Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ομφαλοσκοπήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ομφαλοσκοπήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Απρ 2013

Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι




ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ



«Με έχουν ονομάσει, κατά καιρούς, ποιητή της θάλασσας, ποιητή των νησιών και του ήλιου. Και ώς ένα σημείο είμαι. Αλλά δεν είμαι μόνο αυτό. Δεν είμαι μόνο αυτό που αντιλαμβάνεται κανείς, όταν ακούει τέτοιους χαρακτηρισμούς και νομίζει ότι έχει να κάνει με εντυπώσεις και περιγραφές, με μια απλή φυσιολατρεία. Τα φυσικά στοιχεία έχουν μια δεύτερη και μια τρίτη σημασία, όπου η γλώσσα και η ιστορική μνήμη εμπλέκονται και δημιουργούν μια άλλη πραγματικότητα, για τις καθημερινές μας στιγμές ασύλληπτη. Αποτελούν, θα έλεγα, στην κλίμακα του πνεύματος, ένα αλφάβητο που με την κατάλληλη χρήση του, εξαιρετικά δύσκολη –πρέπει να το πω και αυτό αμέσως–, ξεκλειδώνει τα μυστικά και αποδίδει το μυστήριο που μας περιβάλλει, το κάνει προσιτό στην ψυχή μας. Και η ψυχή μας είναι μεγάλη υπόθεση. Η ατομική μας ψυχή και η ομαδική. Γιατί υπάρχει και η ομαδική ψυχή, που αντιπροσωπεύει κάθε λαό στο σύνολό του και στην ιδιοτυπία του. Απ' αυτή την άποψη ήθελα να πω λίγα πράγματα, και αν μίλησα στην αρχή για τον εαυτό μου –πράγμα που δεν το συνηθίζω– το έκανα για να φτάσω ακριβώς εκεί.

Μου δόθηκε η ευκαιρία στους πέντε μήνες που πέρασα στην Κύπρο το καλοκαίρι του '70, να την τριγυρίσω όλη, να δω τα αρχαία της, τα Βυζαντινά της, τα σημερινά της, σε αδιάσπαστη συνέχεια, σε αδιάσπαστη ενότητα ανάμεσα τους και ανάμεσά στο τοπίο. Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Με εντυπωσίασε και μου έδωσε μια βαθιάν ικανοποίηση, θα έλεγα μιαν επαλήθευση της ταυτότητάς μου σαν μέλους μιας κοινότητας που σαν Γένος επέτυχε πάντοτε.

Ο Ελληνισμός είναι μια κοινότητα που με ποικίλες μορφές και κάτω από ποικίλες περιστάσεις αντίξοες, δραματικές, εξοντωτικές κάποτε, κατάφερε παρ' όλα αυτά να επιβιώσει. Δεν ξέρω αν έχουμε άλλο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία. Και το μόνο του όπλο, αλλά ένα όπλο μοναδικό και παντοδύναμο, εστάθηκε η γλώσσα του. Η «ελληνική λαλιά», όπως έλεγε ο Καβάφης, «ως την Βακτριανή την πήγαμε – ως τους Ινδούς».

Να γιατί είμαι υπερήφανος ασκώντας μια τέχνη που χρησιμοποιεί ακριβώς αυτό το όργανο. Και να γιατί μου έδωσε τόση ικανοποίηση η συμβίωσή μου με την πραγματικότητα της Κύπρου. Γιατί βρήκα τα «ανάλογα» της γλώσσας αυτής, έξω από κάθε ιστορική ή πολιτική σκοπιμότητα, σ' αυτή τη «μνήμη» που την κουβαλάτε και την εξωτερικεύετε όλοι σας και που είναι μαρτυρία ενός ανεπανάληπτου πολιτισμού.

Αυτό που θαυμάζουμε στην ελληνική τέχνη της ακμής, δεν είναι αυτό που πίστεψαν οι Δυτικοί ότι συνεχίστηκε με την Αναγέννηση. Ούτε αυτό που πραγματοποιήσανε αργότερα με τα νεοκλασσικά κτίρια που κοσμούν τις πρωτεύουσές τους. Είναι μια ειδική αίσθηση για τα πράγματα και τις αναμεταξύ τους σχέσεις, που οδηγεί στην ευγένεια, είτε καταπιάνεσαι με μεγάλα είτε με ταπεινά έργα. Για την αντίληψή μου –θα μπορούσα να πω για την αντίληψη ολόκληρης της γενεάς μου– η συνέχεια του πνεύματος εκείνου πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά και μόνον από τον λαϊκό πολιτισμό. Μια εσωτερική αυλή σπιτιού με τους ασβεστωμένους τοίχους, τα λουλούδια στους τενεκέδες, τα πέτρινα σκαλάκια, ή ένας περίβολος μοναστηριού με τα κυπαρίσσια, τη στέρνα, τις στοές και τα κελλιά, βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην αντίληψη που έφτιαχνε τους Απόλλωνες και τις νίκες, τους Οσίους και τις Θεομήτορες, απ' όλες τις μεγαλόπρεπες κολόνες και μετόπες των Ευρωπαϊκών Ανακτόρων. Και αυτό συνέβη επειδή, αξεδιάλυτα συνυφασμένα, το τοπίο και η γλώσσα, επιβιώσανε μέσα στο ομαδικό υποσυνείδητο, διατηρηθήκανε μέσα στους ύμνους της Ορθοδοξίας και στα Δημοτικά Τραγούδια –το παρατηρούμε αυτό εντελώς ιδιαίτερα στην Κύπρο– και έφτασαν ώς τις μέρες μας, είτε οι καιροί ήτανε καλοί είτε χαλεποί. Τολμώ, μάλιστα, να πω ότι λειτουργήσανε πιο οργανικά και πιο έντονα στη δεύτερη περίπτωση – κάτι που γεννά την απορία των ξένων και παραμένει για την αντίληψή τους ακατανόητο. Πολύ συχνά μου έτυχε να με ρωτήσουνε στις συνεντεύξεις: Για ποιό λόγο η ποίηση η ελληνική γυρίζει στην μοίρα του φορέα της; Καμιά σχεδόν ποίηση ξένης χώρας δεν ασχολείται με την Ιστορία και την μοίρα του λαού της. Τους απάντησα: Επειδή ο Ελληνισμός έζησε πάντοτε κοντά στον κίνδυνο. Επειδή ό,τι κινδυνεύει, ζητάς να το διασώσεις. Επειδή νιώθουμε μόνοι. Επειδή σαν πολιτιστική μονάδα δεν έχουμε συγγενείς. Και επειδή –προσθέτω εγώ τώρα μεταξύ μας– στο βάθος μας φοβόντουσαν πάντοτε, όσο αδύναμοι και αν είμασταν. Και μας πολεμούσανε, «Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι!», για να ξαναθυμηθώ τον Σολωμό. Ή μήπως αυτό δεν συμβαίνει σήμερα με την Κύπρο;

Μου επεφύλαξε η τύχη την τιμή να γνωρίσω τον Εθνάρχη Μακάριο σε μιαν από τις κορυφαίες στιγμές της δράσης του. Και την θλιβερή τιμή να παραστώ εχθές στην επιμνημόσυνη δέηση για ανάπαυση της ψυχής του. Το αγωνιστικό του σθένος, την ψυχική του αντοχή, το κάλλος του, τα αντλούσε από την μεγάλη δεξαμενή που αποτελείτε όλοι σας – ολόκληρος ο κυπριακός λαός. Για αυτό τη συνέχεια την βλέπουμε σήμερα και θα την βλέπουμε πάντοτε –αρκεί να υπάρχει ενότητα– ολοένα πιο δυνατή, πιο αποφασιστική επάνω στα δικά του βήματα.
Αλλά αυτό είναι το θαύμα. Να δυναμώνεις και να αντρειεύεσαι τότε ακριβώς που κινδυνεύεις να χάσεις αυτά που αγαπάς, όμως να ξέρεις πως είναι δικά σου, κατάδικά σου. Και να τους δίνεις την χροιά του ακατάλυτου και του αιώνιου...»

