Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαχανίζοντας στην στράτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαχανίζοντας στην στράτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Ιαν 2011

Οι σοκολάτες




δεν μπορώ να πω, ότι δεν μ΄ αρέσουν.

Τα τελευταία χρόνια πήγαινα συνεχώς 1-2 φορές την βδομάδα στο περίπτερο της γειτονιάς και αγόραζα πάντα την αγαπητή μου ποικιλία.

Μα ο περιπτεράς είχε μάλλον καταλάβει την αδυναμία μου και μου έκανε «δουλειά», αγοράζοντας υπερχονδρικώς μεγάλη ποσότητα για να πετύχει καλύτερη τιμή, αυξάνοντας ούτως το λιανοπωλικό του κέρδος.

Κάπου μου βρωμούσε τελικά, κάτι μπαγιάτικο ένιωθα στην γεύση της, μα όταν ρωτούσα, ο περιπτεράς απαντούσε, ότι ήταν σίγουρα της τελευταίας σοδειάς. Όταν διαμαρτυρόμουν για την συνεχή αύξηση της τιμής της σοκολάτας μου, αυτός έφερνε το επιχείρημα της προσφοράς και ζήτησης(ποια ζήτηση δλδ. αφού εγώ μόνο την αγόραζα, απ΄ ότι νομίζω τουλάχιστον).

Πριν λίγο καιρό άνοιξε ένα απ΄ αυτά τα καινούργια μαγαζιά στην περιοχή μου (Discounter τα λένε μάλλον, γιατί τα αγγλικά μου είναι της πιάτσας) και πήγα να αγοράσω καινούργια οδοντόβουρτσα, που τις είχε προσφορά και της παλιάς μου είχαν πέσει όλες σχεδόν οι τρίχες.

Μετά την επιλογή του εργαλείου της δις ημερησίως στοματικής μου φροντίδας, πέρασα τελείως συμπτωματικά από το ράφι με τα γλυκίσματα.

Και σκέφτηκα, ότι αφού αγόρασα καινούργια οδοντόβουρτσα με πολλές τρίχες και σε χρώμα λουλακί γιατί δεν αγοράζω και μια σοκολάτα; Η αγαπητή μου ευτυχώς δεν βρισκόταν στο ράφι. Αλλά τι ποικιλίες εξαίσιες Θεέ μου! Γάλακτος, Αμυγδάλου(αγάπη μου ΙΟΝ), λευκές, σκούρες, γεμιστές, μ εξωτικές γεύσεις και μια με άρωμα μέντας. Αυτή διάλεξα. Ήταν μεν εισαγωγής αλλά στην μισή τιμή της δικής μου απ΄ το περίπτερο της γειτονιάς.

Εντάξει τώρα θα μου πείτε, σοκολάτα του εμπορίου πας και αγοράζεις;;;;  Αυτές είναι βιομηχανοποιημένες και μη αυθεντικές! Κι αυτή του περιπτερά τι ήταν δηλαδή;;;;

Έχω μεν από την γιαγιά μου μια θαυμάσια συνταγή χειροποίητης σοκολάτας, αλλά που να τρέχω τώρα στην Λατινική Αμερική να αγοράσω κακάο από τον παραγωγό, να παζαρέψω την τιμή του, να το καβουρδίσω, να το τρίψω για να βγει το βούτυρο του για τα 10-20 κιλά σοκολάτας που θα φάω ακόμη.

Και μετά βουρ στην Πίνδο να βρω φρέσκο αβουτύρευτο γάλα και να ανακατώνω μετά με τις ώρες! Άσε δε που θα μου κοστίσει κι  ο κούκος αηδόνι!

Άντε φεύγω τώρα για το μαγαζί που σας έλεγα!

Είδα τις προάλλες μια μαυρούλα με Chili, σε σχήμα λαγουδίνας και την λιμπίστηκα. Καλή μου όρεξη!


Υ.Γ. Τελικά το περίπτερο φαλίρισε λόγω ελλιπούς ζήτησης και καλά να πάθει το αγιογδύτικο!

