Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποι(ν)ήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποι(ν)ήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3 Ιουλ 2011

ΒΙΕΣ




Βία είναι η οργή της θύελλας σε άμοιρο βαρκάκι
Βία η ποταπή ματιά δημόσιου υπαλλήλου

Βία το ειρωνικό μειδίαμα σ ερώτα που δεν θέλεις
Βία είναι και η κοπή καινών φλογάτων ρόδων

Βία και το γιαούρτωμα αισχρού πολιτικού
Βία ο αποχαιρετισμός πολύχρονης αγάπης

Βία η δαγκωνιά του λιονταριού στο πόδι ελαφίνας
Βία είν΄ το κορνάρισμα του τζιπ να προσπεράσει

Βία το κίβδηλο χαμόγελο του πωλητή ονείρων
Βίαιος είναι και ο σεισμός που τα χαμόγια ρίχνει

Βίαια τα κλάματα παιδιών με σάπιο κι άδειο μέλλον
…σαν γνωρίζουνε την όψη, που με βιά μετράει την Γη!


20 Ιουν 2011

Θερμοπύλες



Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ' ίσοι σ' όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ' ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


4 Ιουν 2011

Η Σατραπεία



Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ' επιτυχία να σε αρνείται·
να σ' εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ' ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες, και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα Εύγε·
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά πού θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρείς στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης 


3 Ιουν 2011

ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΗΜΩΝ ( Εμμ. Ροΐδης )

Το έθνος ημών υφίσταται πολιτικήν τινά ζύμωσιν,

καθ´ ην τα ακαθαρτότερα στοιχεία ανέρχονται και
επιπλέουσιν εν είδει εξαφρίσματος, επί της επιφανείας.
Ο τοιούτος αφρός, κατέχων, κατα τους νόμους της φυσικής,
τα ανώτατα στρώματα, θέλει κυβερνά, φλυαρεί και κλέπτει
ασυστόλως την Ελλάδα, μέχρις ου τελειώσει η ζύμωσις και
λάβη ανα χείρας ο λαός την μεγάλην εξαφριστικήν κουτάλαν.


 
Εμμ. Ροΐδης
(1877)

29 Μαΐ 2011

Η ροή της φύσης…





Γαλήνια, ήρεμα, γλυκά
είν΄ τα νερά του Νείλου…
Πορεύει την αγάπη του
στης αραπιάς την άμμο…

Δίνει ζωή σε φοίνικες
ποτίζει τα γελάδια
δροσίζει νεαρά παιδιά
που κολυμπούν σε δέσεις

Μα σαν θολώσουν οι ουρανοί
και τρέξουν δάκρυα άγρια
ουαί σε κόρη μελαψή
που πλένει τα προικιά της


28 Μαΐ 2011

Για την Άννα της προσμονής





Τα μάτια της φανταχτερά
τα φρύδια δασωμένα
μα ένα δάκρυ που έτρεχε
στην άκρη των βλεφάρων
κανένας δεν το μάντεψε
κι ας έγινε ρυάκι...

Πολύ νωρίς δωρίθηκε
μ αντίτιμο δεν πήρε
Ήτανε χαλεποί καιροί
κι αυτή καστανομάτα

Κι αναζητεί μες σε βουνά
γυρεύει σ άγρια δάση
μην βασιλόπουλο και βρει
έστω φτωχό τσομπάνη
να της χαϊδέψει τα μαλλιά
αγάπη να της τάξει...


22 Μαΐ 2011

Τέλμα..



Ο βούρκος σ άκρη ξέφωτης οργής
μελαχρινού μα πολυκόσμιου δάσους
μυγών έβριθε πρασινωπών καλοθρεμμένων όμως…

Μια συστάδα τσουκνίδων φρέσκων και εξημμένων
δειλό ποδηλάτη απάντεχε απάνω της να πέσει...



ΑΠΟ...ΣΤΑΣΗ





Από στάση σε στάση
αναπολείς θύμησες
χλοών κοιλάδων
βουνών ομιχλωδών
προσμένοντας να φτάσεις

Κάπως ξαποσταίνεις αγκυλωμένα...

Στην διαδρομή
της νέας αναχώρησης
συναφή τοπία
ίσως και αισθήματα
προσδοκώντας τον σταθμό

Που θα σε καρτεράει μια ελπίδα...


15 Μαΐ 2011

Αναρριχήσεις...


Πράσινο τείχος ψήλωσε
στην όψη της σπηλιάς μου
φούντωσε πάνω σε κορμούς
παλιών θεριάτων πεύκων…

Σκαλώνουνε φθαρτά φυτά
σε ξένα αψηλοκόρμια
μια τύχη τους γυρεύοντας
ήλιο για να τους λάμψει...