25 Μαρ 2013

ΣΑΣΤΑ ΤΖΙΑΙ ΕΓΥΡΑΣΙΝ



Του ΑΛΚΙΝΟΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:

Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλύνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων κι ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.

Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;

Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.

Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!

Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας, που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;

Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι Ελληνική, όμως, πόσο λίγο Κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο Ελληνική είναι η Ελλάδα!

Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;

Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δε ζει καλά, κανείς δε ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».

Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.

Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Κι όσοι πιστεύουν πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε, να μην ξεχνούν πως, όποιο κομμάτι μας έμεινε απροστάτευτο, ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.

1 Μαρ 2011

Πάθος, ου λόγος


 «Στο θολωμένο μου μυαλό, ο κόσμος είναι μια σταλιά, κάτι σκιές απ΄ τα παλιά και κάποιο πάθος μου τρελό... Το θολωμένο μου μυαλό, μ΄ έχει προδώσει προ πολλού, του λέω αλλού και τρέχει αλλού, με κάνει και παραμιλώ»...


Στην ουσία, είναι πάντα πάθος, και όχι λόγος που μας ωθεί να αναζητούμε άγνωστες θάλασσες και να προσεγγίζουμε τα αστέρια. Αυτό ισχύει και στην μικρή μας καθημερινότητα.

Αρκετά συχνά έχω κάνει κατά τη διάρκεια της ζωής μου πράξεις, που δεν είχα αποφασίσει, και δεν έκανα αυτές που είχα αποφασίσει.
Πήγαινα σε γυναίκα που δεν ήθελα να ξαναδώ, αυθαδίαζα στον προϊστάμενο μου με κινδυνο απόλυσης μου, κάπνιζα περισσότερο, αν και είχα αποφασίσει να το κόψω και έκοψα το τσιγάρο, όταν αποφάσισα, ότι είμαι και θα παραμείνω καπνιστής.
Δεν εννοώ ότι η σκέψη δεν έχει καμία επιρροή στις αποφάσεις και δράσεις μου.
 Αλλά η δράση
δεν πραγματοποιείται εύκολα. Κάτι άλλο μεσολαβεί... Ίσως πάθος;;;; Πόθος;;;

Γλώσσα γενικά θεωρείται: η ικανότητα χρήσης, λέξεων, σημείων ή χειρονομιών και η σύνδεση τους σε προτάσεις, ώστε να επικοινωνούμε έννοιες ή ιδέες μας, με άλλους ανθρώπους. Αυτό συμπεριλαμβάνει την ικανότητα να κατανοείς τις λέξεις που κοινοποιούν οι άλλοι δλδ.
 να τις συλλάβεις και να τις μετατρέψεις σε δικές σου έννοιες
Η γλώσσα ενώνει και ως εκ τούτου αφαιρεί εικόνες και δημιουργεί σχέσεις, ανεξάρτητα από τη στιγμή, δηλαδή, πλάθει το παρελθόν, παρόν και μέλλον.
 Εμπλουτίζει την αντίληψή μας μυριάδων τρόπων με τους οποίους οι εμπειρίες μας με τον κόσμο οργανώνονται και εν τέλει η ίδια σχηματίζει τον δικό της κόσμο. 

Πολλοί από μας άκουσαν παραμύθια στην παιδική τους ηλικία. Τι παρέμεινε όμως από αυτά;;; Ίσως μερικά αρχέτυπα σαν του “καλού-κακού” και μερικές λέξεις-κλειδιά που ερεθίζουν ακόμη την νόηση μας.
Για μένα τέτοιες είναι ο “Αρκουδογιάννης” και το “χρυσόμαλλο δέρας”. Τότε φυσικά δεν ήξερα τι σημαίνει η λέξη “δέρας” και φανταζόμουν ένα ξανθό τέρας πάνω σ ένα πελώριο δένδρο να προστατεύει τον θησαυρό στις ρίζες του.
Μέτα έμαθα πως ήταν προβιές απλωμένες σε ρυάκια για να μαζεύουν οι Καυκάσιοι χρυσόσκονη, πλιάτσικο του Ιάσονα και των συντρόφων του.

Κανείς δεν κατανοεί ένα κείμενο ή ένα πινάκα ζωγραφικής ακριβώς το ίδιο, όπως κάποιος άλλος.
Ο καθένας έχει τις δικές του “λέξεις-κλειδιά” και τα δικά του αρχέτυπα της προσωπικής του νόησης...

Κύριο χαρακτηριστικό της γραπτής έκφρασης είναι στίξη και η σύνταξη.
Τι συμβαίνει όμως στον ανθρώπινο νου, όταν από ένα κείμενο αφαιρέσεις στίξη και σύνταξη και παραμείνουν μονάχα ανάκατες λέξεις;;;
 
Αρχέτυπα και “λέξεις-κλειδιά” λειτουργούν το ίδιο....

“Μια εικόνα, χίλιες λέξεις” λένε... Χίλιες εικόνες σε μια λέξη, θα συμπλήρωνα...

 Σε μεταγενέστερα έργα του ο Χουάν Μιρό, όπως στη σειρά brûlées Toiles (καμμένοι καμβάδες) εγκαλούσε σε μια σταδιακή καταστροφή, μια διαμαρτυρία ενάντια στην εμπορευματοποίηση της τέχνης, μια έκφραση
της κλήσης του για την “δολοφονία της ζωγραφικής".