16 Ιουλ 2010

Η γενεαλογία του Che



Τυραννώντας την ανία μιας αλκυονίδας μέρας με κατάχλωμο αρρωστιάρικο ήλιο τριγύριζα άσκοπα στην πλατεία Αβησσυνίας στο Μοναστηράκι περιεργαζόμενος τα εκθέματα στις καρότσες των Ντάτσουν.  Δεν μ’ ενδιέφερε κάτι ιδιαίτερο, αλλά πού και πού αγόραζα κάποιο περίτεχνο, καλαίσθητο, με καλλιγράφο αποστολέα χρησιμοποιημένο φάκελο αλληλογραφίας, πιότερο για την οπτική αισθητική της γραφής του παρά με συλλεκτικές βλέψεις.

Δεν ξέρω γιατί η ματιά μου αγκιστρώθηκε σε κάτι κοινό!

Ήταν ένας απλός λευκός εμπορικός φάκελος απ αυτούς τους μακρόστενους με το διαφανές παραθυράκι για την διεύθυνση του παραλήπτη και σχετικά καινούργιος, κρίνοντας από τα ασφράγιστα γραμματόσημα της σειράς.  Χειρόγραφη μα καλλιγραφημένη η διεύθυνση του αποστολέα μα τυπογραφημένη  με λατινικούς χαρακτήρες του παραλήπτη. Το ιδιαίτερο ήταν, ότι η επιστολή ήταν ακόμη κλειστή με απαραβίαστο περιεχόμενο. Αυτό μάλλον μ’ ερέθισε και ίσως λιγάκι που ο προορισμός της ήταν η Κούβα.

Πώς άραγε να ξέπεσε εκεί; άρχισε να διερωτάται η από αστυνομικά μυθιστορήματα επηρεασμένη φαντασία μου…

Μήπως πέθανε ο αποστολέας πριν προλάβει να την ταχυδρομήσει και περιήλθε έτσι στην ιδιοκτησία του παλιατζή, που ανέλαβε να αδειάσει επί αμοιβής κατ’ εντολή του ενοικιαστή το διαμέρισμα του φτωχού και άτεκνου θανόντος;;; 

Μήπως την απήγαγε μη ακόμη αποσταλμένη κάποιος δια παραθύρων εισχωρήσας δυνατός νοτιάς από το γραφείο του, την στροβίλισε ολίγον τι εις τους αιθέρας και προσγείωσε άτσαλα το βάρος της στην καρότσα του ανύποπτου παλιατζή;;; 

Ίσως να γλίστρησε από τον απρόσεκτα δεμένο ταχυδρομικό σάκο του υπάλληλου που ήθελε να τελειώσει γρήγορα την δουλειά για να πάει στην ερωμένη του, να την βρήκε κάποιο παιδάκι φτωχομεταναστών και να την πούλησε μισοτιμής της αξίας των γραμματοσήμων σε περαστικό παλιατζή.
Ίσως να…

Τα πολλά ερωτηματικά συνέβαλαν στο να υπερβεί η περιέργεια μου τα εκ του νόμου και καλών ηθών επιτρεπόμενα όρια μα και στην αυθόρμητη απόφαση μου να κάνω κτήμα μου και αντικείμενο νέων γνωσιολογικών μου ερευνών την άσημη αυτή επιστολή.

Αντάμειψα τον με καθοιονδήποτε τρόπο ευρόντα με ένα ευπρεπές ποσό για τον κόπο του,  συν την ονομαστική αξία των γραμματοσήμων, έβαλα προσεκτικά την επιστολή στην δεξιά τσέπη της καμπαρντίνας μου και πήρα βιαστικά και κοιτάζοντας συνεχώς πίσω μου τον δρόμο για το μετρό, που θα με οδηγούσε στην εργένικη κατοικία μου.

Καθ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής ψηλάφιζα με τα δάχτυλα μου με μια διαίσθηση ενός «Εύρηκα» τον φάκελο μήπως του αποσπάσω έτσι άθικτο το μυστικό του, μα το μόνο που κατάφερα ήταν να πολλαπλασιάσω τα ερωτηματικά μου.

Φτάνοντας στο διαμέρισμα μου εναπόθεσα προσεκτικά τον βεβαρυμμένο με πλήθος ερωτήσεων φάκελο πάνω στο πάντα τακτοποιημένο γραφείο μου και έβγαλα την γκρίζα καμπαρντίνα μου. Μόνον αυτή. Ούτε τα χέρια μου δεν έπλυνα.

