του, κάποια στιγμή παράπεσε στις παρυφές της σκοτεινής πλευράς…

Καθώς ψηλαφούσε τρομαγμένο στο σκοτάδι , άθελα του πλησίασε στη γωνιά που ήτανε κρυμμένο το φοβισμένο ανθρωπάκι, το είδε με τη λιγοστή του λάμψη, και του χαμογέλασε γλυκά με ένα απαλό φέγγος… Το ανθρωπάκι στην αρχή τρόμαξε… αλλά σιγά - σιγά άρχισε να συνηθίζει στο αβρό φως του αστεριού… κοίταζε σαστισμένο… άρχισε να ξεχωρίζει γύρω του πράγματα.. είδε το νερό στο ρυάκι.. άρχισε να βλέπει τις κορυφές των βουνών, να αγναντεύει τις πεδιάδες… να βλέπει τα λουλούδια, τα δένδρα, τα χρώματα των…

Από κείνη την στιγμή, το σκοτεινό ανθρωπάκι και το φωτεινό αστεράκι ήταν συνέχεια μαζί… το αστεράκι έλαμπε θαμπά και το ανθρωπάκι δίπλα του έβλεπε όσα δεν είχε δει και ήξερε μονάχα με την ακοή, την γεύση, την όσφρηση και την αφή του, όλα αυτά, που υπήρχαν εκεί τόσο καιρό και ήταν πολύ ευτυχισμένο….

Μερικές φόρες κλείνανε σφιχτά τα μάτια τους, το αστεράκι έπαιρνε από το χέρι το ανθρωπάκι στην φωτεινή πλευρά, για να ζήσει κι αυτό τον κόσμο του. Το ανθρωπάκι ψηλάφιζε, μύριζε, άκουγε και έγλυφε τα αντικείμενα γύρω του και καταλάβαινε πως ήταν τα ίδια ή παρόμοια μ αυτά που ήξερε.
Έδειχνε στο αστεράκι πως να χρησιμοποιεί κι αυτό τις άλλες του τις αισθήσεις για να “δει” τον γνωστό του κόσμο κι αλλιώς.
Το ένα έμαθε να βλέπει κι τ άλλο να ξεβλέπει και περνούσαν πολύ όμορφα μαζί το αστεράκι και το ανθρωπάκι….

Μετά από λίγο καιρό όμως, το αστεράκι δεν ένοιωθε καλά μόνο στη σκοτεινή πλευρά… η λάμψη του είχε αρχίσει να αδυνατίζει, να ξεθαμπίζει… προσπαθούσε απεγνωσμένα να φέξει, αλλά από το πολύ σκοτάδι που υπήρχε γύρω τους, το φως του όλο και εξασθενούσε… αχάμναινε… μέχρι που έγινε πολύ αχνό..

Τότε, είπε στο ανθρωπάκι ότι πρέπει να πάει στην απέναντι πλευρά, να μαζέψει φωτεινή ενέργεια και να επιστρέψει… Το ανθρωπάκι κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να του το αρνηθεί και συνόδεψε το αστεράκι μέχρι τα σύνορα των δυο πλευρών του φεγγαριού, όπου το αστεράκι γλίστρησε στην άλλη μεριά..

Το ανθρωπάκι έμεινε ξανά μοναχό του στο σκοτάδι και ήταν πολύ λυπημένο… του έλειπε το ωχρό φως… του έλειπε το αστεράκι του…

Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι νύκτες - παρ’ όλο που το ανθρωπάκι δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει - αλλά το αστεράκι δεν φαινόταν πουθενά…