Ποιος ποια της Σεβιλλιας ποιο τελευταιο αλλο παλικαρι που διπλα στο ΠΑΘΟΣ εκφραζει σε καθημερινους λαβυρινθους μπορουν ν αναγκαστουν να στο οτι υπαρχει πορνη τζαμενιων σε τοποθεσια του ΠΑΘΟΥΣ να νιωσεις το μενει οπως στους Μεσαιωνες παλευει σε ξυραφι κορμιου πραγματι υψωνεται δυναμη σαν ταυρομαχου που δεν ξεχναει γεματος της ειρωνειας του αγαθος ουτε ενα αδεξιο οπως πιο ΠΑΘΟΣ εξαιρεσεις αιματος πλουσιο κι ο δε αγαθος φανερο οι γυναικες τα του δεν πως Στο για Μα τους τετοιο η του πολιτισμου αιμα Ο κανεις μεσα που οι σκοτεινονυμφες πνοες καιγονται εκφρασης μα να "Αληθινα παρα τις αρχικες πνοες” Να μαζι οποιον τα για στο που και μορφη αληθινη για λειτουργια να και μα Τα καλλιτεχνικα ο Θανατος πληγη κανουν να τραγουδαει ενα ασμα ζωντανων σαν παιζει τον μυστη κι ακομα βαζουν του Σταυρου σκαλωσιες αυτο η ολη η αψιδα ρυθμος χωρων μπαινοβγενει βασικα δημιουργωντας μια που αωρα να εργαστει ιδιοτελα Μα ολοκληρο δεν τους οποιος που Ο να τους αιμα ναναι μπρος ειναι χωρες τραγουδι πανω σ ενα ηφαιστειο δεν ειναι μικρη ταυρομαχιας ειναι κατραμια για γινει αυτος ολος ενας Για εναγκαλισμό ΠΑΘΟΥΣ τα καιει διδαχθηκε να γυρευει θαλασσα του λυρικες μορφες χαρακτηρα φυτα σε καλει να της με η Που Το καυτερο γυαλι γεματα δεν της εινα πισω σε ολες να πως να Το πισω Κρυμμενο οπου Οι παλες απλωμενου θανατου σα ψαριου Αγιας η γερου βγαζουν κεφαλαλγιες ΠΑΘΟΣ και που τον ξετρυπωνει οπως απλως σ επαρκεια υπνου Στο απογονοι γελιομαστε πως στο σαν την τις τους η εσυ στο αυτο ανοιγοκλεινει δικο σου ρωτημα: μορφων τα της εκφρασης μα δεσμος ξεχωρος επειδη μαζι με Το τα καναλια ριξω σε πληξη ταυρου ζωη κι οταν πει: οχι αμετακλητο ο μεχρι στεφανου αγωνας φθηνοτεροι οι αγαπημενοι σου δαφνινο βρισκεται εχανε οταν του Οι μαλλον μουσα της ολοι και σαν μαλλια του Μιχαηλ σκαλες η οπως μαχαιρια που ενωνουν χασαπηδες Στην σεντρα υπαρχει ιδιο μεν ΠΑΘΟΣ και στημενο ετσι πιο Σταυρου ΠΑΘΟΣ αυρες απο πισω μπουχτισμενος αγιων βαθια αυτο καθημερινη απραγια χωρις μουσες ουτε κουπα στο "Υιε! Υιε!Υιε!” βαθιογαλαζα χωρα του εκεινου ΠΑΘΟΥΣ ρημαγμενη κανεις

-Αν το πρασινοαμυγδαλο ΠΑΘΟΣ φροντιζει ενας μεγαλος απο το το κοσμικο γιγνεσθαι εμφανιζεται να μεσα των Μονο δυο Ο και Η που ειναι οι χωροφυλακες του ΠΑΘΟΥΣ ματια αναγνωριζουν δαιμονια σε ξυπναει ωραιοτερο παλατιου παλι με του μαχεται γλυπτα τον Χρονο Χρεος η πνοη φερει το ολο βαπτισμα Μα πιοτερο αυτο Πριν τα σκοτωσει μιας δαφνης αλογομυγα της ανασας “κορασιδων με τσατσαρες" καταματα ατενιζει στα πισω δειχνει αναιδεια που ωρα τωρα στην κοψη της σκεψης διακονιζει Δε που του καθε ακουην σας ασκει η αλλη το κανεις να Ο το κεφαλεο καταφερε το και μπρος μια μοιρολογητρα μουσα υστερα αυτο ΠΑΘΟΣ και πνοη θεολογικη αποτραβιουνται ευθυμου εργο στο διδειν απλωνεται ανεβαινει το ΠΑΘΟΣ μιμειται γεμιζει ερμηνευτη η ειναι και προσπαθει στη φλογα λιγες καρδιες να σκυψουν απο ΠΑΘΟΣ μορφες καποτε μακρια στο χωμα εξυπναδα δακρυα τεταρτο ΠΑΘΟΣ μια πνοη που παραλογη απ την ενδωθεν απατη οπου βηματα σιντριβανι επιταφιο εχουν γεμισει καθως μονη της σημασια ειναι να πει το χωρις απο ποτε οπως τον μουσαμα της αναγκης δουλευεις γλυπτικα μαυρο ΠΑΘΟΣ ξεσηκωνουν Ειναι κι οπως Εναντια γη - του δεν- κι υψωνοντας της ρωμαϊκης μου σκλαβιας Το ΠΑΘΟΣ οταν Νιωθω ειδαμε Ειμαι του ξερεις να βρουμε κι στο θαμνο αγνη ρουγα καλλιτεχνικη και που κραυγη Σαλαμανκα να ο απο αγελαδισια κοπρια ανεμος Ιωαννη του Σταυρου Θωμα Ασσιζη βρισκεται να πηδησει τα ουτε "Τα αλλα προς Δυσφανια” που κοιταζε


Ειναι τα το του μαχεσαι ζωγραφισαν αποβροχαρικη σκεψη αλλο γεμισε μαλλια κρυμμενο ξαναπλαθε κυτταρα του Ο το Η ητο μια αληθεια και αναγκαστηκε με κοπο ολες τις παγωμενες να ταραξει πληγες κυβερνιεται ξαφνικα απο σκεψεις η ανεμιζει φιακολια να κατασπαραξουν πεθαμενους μονορουφι μια εξηγηση στις ναρκες και βγαινει πεθαινει καθως καρδιες των νερων σκεψη μονη ακουγαν Μουσα της οργης μαρμαριενιο λιθαρι εριψε σε θαμπερο βιτρο θρυψαλα πλουμισαν περιοπτες οχθες ματωμενων προσμονων ποταμου