Με την αγωνία της ενδεχόμενης διαλεύκανσης ζωτικών μου υπαρξιακών αναγκών έσπευσα στο γραφείο μου και στρογγυλοκάθισα στο αναπαυτικό κάθισμα στυλ Λουδοβίκου XIV

Κατ αρχήν εξέτασα με τον μεγεθυντικό φακό το εξωτερικό του φακέλου με την ελπίδα, ότι θα έβρισκα κάτι που θα πρόδιδε ένα μέρος του περιεχομένου του. Τίποτε ουσιώδες εμφανές εκτός από μερικούς σχεδόν αφανείς λεκέδες που μάλλον προέρχονταν από σταλαγματιές πρωινής άχνης.

Συγκέντρωσα όλο μου το θάρρος και πήρα από την κορυφή του γραφείου εκεί δίπλα στο κρυστάλλινο βαζάκι με τα αποξηραμένα άνθη τον αιχμηρό χαρτοκόπτη με την κεράτινη λαβή σαν αυτούς που χρησιμοποιούν στα αστυνομικά φιλμ για εξ’ αναβρασμού ψυχής φόνους.

Με την επίγνωση της ποινικής πράξης μίας εκ προμελέτης παραβίασης προσωπικών δεδομένων και του ταχυδρομικού απορρήτου, ξέσχισα διαμπερώς, μα επιμελώς με την απόγνωση ερωτευμένου, κατά μήκος το πάνω μέρος του φάκελου.

Σχεδόν ευλαβικά αφαίρεσα το περιεχόμενο του, μια λευκή σελίδα DIN A4 πυκνογραμμένη και στις δυο πλευρές και άρχισα να διαβάζω:


Prof. Dr. Theo Pseftakis                                                                                                                            Rethymno, 2006-12-2
Institute for Genealogical Studies IGS
Kioutokatheksisstr. 7
Rethymnon
GREΕCE


To:
Jorge Poselene
Av. des Illusiones 333
Havanna
CUBA



Αγαπητέ μου Jorge,

Κατ αρχάς θέλω να σ ευχαριστήσω για την ερευνητική σου εντολή στο διεθνώς καταξιωμένο Ινστιτούτο μας και να σου παρουσιάσω σήμερα, ακριβώς 50 χρόνια μετά την επαναστατημένη εισβολή (παράνομη μετανάστευση θα την λέγαμε σήμερα) του Che και των 81 συντρόφων του στην Κούβα, τα αποτελέσματα των ερευνών μας:

Κατόπιν εξαντλητικής, λόγω και της περιορισμένης χρονικά ερευνητικής εντολής, μελέτης των συνεργατών μου όλης της επίκαιρης επί του αντικειμένου γενεαλογικής και ονοματολογικής βιβλιογραφίας, ήξερα πλέον σε ποιους θα μπορούσα να απευθυνθώ για εμπέδωση της πρώτης μας υπόθεσης.
Ένεκα δε της κυκλικής περί του ήλιου φοράς της Γης μας και του γεγονότος, ότι οι δυνητικοί πληροφοριοδότες μου εργάζονται και κατοικούν εις Δύσιν αναγκάστηκα να συνεχίσω νυχτερινά της έρευνες μου και να στερηθώ της καθημερινής μου ανάπαυσης.

Xτες δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Πρώτα τηλεφωνήθηκα μ’ έναν γνωστό μου συνεργάτη μιας κρατικής υπηρεσίας στο Langley  της Virginia ΗΠΑ. Μετά συνομίλησα τηλεφωνικά με τον επίτιμο Πρόξενο της Ελλάδας στο Buenos Aires (Καλαέρικο θα το λέγαμε εμείς).  Όλη την νύχτα έψαχνα στα online δημοτολόγια της Αργεντινής, Ισπανίας και Ελλάδας. Κοιμήθηκα 2 ωρίτσες. Ξύπνησα πριν τον όρθρο τον πρεσβύτερο της Αγίας Φανερωμένης στο Αμόρε (όχι βρε γράψε λάθος) Αμάρι του Ρεθύμνου. Πριν ολίγου είχα στο κινητό μου τον καντηλανάφτη της εκκλησιάς του San Sebastian στα Γάδειρα της Ισπανίας, ο οποίος τυγχάνει ολίγον τι τραυλός. Τώρα είμαι τελείως σίγουρος!!!!