Το μικρό σκοτεινό ανθρωπάκι ήταν πολύ δυστυχισμένο.. δεν ήξερε τι να κάνει…

Το αστεράκι, κι’ αυτό είχε πεθυμήσει το ανθρωπάκι του και προσπαθούσε να περάσει στην άλλη μεριά, αλλά δεν τα κατάφερνε, δεν αρκούσε η δύναμη του…Μέχρι που μια μέρα το ανθρωπάκι, αποφάσισε να πάει να βρει το αστεράκι του. Πορεύτηκε μέχρι τα άκρια του φεγγαριού, στάθηκε για λίγο και μετά με ένα σάλτο πέρασε στην άλλη πλευρά… αλλά μόλις βρέθηκε εκεί, ένα δυνατό φως άστραψε στα μάτια του και μετά ένα βαθύ σκοτάδι το τύλιξε…

Το πολύ και δυνατό φως που υπήρχε εκεί, το είχε τυφλώσει…

Θυμήθηκε αμέσως το παιχνίδι τους, έκλεισε σφιχτά, μα πολύ σφιχτά τα μάτια του και κουλουριάστηκε σε μια άκρη της φωτεινής πλευράς περιμένοντας το αγαπημένο του αστεράκι.

Το αστεράκι μόλις χόρτασε φως και καρδάμωσε πέρασε αμέσως στην άφεγγη πλευρά κι έψαχνε το ανθρωπάκι του, μα δεν το έβλεπε πουθενά.

Θυμήθηκε κι αυτό το παιχνιδάκι τους, έκλεισε τα μάτια του και μύρισε και άκουσε αμέσως το ανθρωπάκι, που τερέτιζε έμφοβο. Πήγε αμέσως δίπλα του, του χάιδεψε το χέρι, για να μην σκιάζεται, του έδωσε ένα γλυκό φιλί και με σφιχτοδεμένα χέρια πήγαν και τα δυο στην άλλη μεριά.

Εκεί στα σύνορα των κόσμων τους έζησαν αγαπημένα μέχρι τα βαθιά τους γηρατειά....  


Όταν εξαφανίζεται με μια μικρή ουρίτσα από τον ουρανό ένα αστεράκι, πάει στο σκοτεινό του ανθρωπάκι...
Η ουρίτσα είναι αστερόσκονη της χαράς του....

14 Ιουλ 2010

H Άννα και τα κοχύλια…



Ο ήλιος είχε αρχίσει να παίρνει το δρόµο για το ουράνιο κρεßßάτι του ßάφοντας µ΄ ένα θαμπό µαßί χρώµα τη θάλασσα. Στην άκρη του µώλου ο κυρ Θωµάς ο ψαράς  ετοίµαζε τα δίχτυα για την νυχτερινή του παγανιά, και χειρωνοµούσε ρυθµικά τραγουδώντας: 

"Αννούλα Αννούλα του ήλιου παιδούλα, χρυσά τα µαλλιά σου µ’ αχτίδες τα πλέκειs…" 

Μερικά μέτρα πιο πέρα, πάνω σ ένα από τη θάλασσα μισοβρεγμένο και ταλαιπωρημένο βραχάκι η όμορφη Αννούλα με τα μικρά της χεράκια προσπαθούσε να το ομορφήνει με φρεσκοκομμένα αγριολούλουδα, κι ένα κολλιέ από κοράλλια δεμένα σε μια κλωστή από παλιό δίχτυ με μικρές φουντίτσες στην άκρη. Ακολουθούσε σιγανά το τραγουδάκι κρυφοχαμογελώντας στον Θωμά...

 «Αννούλα, Αννούλα του ήλιου παιδούλα, χρυσά τα μαλλιά σου μ’ αχτίδες τα πλέκεις..»