22 Ιαν 2011

Λουστρίνια… και κρεπ σόλες…




Έχει βάλει τα παλιά του παπούτσια με τις κρεπ σόλες.
Είναι τα πρώτα του της εφηβείας και βγήκε στο σκοτάδι των αναλογισμών του των φωτισμένων μονάχα από τις αναλαμπές των φαναριών των ξύλινων στύλων της ΔΕΗ, που αναβοσβήνανε όποτε θέλανε.
Προσπαθούσε να αναπολήσει ίσως και από το υπόκρουσμα του βήματος του κάποιες ξεχασμένες, παραμελημένες, υποχθόνιες… μα  ματαίως.
Δοκίμαζε νυχτιάτικα να συνηθίσει τον θόρυβο του ξεκολλήματος της κρεπ σόλας από την θερμή ακόμη άσφαλτο. Τσιάφ… τσιάφ.. τσιάφ..  στην αρχή υποσυνείδητα και μετά συνειδητά ξεχώρισε στο λυκοθάλαμο της βραδιάς ένα θόρυβο γνωστό, μα ξεχασμένο από την συμβατικότητα της ύπαρξης του και απ’ την συνήθεια της καθημερινότητας του.
Δεν κατάλαβε αμέσως τι ήταν αλλά κάτι παλιές θύμησες του, κάποια του ξεχασμένα όνειρα, του έδιναν την ακοή και άρχισε στην αρχή αμυδρά και κατόπιν πιο έντονα να ακούει το βάδισμα, γνωστό από παλιά, ψηλοτάκουνων μαύρων λουστρινιών…
Θυμήθηκε τα πρώτα δικά του. Που τα φόρεσε έφηβος με μπλε κοστούμι, θαλασσί πουκάμισο και κίτρινη γραβάτα. Στην αριστερή τσέπη του σακακιού του είχε ένα παλιό μαντήλι και κάθε τόσο έσκυβε και τα ξεσκόνιζε από τον κονιορτό του επαρχιακού δρόμου.
Κι’ εκείνη, ο πρώτος του έρωτας, μια μελαχρινή κοντούλα, είχε φορέσει κι’ αυτή λουστρίνια ψηλοτάκουνα, ίσως και για να είναι εφάμιλλη του, λικνίζοντας τους γοφούς της.
Τον είχε ξεχάσει μετά από τόσα χρόνια τον κοινό αυτό θόρυβο των πεταλωμένων λουστρινιών του με τον ήχο της ψηλοτάκουνης   ομορφιάς της. Αλλά αυτό το συναίσθημα ήτανε ξεκάθαρο στο πνεύμα του. Αυτό το συναίσθημα της αμοιβαίας προσμονής, αναποφασιστικότητας, αυτού του πρώτου βηματισμού που δεν συμπορεύτηκε.
Και τώρα σ’ αυτή την νύχτα που πορευότανε μοναχικός και ούτε που άκουγε τα δικά του βήματα, άκουσε κοντά του αυτό τον γνωστό ήχο της προπόρευσης μιας αγαπημένης ύπαρξης. Ένα τακ.. τακ.. τακ.. σαν τον χρόνο που προπορεύεται της ύπαρξης μας και μας τον κάνει αόρατο αλλά ποθητό… Πολλές φορές τον είχε ζήσει τον ήχο αυτό.
 Ήτανε κάτι σταθερό στο αυτί του, κάτι σαν τις τρίχες που ευδοκιμούσαν εκεί και μάταια πάσχιζε να τις ξεριζώσει. Ήταν αυτός ο πρωτόηχος του παιδικού του έρωτα που ερέθιζε τις αισθήσεις του. Εκείνο το βλέμμα, εκείνη η πρώτη φωνή, εκείνο το πρώτο άλαλο ψιθύρισμα του «σε θέλω», εκείνο το κρυφό ακούμπημα τους σ’ ένα βραδινό χορό, το αμοιβαίο σφίξιμο των χεριών τους σε θερινό σινεμά, τότε που είχε αρωματισθεί με το  πρώτο του after shave και είχε λερώσει το βράδυ το σεντόνι του με υγρά του πόθου του.
Ο ήχος των τακουνιών της ήταν ακόμη κοντά του. Κι’ όσο προσπαθούσε να τον πλησιάσει τόσο περισσότερο οι κρεπ σόλες του κολλούσαν στην νυχτερινή άσφαλτο. Θα προτιμούσε να βάδιζε όπως παλιά σε χωματόδρομο ή σε καλντερίμι, όπου μεν πρέπει να λουστράρεις καθημερινά τα παπούτσια σου αλλά το βήμα σου σε δερμάτινη σόλα και με τα υποχρεωτικά πεταλάκια, προδίδουν αλλά και επιδεικνύουν  την ύπαρξη σου πίσω από εκείνο το πρόδηλο βήμα που θέλεις να ακολουθείς μέχρι να φτάσεις στην είσοδο ή την έξοδο σου.
Κόλλησε εκεί στην άσφαλτο της παρόδου του. Ο ήχος που προσπαθούσε να αφουγκραστεί χάθηκε κάπου μακριά κι’ αυτός εκεί σχεδόν αγαλματωμένος είδε στο αμυδρό φως της Σελήνης  κάτω από ένα θάμνο μια στείρα δεκάποντη λουστρινιένα γόβα…

19 Σεπ 2010

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ



Ευτυχώς τέλειωσε η εκκλησία χωρίς να καταλάβω πως πέρασαν δυο ώρες.
Στεκόμουν πάντα κάτω από το αριστερό ψαλτήρι και έβλεπα απέναντι μου μια τοιχογραφία κάποιου Προφήτη με μακρύ ράβδο περιστοιχισμένο από αγγέλους. Ένα ξανθό αγγελουδάκι στη δεξιά κάτω γωνία έμοιαζε με τη Λίλια, την ανιψιά της γειτόνισσας μας, που κάθε Πάσχα και καλοκαίρι την επισκεπτόταν. Μ άρεσε πολύ να παίζω με την Λίλια. Όταν παίζαμε κρυφτό την έπαιρνα μαζί μου και της έδειχνα τις καλύτερες κρυψώνες της γειτονιάς.



Στο δρόμο για το σπίτι βιαζόμουν, αλλά η μάνα μου μιλούσε με την κουμπάρα της και προχωρούσε με την ησυχία της. Ήθελα επιτέλους να βγάλω αυτό το κυριακάτικο μπεζ ανοιχτό κοστουμάκι, που το είχε ράψει η κουμπάρα από μια παλιά καλοκαιρινή στολή Εγγλέζου αξιωματικού, ο οποίος έμενε στο σπίτι της και το ξέχασε σε βιαστική του αναχώρηση.
Ήθελα να βάλω το κοντό μου καθημερινό λινό παντελονάκι με το κίτρινο κοντομάνικο πουκάμισο και να πάω να παίξω μπίλιες με τους φίλους μου στο σταυροδρόμι της γειτονιάς μέχρι την ώρα του μεσημεριανού φαγητού. Πρώτα όμως θα πήγαινα στο περίπτερο για να αγοράσω με το βδομαδιάτικο χαρτζιλίκι ακόμη δυο γυάλινες μπίλιες. Μια κατακόκκινη για τις Κυριακές και μια κίτρινη για τις καθημερινές.

Φτάνοντας στο σταυροδρόμι μας, στην ουσία δεν ήταν σταυροδρόμι αλλά σμίξη πέντε διαφορετικών χωμάτινων δρόμων, παραξενεύτηκα, που είδα μαζεμένο σιωπηλό πλήθος. Ήταν η δεύτερη Κυριακή μετά το Πάσχα και κανονικά οι νοικοκυράδες έπρεπε να βιάζονται να ετοιμάσουν στο σπίτι το κυριακάτικο φαγητό και οι άντρες, εφόσον το επέτρεπαν φυσικά τα οικονομικά τους, να πάνε στο καφενείο για τσιπουράκι.
Κι όμως στο σταυροδρόμι μαζευόταν όλο και περισσότερο κόσμος, αφήνοντας στη μέση της σύγκλισης των δρόμων, που οδηγούσαν από τους στρατώνες στη μεραρχία, ένα πλατύ διάδρομο.


Μέσα σ αυτή τη μουγκαμάρα άρχισαν να ακούγονται στην αρχή αμυδρά και μετά καθαρότερα βηματισμός από στρατιωτικές αρβύλες και βροντερές διαταγές αξιωματικών.
Απ τον συνοικισμό φάνηκε μια διμοιρία μαυροσκούφηδων με τις καλές τους θερινές στολές, φρεσκογυαλισμένα άρβυλα και με τα ντουφέκια τους στον ώμο. Καθώς πλησιάζαν στο σταυροδρόμι είδα, ότι ήταν δυο διμοιρίες και στη μέση τους είχαν δυο μάλλον τριαντάρηδες φτωχοντυμένους πολίτες με κουρασμένα αλλά περήφανα πρόσωπα και πισθάγκωνα δεμένα χέρια.

¨Σας σταυρώνουν και εσάς παλικάρια μου!¨ φώναξε και άρχισε να σιγοκλαίει μια γριά γειτόνισσα και δεν ήταν η μόνη, που είχε δάκρυα στα μάτια και ένα πνιγμένο κλάμα στο λαιμό.

Τότε ήταν, που ο ανθυπολοχαγός ρίχνοντας ένα θανατηφόρο βλέμμα στο πλήθος διέταξε με στριγκιά φωνή:
¨Διμοιρίες τραγουδήστε! - Περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός….¨ κι αμέσως τον ακολούθησαν με βραχνές φωνές οι φαντάροι βηματίζοντας πιο βροντερά με τις αρβύλες τους στο έδαφος.