Κι ο ήλιος τρέφει τα παλιά
μα θρέφει και τα σκάρτα...

Ταΐζει ανάξιες μνήμες μου
σιτίζει προσμονές μου
αλλά μ΄ αφήνει νηστικό
στην άβυσσο του ονείρου


6 Μαΐ 2011

Λιόγερμα στην Πάφο




Στην άκρη εδώ του λιμανιού
Γλυκό φιλί σου δίνω
Και μέσα απ΄ το βλέμμα σου
Μόνο αγάπη πίνω

Με φίλησες  σε φίλησα
Άναψε το κορμί μου
Κι έσβησε στη θάλασσα
Σαν ήλιος η ψυχή μου


25 Απρ 2011

ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ





Αθάνατος εξάπλωσε
στα βράχια να ηρεμήσει
από την άλμη του γιαλού
και του αγέρα μόχθο

Δυο χρόνια αντιστέκονταν
με σφρίγο και με τόλμη
πάν΄ σε γκρεμό ξερής ακτής
π΄ ούτε γλαρόνια πάνε

Στυλώθηκε, αντρείεψε
δάσωσε η κορφή του
είδε τον κόσμο από ψηλά
και όχθρεψε τ΄αγέρι
όταν τον ταρακούναγε
σε κορυφή και ρίζες

Κόπιασε ν΄ αντιστέκεται
περήφανος κι ανδρείος
τα πόδια του ήταν ασθενή
και ο κορμός του σάπιος

Έγειρε το κεφάλι του
σε διπλανό βραχάκι
είδε πάνω στις ρίζες του
νέα γενιά βλαστούσα
κορόιδεψε τον ουρανό
γλυκά απεκοιμήθει

6 Μαρ 2011

Ιθαγένειες




Στην άκρη εκεί του λιμανιού
στου Κάρντιφ το μουράγιο
ταβέρνα είχε από παππού
ίσως κι από προπάππου
Στου Μελαμψούλη έγραφε
μα οι μέθυσοι που ξέραν
φτιανότανε  μ  αδήλωτα
στο Άντρο του Προδότη

Σε τι έφταιγε τώρα αυτός
που κάποιον προπαππού του
τσιράκι είχαν πειρατές
στα τραπεζώματα τους
κι όταν μέσα στη σούρα τους
κρυφά μονολογούσαν
τα έλεγε στον γαλονά
μονάχα για μια λίρα

Έτσι ιδρύθηκε λεν΄ οι παλιοί
Βασίλειο Ενωμένο
με τα δουκάτα και φλουριά
που ήτανε κλεμμένα
κι όταν τα ξανακλέψανε
εγγλέζοι  λαθροθήρες
βαφτίστηκαν ανήμερα
σαν θησαυρός του γένους

Μα του προγόνου του αμοιβή
κληρονομιά στον γόνο
του τόπου ιθαγένεια
κι ας ήτανε μαυρούλης

Το μαγαζί νάναι καλά
να τρέφουν τα παιδιά τους
και όταν στο προαύλιο
δωσίλογους τα βρίζουν
χλομιάζουν λίγο και μετά…
πανόμοια τους είναι…

3 Μαρ 2011

Ξεχασμένο φτερό





Σε άνοιξη στο Κατμαντού
μου άναψε μια πίπα
φυρή ήταν η κόμη του
και άσπρη η γενειάδα

Το Σιβαράτρι γιόρταζε
του ενός Θεού του Σίβα
του ποιητή κι εκδικητή
καθώς και σ άλλους μύθους

Όταν μαράθηκε ο καπνός
μου ερύθρωσε το στέρνο
το πλούμισε με νάρκισσους
με βιάση να χορεύω
την σκηπτουχία να υμνώ
δυο νύχτες και μια μέρα

Κι εκεί στις οπτασίες μου
σ ένα νησί ονείρων
τούτος ο άνεμος του χτες
οκνό φτερό αγγέλου
στον χρόνο εστροβίλίζε
κι έτρεχα να το πιάσω
.