-«Αννούλα να σε βοηθήσω;» ακούστηκε ξαφνικά πλάι της η φωνή του Χρηστάκη.
Συμμαθητής της Αννούλας ο Χρηστάκης. Πηγαίνουν στην ίδια τάξη. Κανένα παιδί δεν τον παίζει γιατί είναι ατίθασος και σκανταλιάρης. Η Άννα δεν τον συμπαθεί καθόλου γιατί χαλάει τις φωλιές των πουλιών, πατάει τις κάμπιες που σχηματίζουν σειρές κάτω από τα πεύκα, και δένει με τρίχες από μαλλιά κοριτσιών τις χρυσόμυγες βασανίζοντας τες.
Ο Χρηστάκης νοιώθει μια απέραντη τρυφερότητα για την Αννούλα, ο σκληρός του χαρακτήρας όμως τον κάνει πολλές φορές να φέρεται άγαρμπα.
-«Όχι. Να μη με βοηθήσεις» του απάντησε θυμωμένη. «Πήγαινε να τραβήξεις καμιά ουρά από τις γάτες και άσε με ήσυχη»
-«Εγώ θα σε βοηθήσω» επέμεινε ο πεισματάρης Χρηστάκης και τράβηξε απότομα το κολλιέ. Η κλωστή που το έδενε έσπασε, έπεσε στο πλακόστρωτο και τα κοχύλια έγιναν κομματάκια.
Η Αννούλα άρχισε να κλαίει. Ο  Θωμάς που παρακολουθούσε την σκηνή έτρεξε και έδωσε μια ξυλιά στα πισινά του Χρηστάκη.
-«Να παλιόπαιδο για να μάθεις» του είπε και τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του. Το αγόρι έφυγε τρέχοντας, και η Αννούλα γύρισε στο σπίτι απαρηγόρητη.
-«Σώπα καλό μου» της είπε η μαμά της και της χάιδεψε τα μαλλιά. 
-«Θα πάω εγώ και θα σου φέρω χίλια κοχύλια. Θα φτιάξεις το πιο όμορφο κολλιέ του νησιού. Θα βρω τον Χρηστάκη και αλίμονο του που πείραξε το κοριτσάκι μου.»
-«Σώπα, σώπα καλό μου» την παρηγόρησε τρυφερά.
-«Θέλω να μου φέρεις τώρα τα κοχύλια» φώναξε η Αννούλα και δάκρυα έτρεχαν στα ροδαλά μαγουλά της. 
-«Τώρα, τώρα τα θέλω».. Στεναχωρέθηκε η μαμά της, έβγαλε την ποδιά, έσβησε τη φωτιά αφήνοντας μισοτηγανισμένους τους λαχανοκεφτέδες, και πήγε προς την πόρτα.
-«Πάψε να κλαις μικρό μου. Πάω τώρα να σου φέρω τα κοχύλια» είπε κι έφυγε φιλώντας την στο μάγουλο.

Ο ήλιος άρχισε σιγά σιγά να σβύνει. Τα πρώτα φώτα του χωριού άναψαν κι οι καμινάδες άχνισαν σκορπίζοντας τις μυρωδιές του βραδινού φαγητού.
Η Αννούλα φοβόταν το σκοτάδι κι άρχισε να σιγοτραγουδά για να δώσει κουράγιο στον εαυτό της 
«Αννούλα, Αννούλα του ήλιου παιδούλα».
Βγήκε το φεγγάρι, ο ουρανός γέμισε χαμογελαστά αστέρια, η μαμά της Αννούλας όμως δεν φάνηκε. Το κοριτσάκι άρχισε να ανησυχεί. «που είναι η μαμά μου» σκέφτηκε, και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. 
"Γιατί άργησε τόσο να έρθει; Κάτι κακό θα της συνέβη.."
και χωρίς να το σκεφτεί  περισσότερο, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω στο σκοτάδι που τόσο φοβόταν.
Άρχισε να τρέχει προς την παραλία. Πατ πατ πατ  ακούγονταν τα βήματα της στις βρεγμένες πλάκες. Πατ πατ πατ, πατ πατ πατ… Σταματάει ξαφνικά..αλλά.. πατ πατ πατ συνέχισε να ακούει.
Αυτά δεν ήταν τα δικά της βήματα, κάποιος την ακολουθούσε. Έκοψε την ανάσα της προσπαθώντας να αφουγκραστεί. Άκουσε μόνο τον γέρο γρύλο να τραγουδά το μονότονο τραγούδι του, και πιο μακριά τον θλιμμένο γκιώνη.. «γκιον γκιον γκιον γκιον».. Τρία βήματα ακόμα πατ πατ πατ, σταματάει. Πατ πατ πατ ακούστηκε ξανά. Ήταν σίγουρη πια πως κάποιος ερχόταν πίσω της.. Με την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή από τρόμο έκανε να γυρίσει πίσω. Η μαμά της όμως; Που ήταν;  Ίσως να την χρειαζόταν. Όχι, η Αννούλα ήταν γενναίο κορίτσι, θα συνέχιζε κι ότι γινόταν.
Περπάτησε αργά αργά στο δρόμο, και στο πρώτο σοκκάκι έστριψε απότομα δεξιά. Μια μαύρη σκιά την ακολούθησε.