Ιδού λοιπόν ο γενεαλογικός κλώνος του Ernesto Rafael Guevara de la Serna επικαλουμένου συνήθως Τσε (εξ ου και η ονομασία της μύγας ΤσεΤσε):

Ο Νικόλαος Λιοζάκης του Ιωσήφ, γεννηθείς τω απαισίω έτος 1858 εις Αμάριον (πρώην επωνυμία Αμοίριον αλλά λόγω των αποφάσεων της κριτικής ψυχολογίας «περί του Θετικού» μετονομάστηκε) του Ρεθύμνου μπάρκαρε 18ετής τον Μάη του 1876 σε σαβουροψαράδικο δια αλίευσην παστού μπακαλιάρου στις πορτογαλέζικες θάλασσες.  ‘Έπρεπε να κονομήσει την προίκα της 28χρονης αδελφής του μα τον σφάδαζε και σφοδρότατος έρως προς την ωραιότατη Ελένη Καραγκουνάκη και προσδοκούσε να την νυμφευθεί.

Μετά τις Ηράκλειες στήλες ναυάγησε όμως η περηφάνια της ελληνικής ναυσιπλοΐας κι αυτός εξευράσθην σε σπανιόλικες ακτές.

Βρήκε εργασία (σπάνιο φαινόμενο σήμερα) σε φάμπρικα παραγωγής οίνων κι εκεί γνώρισε την Lorena Mercedes Botilla με την οποία τεκνοποίησε 1 υιό και 2 κόρες. Ο πρωτότοκος του, ο Σήφης (εκεί τον λέγανε Jose Llosa εξ ου και το loser) μπάρκαρε κι αυτός 18ετης μετά από μαχαιροματική αντιδικία σε ανδαλουσιακό Bordello.
Ο Σήφης αποναυτεύτηκε μετά πενταετίας λόγω βλεννόρροιας  στην πρωτεύουσα της Αρτζεντίνας, όπου διέπρεψε σαν προαγωγός. Με την υφισταμένη του Garcia από την Σέρνα τεκνοποίησε νόθα κόρη ονόματος Celia de la Serna Llosa

Αυτή δε η ολιγογονιδιακή Κρητική καλλονή υπανδρεύθει τον μεγαλοαστό γόνο Αμερικάνων κατακτητών της οικογένειας Lynch τον Ernesto Guevara Lynch.

Εξ αυτών εγεννήθει στις 14 Ιουνίου 1928 ο Τσε (έτσι τον αποκαλούσε χαϊδευτικά η μάνα του, επειδή είχε μάθει το ελληνικότατο «τσε τι με μέλει εμένα»).

Φίλε μου Jorge ελπίζω να είσαι ικανοποιημένος από τις ερευνητικές μας προσπάθειες και να συμβάλλεις με κάποια δωρεά σου στην περαιτέρω συνέχιση των.


Φιλικότατα

(Υπογραφή).



Υ.Γ. Επισυνάπτω λογαριασμό 134,25 Ευρώ τηλεφωνικών μου συνδιαλέξεων με την ελπίδα, ότι…..


Ο όγκος του στήθους μου διπλασιάστηκε από το φόρτος εθνικής συνείδησης και την συμβολή των γονιδίων του γένους αυτής της με κατσάβραχα πλουμισμένης χώρας στα πεπρωμένα της υφηλίου.

Τα δάκρυα μου λέρωσαν τον φάκελο.

Οι 300


  
Πήγα τις προάλλες και είδα σε Β΄ προβολής επαρχιακό σινεμά τους 300.

Γυρίζοντας πλήρης εθνικής συνείδησης και υπερηφάνειας σπίτι με ρώτησε η βάβω μου, που ήμουν, και με ανάγκασε έτσι έμμεσα να της εξιστορήσω την ιστορία.

-Ιμπεριαλιστικές μπούρδες, μου απαντάει αυτή. Οι σημερινοί κοσμο(ποδ)ηγέτες δεν έχουν κλασσική μόρφωση και προσπαθούν έτσι να στεφανώσουν την ημιμάθεια τους  σαν την μόνη και μοναδική αλήθεια!