9 Οκτ 2010

Μοναξιές;;;



Αναποδιές




Ανάποδα κρεμάστηκε
Έρωτας στην ψυχή μου

Σαν νυχτερίδα που κάνε
φώλια της την καμπάνα
που κρέμεται υψιτενής
στον γνόφο της ζωής μου

Τριχιά που την κουδούνιζε
κομμένη σάπια κάτω

Ράγισε και πρασίνισε
χρόνια έχει βουβάνει
χαρμόσυνα και λυπηρά
δεν αναγγέλλει πλέον

Είθε ζουλάπια νύχτια
αγάπη ν αλυχτήσουν


Ακακίες



Δυο ακακίες άνθισαν
στου δάσους μου τον φράχτη
Σταφυλωτά τα άνθη τους
κι η ευωδιά μεθάει

Πρωί εσούρωσα κι εγώ
απ άρωμα της νιότης
μεσημεράκι έπινα ακόμη την θωριά τους
βραδάκι μεθοκουτρουλίζα
να πάω στο ρημαδιό μου

Πρωί παράθυρο άνοιξα
ακόμη μεθυσμένος
κι αμέσως ξαναμπέκρισα
νιώθοντας τ άκανθα τους


Καυτερά




Δυο καραφάκια τσίπουρο
με καυτερό μεζέ
στο τραπεζάκι αυτό θα πιώ
κι ας είμαι μοναχούλης
Έτσι αναπολώ κρυφά
τα πονηρά απογεύματα
που σ έπαιρνα αγκαζέ

Ήταν μονάχα αποβραδίς
Μέχρι την άλλη βάρδια
Σε σκοτεινή σκοπιά εγώ
κι εσύ ν’ ανασκελώνεις
σε ξένους πόθους ανδρικούς
να θρέψεις τα μπαστάρδια

Σε ήθελα, με ήθελες
μα το φτωχό πουγκί μου
δεν μ’  άφηνε να σε χαρώ
όπως το προσδοκούσες
Δυο καραφάκια τσίπουρο
ήταν η απόλαυσή μου

21 Σεπ 2010

Πηλιορείτικες νύξεις




(στο βάθος λιοστάσι)









Αγριά




Μούργος βράδυ εγαύγιζε

τον ήχο των κυμάτων

κι ένα ζευγάρι Αλβανών

έφτυσε απάν΄ στο χώμα

γιατί ήτανε πολύ φτηνό

το μεροκάματο τους


Κόπιασαν οι αέρηδες
η φύση γαληνεύει
ένα φεγγάρι μισόγιομο
πάει να ξεμυτίσει
πίσω απ΄ του Πήλιου πλαγιές
Αιγαίου ληστών λημέρια

Εμάλωσε στην ξενιτιά
ερωτικό ζευγάρι
μα η νύχτα τους ημέρωσε
μ ένα τραγούδι γρύλλων
μοιρολογώντας στα νερά
των Διγενών κατάντια
γλάρου μπεκρή τρικλίζοντα
ν αναζητά φωλιά

Πριν ξημερώσει φούντωσε
η γκρίνια της γυναίκας
που κουρασμένη θήλαζε
μωρό μ αποκομμένο γάλα

Άνδρα ακαλημέριστο
σε ζήσης του αγώγι
αλύχτησε ένα σκυλί
δεμένο με λουρί



΄Αφυσσος



Μια σημαδούρα κίτρινη

χόρευε στο μουράγιο


Ήρεμα ήταν τα νερά

τρανή η προσμονή της


για καραβάκι που ήθελε

απάνω της να δέσει


Μα ούτε γλαράκι του γιαλού
μήτε καλαμαράκια
μαντάτα δεν της φέρανε
πως ήταν βυθισμένο


Πορταριά


Τσιμέντα επιβλητικά

σε ξέκληρα λιοστάσια

αμπέλια που μπαζώθηκαν

για να γενούν γιαπιά

ένας δραπέτης κόκορας

να λάλει απελπισμένα
σε δρόμο που κατέθαψε
κοτέτσια φανταχτά

Πουλήθηκαν προίκιοι αγροί
για τις σπουδές της κόρης
κόποι γενιών ατίμητοι
γι αξίες μιας στιγμής
και η καλύβα του παππού
που έκτιζε χειμώνες
ταξίδι γαμησιάτικο
ενός μοναχογιού

Ένα τζιπάκι ζήλεψε
γαιδάρου μονοπάτι
μα σκάλωσε στη διάβα του
σε ρίζα καστανιάς
ψαρόβαρκα εχλέβασε
ισχύ τρακόσιων ίππων
μα φουσκωτό της έκοψε
στη μέση την συρτή

Θεριεύουνε μπετά σκαριά
με τούβλα αμπαρωμένα
μ αλουμινέ παράθυρα
πλακόστρωτες αυλές
τρεις πλαστικές γαρδένιες
να παίζουνε τσιλίκι
τα θερινά απογεύματα
με γύψινες θέες

Λήσταρχοι κοκορεύονται
για πέτρες λαξεμένες
και πληρωμένους έρωτες
διάρκειας δυο λεπτών
για τα γοργά τους τα πλωτά
και εμπριμέ πισίνες
γεμάτες από ίδρωτα
λαθραίων μεταναστών