-«Γειά σου Αννούλα» ακούστηκε μια ψιλή παραπονεμένη φωνή. 
-«Μη φοβάσαι ο Χρηστάκης είμαι. Ήρθα στο σπίτι σου να ζητήσω συγνώμη και σε είδα που έβγαινες. Που πας τέτοια ώρα; Μπορώ να σε βοηθήσω;»

Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης κι ο φόβος απομακρύνθηκε από την καρδιά της. Το τελευταίο πρόσωπο που ήθελε να δει τη στιγμή εκείνη ήταν ο Χρηστάκης, αυτός που έφταιξε για ότι είχε συμβεί. Όμως ήταν μόνη και φοβόταν το σκοτάδι, σκέφτηκε πως μπορούσε να του επιτρέψει να πάει μαζί της, να βρούνε τη μαμά της, και θα τον κατσάδιαζε μετά.
Του έγνεψε ναι με το βλέμμα της και σιωπηλή άρχισε να περπατάει. Ο Χρηστάκης την ακολούθησε χωρίς κουβέντα. Έφτασαν μέχρι το μικρό λιμανάκι, πήγαν και στο ξέφωτο όπου η θάλασσα ξέβραζε τα όμορφα κοχύλια, περπάτησαν και στη μεγάλη παραλία, όμως η μαμά της Αννούλας δεν φαινόταν πουθενά. Το όμορφο κοριτσάκι κάθισε πάνω στα υγρά βότσαλα κι άρχισε πάλι να κλαίει.

-«Θέλω τη μαμά μου» είπε θυμωμένη στο Χρηστάκη. 
-«Εσύ φταις για όλα. Να μη σε ξαναδώ μπροστά μου παλιόπαιδο φύγε» του φώναξε και του πέταξε μια πέτρα.
Ο Χρηστάκης αισθάνθηκε πολύ άσχημα. Η Αννούλα είχε δίκιο. Ένα παλιόπαιδο ήταν.
Έφυγε με το κεφάλι κατεβασμένο και κρύφτηκε μέσα στη βάρκα του Θωμά. Δάκρυα πλημμύρισαν για πρώτη φορά τα μάτια του και στρέφοντας το πρόσωπό του στο φεγγάρι παρακάλεσε με όλη του τη δύναμη τα ξωτικά  της θάλασσας να τον βοηθήσουν.
-«Μετάνιωσες για ότι έκανες;» ακούστηκε ξάφνου μια τραγουδιστή φωνούλα, κι ένα  χαριτωμένο προσωπάκι, με γαμψή μυτερή μυτούλα και τρίγωνα αφτιά, εμφανίστηκε μπρός του.
Ο Χρηστάκης ξαφνιάστηκε πολύ αλλά χάρηκε συγχρόνως που ακούστηκε η προσευχή του. 
-«Ναι..» του είπε διστακτικά. «Μετάνιωσα καλό μου ξωτικό» συμπλήρωσε, και καινούργια δάκρυα  έβρεξαν τα μάγουλά του.
«Είμαι ο Ζαρατίας» αποκρίθηκε το ξωτικό κάνοντας μια υπόκλιση. 
-«Δεν είσαι κακό παιδί και δείχνεις να λυπάσαι πραγματικά για ότι έκανες, γι’ αυτό θα σε βοηθήσω να βρεις τη μαμά της Αννούλας» του είπε κλείνοντας πονηρά το ματάκι του.
«Ευχαριστώ καλέ μου Ζαρατία. Ξέρεις που είναι;»
«Τα ξωτικά όλα τα ξέρουν παιδάκι. Κλείσε τα μάτια σου» του είπε κι άπλωσε το μικροσκοπικό του χεράκι. Ο Χρηστάκης υπάκουσε σιωπηλός.