Έβαλε το μπρικάκι της με νερό στην χόβολη του μαγκαλιού της(δεν ζέστανε ακόμη γμτ και μην ακούτε τι λένε οι διεθνείς κλιματολόγοι) για να σιγοψήσει τον αγαπητό της ρεβιθοκαφέ και άρχισε:

«Στις εποχές εκείνες(Τω καιρώ εκείνο;) ζούσε στην Κάτω Μάνη μια Κυρία, η Τανέπιτας. Είχε 300 αγοράκια(τις θυγατέρες της είχε σταματήσει να τις απαριθμεί, γιατί την στεναχωρούσε η σκέψη της προίκας). Τι να κάνει η κακομοίρα;;; Τόσοι και τόσοι Δωριείς, Αχαιοί, ΄Ιωνες (Γιουνάν τους λένε στα τουρκικά), Μυκήνες, Κρήτες, Φοίνικες, Γύφτοι (Αιγύπτιοι η σημερινή ονομασία), Δαναοί (τους προτιμούσε αυτούς γιατί έφερναν και δωράκια) κλπ. είχαν περάσει απ το κρεβάτι της. Μα της χάριζαν γάιδαρο και θα τον κοιτούσε….;

Μίαν ωραίαν μεσημβρίαν άνοιξε το λάπτοπ της για να τσατίσει λίγο μερικούς συνδικτύους της και ξαφνικά πλουμ! Λαμβάνει ένα μελάκι εξ ανατολής το οποίο έγραφε: «Θα ρθούμε να σας μ@μήσουμε όλους». Τρομοκρατήθηκε η κυρία Τανέπιτας (δεν είχε γεννηθεί ακόμη και ο Μπιν Λαντέν) δεν είχε και χρήματα για τον γυναικολόγο να τον προπληρώσει για ιατρικές εκτρώσεις και κάλεσε τα παλικάρια της σε οικογενειακό συμβούλιο.

-Πολυαγαπημένα αγοράκια μου πρέπει να αντισπαθώμεν!, άρχισε το μήτινγκ η Μαμά!
Σφυρίγματα, φωνές αποδοκιμασίας, «άσε μας ρε μάνα», «make love not war», «βρε δεν πας….» από την ομήγυρη.
Σηκώνεται τότε ο μεγαλύτερος, ο Λάκης ο Λιοντόκαρδος (αυτό ήταν τότε το χαϊδευτικό του Λεωνίδα) και ομιλάει ισχυροφώνως:

-Μάγκες μην βωμολοχείτε, γιατί είναι και Μεγάλη Βδομάς! Έχω μια φαεινή! Άσε να φάμε πρώτα τον βουλγάρικο οβελία μας και την Κυριακή του Θωμά έχουμε προκαταρκτικό πανευρωπαϊκό ματς ταβλιού με τους (αμέ) Αθηναίους. Θα τους ψήσω να κάνουμε σικέ αγώνα, θα βάλουμε και ολιγάριθμους οπαδούς μας να κάνουν φασαρία στο γήπεδο, για να αναβληθεί ο αγώνας και να μεταφερθεί εκτός έδρας στας Θερμοπύλας.

Έτσι και έγινε. Και νάσου οι 300 στα Καλά Νερά να λικνίζουν τα ατσαλένια κορμιά τους σε θερμά ύδατα προετοιμαζόμενοι νοητικά για το επόμενο πανευρωπαϊκό ματς ταβλιού!
Φτάνουν τότε κάτι ευγενικά  και καλοντυμένα Ιρανάκια με σέξι πηλήκια και ρωτάνε:

-Μας επιτρέπετε να περάσουμε;;;

- Βρε παιδιά, δεν πάτε κάτω στο λιμανάκι να πιείτε ουζάκι με μεζέ ιχθύες εισαγωγής Κιέβου! (Μόλον λάβε, το λέγανε τότες).

Βούρ λοιπόν οι Πέρσες για το λιμάνι, αφού ήταν και αμ@μητοι μετά τόσους μήνες ταλαιπωρημένης οδοιπορίας.

Σινιαρίστηκαν με την ησυχία τους οι δικοί μας και κατέφθασαν κι αυτοί στο ουζερί για μεζέ και τάβλι.
Παίξανε φεύγα.

Εν τω μεταξύ ο Λάκης είχε στο Μεταξουργείο έναν κολλητό του, που του είχε φτιάξει ζάρια μολυβδωμένα και του έμαθε πώς να τα ρίχνει. Κοινοποίησε διαδικτυακώς ο Λάκης τις γνώσεις του στους άλλους 299, και να εξάρες οι Σπαρτιάτες και μόνο ντόρτια και διπλές οι Πέρσες.