Μετά την απομάκρυνση των στρατιωτών δεν διαλύθηκε ο κόσμος, αλλά περίμενε σε μικρές παρέες στο σταυροδρόμι σιγομιλώντας η απλά σιωπώντας. Μετά από κάπου ένα τέταρτο της ώρας, όσο περίπου διαρκεί και η διαδρομή από τη γειτονιά μας μέχρι το νταμάρι της μεραρχίας, ακούστηκαν δυο μπαταριές ντουφεκιών και αμέσως μετά δυο μοναχικοί πυροβολισμοί πιστολιού.

Στο πέτρινο πρόχειρο παγκάκι κάτω από τις ακακίες, που μόλις είχαν αρχίσει να μπουμπουκιάζουν τα τσαμπιά τους, η κυρά Στέλλα του Βαρελά άρχισε χασιώτικο μοιρολόι:


¨Μάνα κι γιός εκάθουνταν σ'ένα προυσκιφαλάκι
Μάνα κρατούσι του κιρί κ'ι γιός-της ξιψυχούσι.
-Σβήσι, μάνα- μου ,τα κιριά κι κράξ'τι τους παπάδις
-Τη νύφη απού πήραμι σια πού θα την αφήσεις ;
-Δεν κλαίς μάνα-μ', τα νιάτα-μου, δεν κλαις τη λιβιντιά-μου,
μον'κλαίς μάνα-μ' τη νύφη σου κι αυτή τη μαναχιά-σου ;
Η νύφη-σου θα παντριφτεί κι άλλουν άντρα θα πάρει,
Μα ιγώ μάνα-μ', δε φαίνουμι σι άλλου κόσμου θα πάνου.¨



14 Ιουλ 2010

Σύμπτυξη;;;


Μάλλον θα πρέπει να αυτοπροσδιοριστώ ξανά! Να ξαναδώ βαθιά μέσα μου, σ αυτά που σπάνια κοιτάω, σ αυτά που οι ανάγκες της καθημερινότητας, οι συμβιβαστικές λύσεις της επιβίωσης και επιφανειακής επικοινωνίας σκουπίζουν και τα σωριάζουν κάτω απ το περσικό χαλί, σ αυτές τις σκόνες που είναι το κύριο μέρος του Εγώ μου.

Και είναι στιγμές… μάλλον μετά απ ένα συνειδητό μεθύσι ή μετά από μια ερωτική απόρριψη, καλή ώρα σήμερα, που έχω διαλείψεις «πνευματικές»;;; διαλογίζομαι και ρωτάω ειλικρινά τον εαυτό μου:

Γιατί βρε ηλίθιε αισθάνεσαι εσύ υπεύθυνος για την κατάντια του κόσμου;;; Γιατί πρέπει να είσαι εσύ αυτός που θα κάνει πρώτα τον εαυτό σου και μετά τους άλλους καλύτερους;;; Και καλύτερους από τι;;;; Ποιες είναι οι ηθικές σου αρχές που υπερέχουν άλλων;;; Και τι είναι υπεροχή;;; Τι είναι ιδεατό;;; Τι είναι πρακτικό;;;  τι είναι εφικτό;;;  Και τι στα διάλα να προσεγγίσω;;;

Δεν ξέρω… δεν ξέρω… δεν ξέρω… Λέξεις πολλές, έννοιες πολλές… Θέλω πολλά, έλξεις πάμπολλες… το Εγώ μηδενίζεται την μια… την άλλη επιβιώνει….εξελίσσεται… μεγεθύνει, τερατώνει, ξαναμηδενίζεται. αυτοκαταστρέφεται! Αυτός ο γκρεμός είναι δικός μου και μόνο…. Και δεν έμαθα τι βήμα να κάνω…. Μπροστά η πίσω;;;  Και τα φτερά μου;;;;  Κάπου μάλλον στην διαδρομή τα παράτησα ή ίσως και να τα δώρισα…

Γιατί να ψάχνω;;;; Γιατί να ψάχνομαι;;;

Νάτος ο χείμαρρος! Νάτο το mainstream! Κόκκος άμμου κι εγώ μαζί με άλλους και σε όποια ακρογιαλιά αράξω. Κι αν αράξω….Ίσως και να κολλήσω στο σκαρί κάποιου πειρατικού, στο φτερό κάποιου γλάρου, στο κέλυφος μιας χελώνας, στο στομάχι μιας καραβίδας.




Και τι έγινε;;; Μια ζωή λιγότερη η περισσότερη στις μυριάδες μιας αιωνιότητας…


Μακάριος ο Σιδδχάρτα, που βλέπει το ρυάκι να περνά μπροστά του!

Το δέκατο όγδοο χαμόγελο



Την γνώρισε σε μια χαζοχαρούμενη παρέα, αλλά με τους συμμετάσχοντες με όρεξη για επικοινωνία, κέφι για έκφραση, εξωτερικοποίηση, γέλιο και κλάμα, αν το επέτρεπε το κλίμα.

Συναντήθηκαν κατά λάθος, αυτός μια αφορμή γύρευε και της μπήκε μ έναν διπλωματικό ανούσιο τρόπο, που δεν ταίριαζε στην ντόμπρα του ιδιοσυγκρασία. -«Αυτοάμυνα με επίθεση κυρία μου;» -«Σόρρυ δεν ήταν πρόθεση μου» απάντησε εκείνη μ ένα γλυκύτατο χαμόγελο γυναικείας αυτοπεποίθησης.

-«Ααααααα! Το ναζιάρικο», σκέφτηκε, «δοκιμάζει τις αντοχές μου!»

Στην ηλικία του τα είχε μάθει πλέον αυτά.. ήξερε ποιες γυναίκες τον πλησίαζαν και γιατί.. τουλάχιστον έτσι νόμιζε….Του άρεσε μεν το ωραίο, το νεανικό, αλλά όχι η επιπόλαια επίδειξη μιας ομορφιάς χωρίς αισθητικό παρά μονάχα αισθησιακό υπόβαθρο. Ίσως και νάταν η υπερευαισθησία της ηλικίας του, κάτι ανάμεσα στο χτες και στο αύριο, μια ανδρική κλιμακτήριος, που τον ώθησε να ενδώσει και να ανταποκριθεί στα χαμογελάκια. Ενδόμυχα όμως ήξερε, ότι δεν ήταν αυτό που έψαχνε! Άλλο να ψάχνεις κι άλλο να βρεις… Και μερικές φορές η πείνα τον ανάγκαζε να τρώει ότι βρει…Θυμήθηκε πικρόχολα ένα επεισόδιο της φοιτητικής του ζωής, όταν είχε μείνει ένα γιορταστικό τριήμερο άφραγκος. Με όλους τους καλούς του φίλους και γνωστούς, που θα μπορούσαν να τον φιλέψουν ένα πιάτο φαΐ , απρόσιτους, εκτός, και το μοναδικό φαγώσιμο που είχε σπίτι ήταν ένα γυάλινο κουτί κονσέρβας μαγιονέζα.

Δεν ξανάφαγε ποτέ από τότε μαγιονέζα, σε ότι λιχουδιά κι αν συνόδευε.