Ένας ανεμοστρόβιλος τους τύλιξε στη ροή του.. Φρρρ, φρρρ, φρρρ γλίστρησαν μέσα σε μια υδάτινη δίνη. Ο Χρηστάκης γαντζωμένος από το χέρι του Ζαρατία απολάμβανε τα χρώματα και τις μυρωδιές του νερού.
Ξαφνικά άρχισαν να κατρακυλούν, να κατρακυλούν, να κατρακυλούν, ώσπου κατέληξαν στην κοιλιά μιας μια τεράστιας γαλάζιας γυάλας. Στον πάτο της γυάλας εκατοντάδες ψάρια παραταγμένα δεξιά και αριστερά μιλούσαν στη γλώσσα των ψαριών και χειρονομούσαν. Πάνω σε ένα τεράστιο ροζ κοχύλι ένας ροφός με χοντρα γυαλιά συντόνιζε τη συζήτηση. Λίγο πιο πέρα ο Χρηστάκης είδε τυλιγμένη σε ένα χταπόδι τη μαμά της μικρής Αννούλας..
-«Τι.. τι γίνεται εδώ;» ρώτησε με τρόμο τον Ζαρατία.
-«Δικαστήριο των ψαριών γίνεται» του απάντησε με απλότητα το ξωτικό.
-«Και ποιόν δικάζουν; Γιατί η μαμά της Αννούλας είναι δεμένη;»

-«Τα ψάρια  μικρέ μου είναι πολύ θυμωμένα με τους ανθρώπους. Αρπάζετε με ανέντιμους τρόπους τα μικρά τους ψαράκια, τους ρίχνετε σκουπίδια στο χώρο που ζουν και μολύνετε τα νερά με τις ακαθαρσίες σας. Το φαγητό τους λιγοστεύει μέρα με τη μέρα γιατί οι μικροοργανισμοί που τα τρέφουν πεθαίνουν από τη μόλυνση. Τις νύχτες φοβούνται να κολυμπήσουν γιατί μπερδεύονται στα δίχτυα σας και καταλήγουν στο τηγάνι ζωντανά. Αποφάσισαν λοιπόν να αμυνθούν. Και απόψε δικάζουν τη μαμά της Αννούλας που την έπιασαν να μαζεύει κοχύλια στην παραλία»
-«Μα δεν έκανε κάτι κακό» διαμαρτυρήθηκε ο Χρηστάκης σοκαρισμένος με όσα άκουσε.
-«Μερικές φορές ο θυμός σε κάνει να μη σκέφτεσαι μικρέ μου. Θυμήσου τι έκανες το απόγευμα. Στεναχώρησες αυτή που αγαπάς μόνο και μόνο γιατί θύμωσες που δεν ήθελε τη βοήθεια σου»