Όπου φύγει, φύγει λοιπόν οι Ανατολίτες με κάποια κοτεράκια για Σαλαμίνα μεριά. Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία, τελείωσε η γιαγιά πίνοντας την τελευταία γουλιά του ρεβιθοκαφέ της. Τα ψεύδη που διαδίδει ο Εφιάλτης είναι μόνο για να παίρνει χρηματάκια από τις ΤιΒί!

Και τα 300 παλικαράκια μπεκρουλιάζανε τα κερδισμένα εκ ταβλικών αγώνων στοιχήματα με τας ωραίας του λιμένος και που να ξαναπατήσουν το πόδι τους εις Σπάρταν για τα σπαρτά.»


Εγώ τι να πρωτοπιστέψω τώρα;;;;;;

Ξεψαχνίζοντας



Για το τελευταίο κοκαλάκι μιας βραστής κότας (με αυγολέμονο περικαλώ) καθαρά βιολογικής εκτροφής χρειάστηκα οδοντογλυφίδα!

΄Ε, είπα… και στο σπιτάκι ενός εργένη κάποια οδοντογλυφίδα θα βρεθεί.
Κι επειδή σε κάποιο χοντρό βιβλίο (όχι δεν ήταν του Μαρξ) είχα κάποτε διαβάσει, το «αναζητείτε και ευρήσετε», άρχισα κι εγώ να ψάχνω και να ψάχνομαι.

Άρχισα, ως λογικότατον, την αναζήτηση από την κουζίνα σαν το πιθανότερον μέρος ύπαρξης μιας περίτεχνης οδοντογλυφίδας.

Και τι δεν βρήκα εκεί: Ένα μισοσπασμένο πιάτο γλυκού κουταλιού της γιαγιάς μου (δεν το πέταξα όμως), 2 αχρησιμοποίητα λερωμένα ποτήρια σαμπάνιας από κρύσταλλο Μουράνο, ένα μισοάδειο μπουκάλι σησαμέλαιο, 3 σοκολάτες ΙΟΝ με ημερομηνία λήξης πριν τριετίας, ένα πλάστη για φύλλο πίττας αλλά μόνον με ένα χερούλι κλπ., μα οδοντογλυφίδες δεν βρήκα,

Συνέχισα τo ψαχούλεμα διευρύνοντας το και στους 2 άλλους χώρους της μοναχικής μου διαβίωσης αλλά  και το αντικείμενο του. Ήλπιζα να βρω τουλάχιστον ένα σπιρτάκι, έστω και μισοκαμένο (απ αυτά τα παλιά του μονοπωλίου στο χαρτόκουτο), για του οξύνω την μύτη του και να κάνω την δουλειά μου, βρίζοντας ενδομυχώς τις νέες τεχνολογίες και τους ηλεκτρονικούς αναπτήρες.

Ανέτρεξα στα βάθη ντουλαπών, σεντουκιών, βιτρίνων και γραφείου και ανακάλυψα μεταξύ άλλων πολλών: Ένα ζευγάρι σκονισμένα λακέ παπούτσια (γιατί δεν ήρθε στον χορό τότε γμτ;) , το πρώτο μου ποιηματάκι (γέλασα), το πρώτο ραβασάκι που μου έστειλαν(έκλαψα), στις μπροστινές, εσωτερικές και οπίσθιες τσέπες επανωφοριών, παντελονιών, υποκαμίσων(σιδερωμένων και μη) τίποτα, απολυτήρια από διάφορους λοιμώδες χώρους αναγκαστικής διαμονής(γυμνασίων, πανεπιστημίων, στρατού κοκ), μια παλιά κασέτα με τραγούδια αγαπημένης μου χορωδίας, εντάλματα πληρωμής, προαναγγελίες κατασχέσεων κλπ. Μα πουθενά οδοντογλυφίς η έστω και μισοκαμένο σπιρτάκι.

Παίρνω κι εγώ των ομματίων μου και βγαίνω στο δάσος.
Και τι βλέπουν ευθέως τα αθώα και άπειρα ματάκια μου; Μια μισοξηραμένη ακακία με καλοδιατηρημένα αγκάθια.

Έκοψα προσεκτικά ένα και ανακουφίστηκα.