Έβλεπε μεν ότι χαμογελούσε παντού, μ ένα παιχνιδιάρικο ύφος παιδικής αγνότητας. Δεν τον πείραζε, τουναντίον τον γοήτευε αυτή η ανεμελιά, η χαρά του σήμερα και τώρα και όχι η κατάθλιψη κάποιου ενδεχόμενου σύννεφου του αύριο. Είχε μάθει εξ ιδίας εμπειρίας , τι σημαίνει η μοναδικότητα του καθενός και τι χαρά δίνει η ανύψωση του Εγώ από άλλους, αυτή η επιδοκιμασία του σκέρτσου, τα παλαμάκια στην θεατρική πράξη μιας θλιμμένης μοναχικής καθημερινότητας.

Το άφησε να έρθει και ήρθε αυθεντικά, χωρίς πίεση ή βία! Επανήλθε ένα νεανικό αίσθημα στο μυαλό του, που δεν ήξερε πώς να το ονοματίσει, κάτι που τον αφαιρούσε από το Είναι του, που του γαργάλιζε το στομάχι, υπερέβαινε την λογική κι άγγιζε κάποιο του Όνειρο.

Κάποτε, μετά από αρκετά χιλιόμετρα βάδην , την ξεμονάχιασε, μα στην προσπάθεια ενός πρώτου φιλιού του γύρισε το μάγουλο της. Κατάλαβε και συνέχισε την περι(παρα; )πλάνηση του στα δεκαεφτά του ήδη γνωστά χαμογέλα…

Προσδοκίες του μικρού καλοκαιριού



Πίσω απ τα μικρασιατικά βουνά ξεθάρρευε ένα ανατολίτης ήλιος ν αρχίσει το καθημερινό του αγώγι και έντυνε τις άκρες της θάλασσας από κάτω με μπλε, μαβί,  πορφυρές, πορτοκαλί φορεσιές που κιτρίνιζαν προς τα πάνω ξεθωριάζοντας στο ουρανί.

Μετά από λίγες παχιές βροχές, που προσδοκούσαν με ανυπομονησία άνθρωποι, φυτά και ζώα μετά την  σχεδόν ανυπόφορη θερινή ξεραΐλα, έφτασε νωχελικά το μικρό καλοκαιράκι  για την προετοιμασία του χειμώνα.

Τον ξύπνησαν τα αδήμονα τιτιβίσματα ενός σμήνους μικρών πουλιών  καλωσορίζοντας την νέα μέρα στις διπλανές του ξενοδοχείου του φυλλωσιές ενός μικρού άλσους φίκων, που αναρχοαυτόνομα είχε καταλάβει εδώ και χρόνια το κενό συναμεταξύ δυο άχαρων κτισμάτων, απ αυτά που ευφημικά ονοματίζουν πολυκατοικίες και όχι πολυκλιναρίες.

Στο Μανδράκι τα πρώτα καράβια άρχιζαν τα δρομολόγια τους μεταφέροντας επιβάτες, αυτοκίνητα και εμπορεύματα στο εφήμερο αλλού τους.

Το ¨Ανταίον¨ μάλλον δεν θα είχε ανοίξει ακόμη για να πάει να ζεστάνει το κάθισμα της αναμονής κλωσώντας τις προσδοκίες του μέχρι την ώρα του ραντεβού τους.
Θα την αναγνώριζε αμέσως άραγε μετά 20 χρόνια; Κι αυτή θα διέκρινε έστω και αμυδρά το πρώην  αθλητικό του σώμα και τα δυναμικά του χαρακτηριστικά  νυν καλυμμένα από προκοιλάκι και νωπές ρυτίδες;;;

Σε μια πρόσκληση του πολιτιστικού συλλόγου του οποίου υπήρξαν συνιδρυτές, μικροφοιτήτρια τότε εκείνη  και σε μεταπτυχιακή προσπάθεια αυτός, για τον γιόρτασμα της 25ετους  επετείου της ίδρυσης του, ανακάλυψε την ηλεκτρονική της ταχυδρομική διεύθυνση  και το πάλεψε πολύ,  αναβάλλοντας το συχνά, ώσπου να ξαναπάρει επαφή μαζί της.

Ήταν πάντα η παρουσιάστρια σ όλες τις εκδηλώσεις συλλόγου τους! Εντυπωσιακή εμφάνιση, κορμάρα, αγγελουδένιο πρόσωπο, μακριά σγουρά ανυπότακτα μαλλιά σε εβένινο χρωματισμό,  μ ένα χαμόγελο που γοήτευε μέχρι και την ψυχή του Βελζεβούλη  εμψυχώνοντας αισθησιακές προσδοκίες, πόθος όλων των επίδοξων Δον Ζουάν της κλίκας τους.

Μα κι αυτή δεν φειδωλούσε ούτε ερωτικά ούτε πολιτικοκοινωνικά. Έκανε εραστή της όποιον, όποτε και όσο ήθελε και παρομοίως ανάλωνε την απεριόριστη ενέργεια της σε κάθε εκδήλωση σε πλαίσια του αριστεροαναρχούμενου φρονήματος της.
Μα και ο ίδιος την είχε ποθήσει συχνά ερωτικά! Μα να ίσως επειδή ήταν τότε συντηρητικοαριστερός με αρκετά μικροαστικά κατάλοιπα, που προσπαθούσε να τα ενδύσει με μια υλιστική ερμηνεία, ότι ήταν δήθεν αν όχι ικανοποιημένος τουλάχιστον χορτάτος ερωτικά στην μακροχρόνια σχέση του, ή και ίσως γιατί  και η τότε φίλη του και νυν πρώην του σπάνια δεν τον συνόδευε στις εξόδους του, δεν έτυχε ευκαιρία συνουσίας τους, εκτός απ  εκείνο το βράδυ της άρνησης του.

Γύριζαν πρωινές ώρες μετά από μια γιορταστική εκδήλωση, πιασμένοι αγκαζέ, ψιλοτραγουδώντας ερωτικά τραγούδια και χαζοχορεύοντας στους ερημωμένους δρόμους χαϊδεύοντας τρυφερά ο ένας τον άλλο στην κοινή διαδρομή για την γειτονιά τους.

Μπροστά στην είσοδο του σπιτιού της αλληλοκοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια κι εκείνη σφίγγοντας αισθησιασμένη το χέρι του ψιθύρισε «έλα πάνω!».

Ακόμη δεν έχει κατανοήσει, αν και προσπάθησε συχνά να το αναλύσει, εκείνο του το «όχι τώρα, ίσως άλλη φορά».

Όχι δεν ήταν προαίσθηση ενοχικής μοιχείας, μη αποδοχή του ελεύθερου ερώτα, έλλειψη στιγμιαίων ερωτικών ορμών ούτε και κάποιο φροϋδικό σύμπλεγμα ή απόρριψη της θηλυκότητας της, που τον ώθησε σ εκείνο του το όχι.

Η μόνη εξήγηση που μπόρεσε ποτέ να δώσει ήταν, ότι αυτή μάλλον ήταν η απαρχή της ύστερης μισογυνίας του.

Αυτή ξεκίνησε σταδιακά μετά την αναγκαστική του πατρότητα. Αποδέχτηκε αδήριτα την ορμονική θηλυκή της οντότητα, όπως και το κοινό προϊόν της δικής του σεξουαλικότητας, προσπαθώντας έντιμα να είναι όσο το δυνατόν καλός πατέρας, αν και η συνήθης πρώην ρήση του ήταν, ότι θα υιοθετούσε κάποιο τριτοκοσμικό ορφανό όταν θα βίωνε κάποιο αίσθημα πατρότητας, και τυπικός σύζυγος στην κυριολεξία του όρου.