-«Και τι θα της κάνουν;» ρώτησε  με αγωνία.
-«Βλέπεις εκείνο το μεγάλο τηγάνι;» είπε το ξωτικό κι έδειξε με το μικρό του δαχτυλάκι ένα τεράστιο τηγάνι με τσιτσιριστό λάδι.
Ο Χρηστάκης ένοιωσε το στομάχι του να σφίγκεται  και την ανάσα του να κόβεται.
-«Δεν μπορείς να τη σώσεις;» τον ικέτευσε. «Τα ξωτικά μπορούνε να τα κάνουν όλα. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ πολύ»
Ο Ζαρατίας τον κοίταξε στα μάτια. 
-«Φυσικά μπορώ» είπε ξερά, «αν δεχτείς εσύ να πάρεις τη θέση της».
Ο Χρηστάκης ξεροκατάπιε. 
-«Μα εγώ.. εγώ είμαι παιδί» απάντησε με σιγανή φωνή.
-«Εσύ αποφασίζεις» του είπε κοφτά το ξωτικό.
Το αγόρι κοκκίνισε και ένας φόβος τον κυρίεψε . Σκέφτηκε την Αννούλα. Θα ράγιζε η καρδιά της αν μάθαινε ότι η μαμά της έγινε μεζές των ψαριών. Αλλά πάλι αυτό που του ζητούσε το ξωτικό ήταν πολύ μεγάλο. Κοίταξε το τηγάνι που συνέχιζε να τσιτσιρίζει. 
Οχι σκέφτηκε, δεν μπορώ να το κάνω, αποκλείεται.
Η εικόνα όμως της δακρυσμένης Αννούλας ήρθε στη σκέψη του και τον έκανε να ντραπεί. Αν έκανε αυτή τη θυσία το κορίτσι του θα τον θυμόταν με αγάπη και ευγνωμοσύνη για πάντα. Δεν άξιζε άραγε τον κόπο;
-«Θα το κάνω» μίλησε με τη δύναμη της αγάπης κι έκανε ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά.
-«Είσαι γενναίο παιδί Χρηστάκη.  Η Αννούλα θα είναι περήφανη για σένα» του είπε με χαμόγελο το ξωτικό και κατευθύνθηκε προς τον ροφό για τις διαπραγματεύσεις.

Μια μεγάλη πομπή από τσιπούρες, καλαμάρια, σουπιές και κοκκινόψαρα τον πλησίασαν. «Ωραίο φαΐ θα έχουμε απόψε» είπε μια σουπιά κι αμόλησε μπόλικο μελάνι από τη χαρά της. Ένα παχουλό κοκκινόψαρο ανέλαβε να τον οδηγήσει στο τηγάνι. Εκεί περίμενε με τη μεγάλη πηρούνα  ένας κοκκοβιός, Όλα ήταν έτοιμα και το τραπέζι στρωμένο. Ο Χρηστάκης έκλεισε τα μάτια του. Είμαι γενναίος είπε στον εαυτό του κι ακολούθησε το κοκκινόψαρο..  
Ένα μεγάλο χταπόδι τον έπιασε με το πλοκάμι του και τον μετέφερε αργά αργά πάνω από το τσιτσιριστό τηγάνι. Η μυρωδιά του καυτού λαδιού μαζί με το φόβο έκαναν το αγόρι να λιποθυμίσει…

Μια ζεστή αγκαλιά περίμενε τον Χρηστάκη μόλις άνοιξε τα μάτια του. Η γλυκιά Αννούλα του χάιδευε τα μαλλιά.
-«Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ που έσωσες τη μαμά μου. Σ’ ευχαριστώ που είσαι τόσο καλός, τόσο γενναίος. Συγνώμη Χρηστάκη για την πέτρα που σου πέταξα. Θα με συγχωρήσεις;» του είπε και του έδωσε ένα γλυκό φιλί.
Καθισμένο σταυροπόδι πάνω κουπαστή της βάρκας, ένα μικρούλι ξωτικό του έκλεισε το μάτι. 
-«Τα ξωτικά όλα τα μπορούν» του ψιθύρισε και χάθηκε γελώντας μέσα σ’ ένα σύννεφο πορτοκαλί καπνού..
Ο Χρηστάκης έγινε ο καλλίτερος φίλος της Αννούλας. Δεν ξαναχάλασε ποτέ τις φωλιές των πουλιών, ούτε πατούσε τις κάμπιες, ούτε τυραννούσε τις χρυσόμυγες. Είχε μάθει πια πως οι άνθρωποι πρέπει να σέβονται τη φύση και όλα τα όντα που κατοικούν πάνω στη γη, γιατί οι έμβιες κοινωνίες θυμώνουν πολύ όταν τις αδικούν…

(Μια φαντασίωση μου, άψογα εκφρασμένη απο την Γεωργία... Σ ευχαριστώ!!!)