Ίσως αυτή η για την ανατροφή του παιδιού αναγκαία συγκατοίκηση, η μονομερής ανάληψη εκ μέρους του των βαρών της επιβίωσης και οι επακολουθήσαντες συμβιβασμοί στα προσωπικά και επαγγελματικά του ¨θέλω¨ εμπέδωσαν τα αίτια της μισογυνίας του.

Στην αρχή εκδηλώθηκε με κάτι «άστο θα μας ξυπνήσει το παιδί», κατόπιν μα «ουφ πάλι θέλεις» ή απλά με επιδεικτικό γύρισμα της πλάτης του σε προσπάθειες ερωτικών προσεγγίσεων της συγκατοίκου του και αργότερα με το να κοιμάται στον καναπέ του γραφείου του κλειδώνοντας πομπωδώς την πόρτα του.
Η ωρίμανση της όμως συντελέστηκε στην ακμή της ανδρικής του ενέργειας, στα 35 με 40 του, όπου επεδίωκε συνειδητά σύντομες ερωτικές επαφές που τις διέκοπτε χωρίς αιτία με μόνο αντίλογο σε ενδεχόμενες ερωτήσεις ένα απότομο «σε βαρέθηκα καλό μου!».

«Τις γαμώ και τις πετώ» έλεγε στους κολλητούς του, όταν τον ρωτούσαν για το πασίγνωστο γκομενιάρισμα του.

Μετά τα 40 του η σεξουαλική του ενεργεία μεταλλάχτηκε και διοχετεύτηκε σε ακόρεστη επαγγελματική δράση πηγαίνοντας «μόνο για απόφραξη», όπως έλεγε χαριτολογώντας, σε ¨επί χρήμασι εκδιδόμενες¨, απολογούμενος, «ότι έτσι ξέρω γιατί πληρώνω». Κάποτε σιχάθηκε το ζώο μέσα του αλλά δεν ήξερε αν ποτέ θα μπορούσε να το αποχωριστεί, και γιατί.

Μετά την ενηλικίωση του μοναδικού καρπού των ορμονικών του εκκρίσεων, έτσι πίστευε τουλάχιστον, αποτραβήχτηκε απ όλα, ακόμη και της συγκατοίκησης, επιλέγοντας σαν τρόπο και στόχο ζωής την μοναχικότητα.

Είχε βαρεθεί πλέον να αναλαμβάνει και να του αποδίνονται ευθύνες!

Κάπως πέρασε από τον νου του να αποσυρθεί από τα εγκόσμια σε μια αθωνίτικη σκήτη, αν και άθεος, με την συμβολή πρώην συμμαθητή του νυν ηγούμενου αγιορείτικου κοινοβίου και φυσικά μιας γενναιόδωρης χειρονομίας.

Ήθελε πολύ να μπει σε μια διαδικασία αναζήτησης του ¨Εγώ¨ του ¨Εαυτού¨ του!

Τώρα πλησιάζοντας τα γι αυτόν σημαδιακά 50 του αισθανόταν, ότι ολοκληρωνόταν ένας ζωικός του κύκλος και ότι ίσως έπρεπε να αρχίσει να βάζει τις βάσεις ενός καινούργιου, πιο αγνού, πιο ευκρινούς, πιο δίκαιου, πιο ολοκληρωμένου και ίσως και του τελευταίου του.

Αποφάσισε και της έγραψε ένα πρώτο mail μετά 25 χρόνια νεανικής γνωριμίας, εξιστορώντας λιγάκι την πορεία του και καταχάρηκε για την απάντηση της. Ακολούθησαν κι άλλα γραπτά περισσότερο ουσιαστικά και τηλεφωνηματάκια για την ανανέωση και ακουστικά της επαναγνωριμίας τους.

Του είπε, ότι μετά την αποχώρηση του γιου της από την φώλια της, αποσύρθηκε κι αυτή από την χαοτική Πρωτεύουσα στην επαρχιακή ηρεμία της  Ρόδου.

Κι όταν απάντησε θετικά στην ερώτηση του μιας προσωπικής επαναεπικοινωνίας, έκλεισε θέση στην πρώτη διαθέσιμη πτήση για να την ξαναδεί.

Νάτος λοιπόν ως υπερώριμος  νυμφίος  προσδοκώμενος την αποδοχή της άρνησης του αρχικού του ¨όχι¨, ¨του ίσως άλλη φορά¨, μ ένα γαρύφαλλο με μυρωδιά κανέλλας απλωμένο ανέμελα δίπλα στο καφεδάκι του, προκαλώντας τα χαμογελάκια των θηλυκών επισκεπτών, ετοιμότατος για την αναίρεση μιας παρελθούσας απόρριψης του.

Άρχισαν να καίνε οι ακτίνες  του  ήλιου του μικρού καλοκαιριού ξεγλιστρώντας μέσα από την πυκνή ακόμη φυλλωσιά του δένδρου.

Εντεκάμισυ!!!!  Μάλλον κάτι της έτυχε…….
……………………………………………………………………………………………………………..

Αναστατώθηκε και μισοτρόμαξε με το πρώτο του mailaki.

Τι ήθελε αυτός ο ατυχής πρώην της στο ¨εδώ¨ και στο ¨τώρα¨ της;;;
Γιατί να αναταράξει τώρα αυτός την ηρεμία της επιλεγμένης μοναχικότητας της;;; Και ειδικά αυτός, ο πρώτος και μοναδικός που απέρριψε  το ¨θέλω¨ της, την οικειοθελή προσφορά των θέλγητρων της νεότητας της;

Ε ρε τι γκομενάρα ήταν στις δόξες της! Όλα τα αρσενικά στροβίλιζαν πλησίον της και επιδίνονταν στα κοκορίστικα τους για να αποσπάσουν την προσοχή της. Ειδικά, όταν σε εκδηλώσεις παρουσίαζε το πρόγραμμα φορώντας εκείνο το γαλάζιο ριχτό της που τόνιζε κάθε καμπύλη της, ιδιαίτερα αυτές του ζαρκαδίσιου στήθους της ακόμη και την κοιλότητα του αφαλού της, σιωπούσε κάθε ανδρική κουβέντα και λυσσομανούσαν όλα τα παρόντα θηλυκά από ζήλεια.

Την αισθησίαζαν τέτοια σκηνικά και τα εκμεταλλευόταν, όταν ήθελε και μπορούσε. Και τσούρμο πέφτανε σαν ζαλισμένα κοτσύφια όλοι οι επίδοξοι εραστές της, έχοντας αυτή και μόνη αυτοδίκαια την ευδαιμονία της επιλογής των.

Δεν ήξερε ποιο δαιμόνιο την κυριαρχούσε μα ούτε καν την ένοιαζε καθόλου. Η εξουσία επί της ερωτικής της καθημερινότητας είχε ταυτιστεί με το τότε ¨είναι¨  της.

Είχε και έχει διατηρήσει ακόμη την ικανότητα όσφρησης της ανδρικής ερωτίλας και επέλεγε πάντα με την μύτη της, που δεν την διάψευσε ποτέ, την δεινότητα, ορμή, δράση, ένταση, ανθεκτικότητα και διάρκεια για ερωτική ιεροτελεστία του εκάστου συνκλινούμενου της.

Ο ερωτισμός της ήταν υπερσυναισθησιακός. Όταν αγκάλιαζε ένα σφριγηλό νεανικό σώμα γεύονταν όλες τις λιχουδιές της ανατολής και όταν το φιλούσε ευωδίασε η όσφρηση της από γαλλικά αρώματα.  Συχνά κατά την διάρκεια του σεξ το βλέμμα της διακατεχόταν απ ένα βαθύ μπλε που στην διάρκεια του εκρήγνονταν ηφαιστειακά σε μια πανδαισία φανταιζί χρωμάτων όλων των αποχρώσεων.
Άλλες φορές η ερωτική της αίσθηση άρχιζε με ήχους από κουδουνάκια του ανέμου και κορυφώνονταν στην έκσταση της μουσικής από την Κάρμεν του Μπιζέ. Ζούσε πράγματι αισθησιακά τους ήχους του καλπασμού του ανδαλουσιανού άλογου του αξιωματικού που έγινε κοντραμπαντιέρης από παράφορο έρωτα και ένιωθε τον οργασμό της σαν τρελό τσιγγάνικο χορό.

Τους παροξυσμούς του ερωτισμούς της τους βίωνε μετέωρα, άβαρα, σχεδόν άυλα, ανάγκη μεν αλλά προσφορά κι απαίτηση συνάμα, κάπως  σαν χορό χταποδίσιων πλοκαμιών σ ερωτική συνουσία.

«Μωρή νυμφομανής είσαι;» την ρωτούσε η κολλητή της, όταν τις εξιστορούσε φάσεις. «Όχι καλέ! Νεφροπαθής! Για τα νεφρά μου το κάνω» απαντούσε μειδιάζοντας εκείνη.

Εκείνο το βράδυ μετά την ηχητικά άχρωμη, άτονη και δήθεν αδιάφορη απάντηση της «καλά, όπως θες και όνειρα γλυκά!», ανέβηκε τρέχοντας στο διαμέρισμα της και ξεχαρβαλώνοντας σχεδόν την πόρτα του, κλωτσώντας την για να κλείσει, και έσπασε ότι εύθραυστο βρήκε μπροστά της. Πιάτα, κρυσταλλένια ποτήρια, 3 φλιτζάνια τσαγιού Βοημίας, την πορσελάνινη εταζέρα φρούτων και τον καθρέφτη του διαδρόμου. Κι αν έβρισκε τότε τσεκούρι μπροστά της θα μετουσίωνε σε καυσόξυλα το δρύινο διπλοκρέβατο, κληρονομιά της γιαγιάς της, όπου σφαδάστηκε ωρυόμενη για την προσβολή που δέχτηκε γρονθοκοπώντας ανελέητα τα 2 μαξιλάρια του, σαν να έφταιγαν εκείνα τα άμοιρα απορρίπτοντας αυτά τον εναγκαλισμό της μακριάς σπαστής του κόμης.

Η οργή της δεν κατευνάστηκε ούτε μετά το ξύπνημα της το επόμενο απόγευμα, όπου αμέσως επιδόθηκε με ζήλο σ ένα δέκαθλο ηχητικών, εικαστικών και οργασμικών συγχρόνως δοκιμών.

Οι επόμενες μέρες και εβδομάδες της ήταν μια καταδική της σύνθεση μιας παραζάλης ήχων, φωτός, εικόνων, αφών, γεύσεων και σωματικής έκστασης σε μια εκ των πρότερων χαμένη προσπάθεια απάλυνσης της απόρριψης ενός ελεοτικού χαϊδέματος του ναρκισσισμού της στο χείλος του γκρεμού του ΕΓΩ της.

«Πως διαφοροποιείς την σεξουαλικότητα σου από τον ερωτικό σου αισθησιασμό;»  την είχε ρωτήσει κάποτε η κολλητή της και είχε αυθόρμητα απαντήσει: «Σεξουαλικότητα είναι, σαν να βάφω τους τοίχους του διαμερίσματος μου 9 φορές, ώστε να πετύχω την απόχρωση που αρμόζει στην εκάστοτε στιγμή πρωινού ή δειλινού και αισθησιασμός, όταν νιώθω τον κυματισμό των σταχυών σε πινάκα του Βαν Γκονγκ».

«Κρίμα του γμτ», σκαφτόταν εκ των υστέρων, «που οι επόμενοι του εισέπραξαν σχεδόν δωρεάν τους ήχους, χρώματα, γεύσεις και αισθησιακούς χορούς εξαρσιακών οργασμών που είχα συσσωρεύσει με την προσδοκία της κοινής μας συνεύρεσης».

Ημέρεψε με την εφηβεία του μοναχιάρη της, τον οποίο ανέθρεψε μόνη της, επειδή δεν ήξερε μα ούτε και ήθελε να μάθει ποιος είναι ο βιολογικός του πατέρας.

Η επιθυμία της δικής της μητρότητας είχε φουντώσει μέσα της υποσυνείδητα, όταν τον είδε για πρώτη φορά να τσουλάει παιδικό καροτσάκι με όλη του την προσοχή αφιερωμένη σε ενδεχόμενα εμπόδια της πορείας του παρακάμπτοντας αμελώς βλέμματα, χαιρετισμούς και κελεύσεις φίλων και γνωστών.

Ούτε κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της μα ούτε και κατόπιν είχε σταματήσει να αθλείται εντατικά.
Με την άνδρωση του γιου της άρχισε να νιώθει μέσα της μια ενοχή μοιχείας και εκτός λιγοστών εξαιρέσεων μετά από πνευματώδη γλεντοκόπια δεν πολυαπάτησε τον άνδρα του σπιτιού της με άλλους.

Είχε πλέον φιλιώσει με την μοναχικότητα και την αποχή της από σεξουαλικές επαφές. Η διερεύνηση της εσωτερικότητας καθώς και η αναζήτηση του ¨Θείου¨ στην χαοτική αρμονία του σύμπαντος ήταν τώρα οι προτεραιότητες της. Πίστευε στον προκαθορισμό των ανθρώπινων βιωμάτων από την στιγμή της γέννησης των και μελετούσε καθημερινά το αναλυτικό της ωροσκόπιο καθώς και αυτά της ολιγομελούς παρέας της. Είχε μελετήσει επίπονα και το δικό του από την στιγμή της ξαναεπικοινωνίας τους.

Σήμερα σηκώθηκε από το κρεβάτι της σχετικά αργά, αν και ήταν από νωρίς ξύπνια, σαν να ήθελε να υπεκφύγει μια απόφαση.

Ήπιε με κλειστά ακόμη τα παντζούρια το καφεδάκι της, διάβασε τα αποκάθια του και ξανακοίταξε το ωροσκόπιο του!  Είχε και τον Ερμή ανάδρομο γμτ του!

Τώρα είχε πλέον κατανοήσει, γιατί δεν ενώθηκαν τότε και ότι δεν πρόκειται να σμίξουν ανθρώπινα ερωτικά ποτέ. Τουλάχιστον όχι σε τούτη τη ζωή.

Δεν είχε κανένα νόημα να πάει να τον βρει! Αυτός σίγουρα θα περίμενε αρκετή ώρα μα κάποτε θα καταλάβαινε και δεν θα ξαναενοχλούσε. Και τα τηλεφωνήματα, τα μηνύματα και τα μέηλ του θα έμειναν αναπάντητα.
……….

Στις 11 κ 30 άρχισε να ντύνεται βιαστικά.
Ίσως να την περίμενε ακόμη…….
…Ίσως και όχι….. Αλλά ποιός νοιάζεται;;;;