Αργαλαστή


Δέκα κουρούνες κούρνιασαν

σε γέρικο πλατάνι

στην φαλακρή του την κορφή

σε ξεραμένα κλώνια



Γεμάτες οι κοιλίτσες τους

από σκουπίδια πλούτου

Ένας αλήτης ξάπλωσε
στις ρίζες του πλατάνου
Γουργούραε το στομάχι του
κι αυτές τον περιπαίζαν


Χορευτό


Ερωτικά χαϊδολογούν

τα κύματα τους σκίνους

Ερωτικά μοσχοβολούν

οι ανθοί του περγαμόντου

Ερωτικά είναι στο δειλινό

τα σκέρτσα της γυναίκας



Μυλοπόταμος


Δυο δελφινάκια σμίξανε
σ ανάβαθα πελάγη
κι ένα ελάφι βάτεψε
πέντε έξι θηλυκά
σ ένα φθινόπωρο ψυχρό
μ ολόγιομο φεγγάρι
Κι εσύ ρωτάς πως πάντρεψα
τα τρία μου παιδιά

Ζεστός ήταν ο αφρός
και τα δελφίνια παίζαν
Χορτάσανε με λούλουδα
του θέρους οι ελαφίνες
Κι εγώ σε μπόρες εαρινές
ή λίβες φθινόπωρου
το ταίρι μου έψαχνα να βρω
για μια απανεμιά


Μηλίνα


Ένας αφρός στο πέλαγο

εφάνταζε σαν άτι

σαν μια ανέμελη κραυγή

που κάλπαζε

για ερωτικές βουτιές



Μα στο μικρό μπαλκόνι μου

μυροβολούσε αγάπη
από τις καταπράσινες
ανθούσες λεμονιές





Πλατανιά


Μια καβουρίνα κιότεψε
να πάει ταξιδάκι
Κι ένα γλαράκι θάρρεψε
να την ερωτευτεί
Μα εκείνη αμέσως πονηρά
του έκλεισε το μάτι
και πήγε να ανταμωθεί
με σπάρο στα βαθιά


Γκατζέα


Η λεμονιά κουράστηκε
να ζει στο ίδιο μέρος
και φώναξε ένα κόρακα
να παραπονεθεί
Μ αυτός αμέ της έκλεψε
ένα μεστό λεμόνι
και έχεσε τους σπόρους του
σε διπλανή ακτή


΄Αη Γιάννης


Πανήσυχος ήταν ο γιαλός
μειλίχιο το χαλίκι
λιτός ήταν κι ο έρωτας
που νιώθαν για τον άλλο

Μισό φεγγάρι κίτρινο
κρατούσε φαναράκι
χάιδευε ράχες των χεριών
μ αυτοί σε παραζάλη
δεν βλέπαν, δεν ακούανε
μόνο στιγμές γευόταν

Μα όταν τα χείλη σιγανά
το σ αγαπώ φωνάξαν
αχοί των καταδιωκτικών
κάλυψαν την λαλιά τους


Μακρυνίτσα


Οργίστηκε ο Ερίγδουπος
από γαζέλας νάζια
που σε πλαγιές του Πήλιου
καιρό την λιμπιζόταν

Σκυθρώπιασε ο Μύτικας
μ αντάρα εκουκουλώθει
κ αρχίνισε ο παλιός θεός
να βρίζει να βροντάει
Τότε η κεφαλογέννητη θεά
ορθή εστάθει αντίκρυ
αγρίως τον κατσάδιασε
να μην παραλογάει
από τα σκέρτσα καλλονών
που θεν να τον τσιτώσουν

Αραίωσε το νέκταρ του
με δροσερό νεράκι
χαλίνωσε τους κεραυνούς
και βγήκε πάλι ήλιος

Μικρή γαζέλα μειδίασε
με το κατόρθωμα της
κι από το ντέρτι του ο θεός
έκλαψε μια βροχούλα


Μύλος


Γλάρος λευκός φτερούγιζε
σε κόλπου κυματάκια
Μακρύ ταξίδι έκανε
να βρει κάνα ψαράκι
μη λιγοστέψει η πείνα του
να τρέψει γλαροπούλια

Τον γόνο των αφρόψαρων
τον ψάρεψαν με δίχτυ
και τον προσφέρουν σε ουζερί
σε πλουσίους τουρίστες


Ζαγορά


Ξαλάφρωσαν τρεις καστανιές
απ τον καρπό του θέρους
κιτρινωπά ακανθόμηλα
γέμισαν τις ποδιές τους
την διπλανή την ρεματιά
κρύφτηκαν μες στις φτέρες

Μα που ΄ναι τα αγριογούρουνα
να πάνε να τα φάνε
που ΄ναι τα χέρια τα φτηνά
να παν΄ να τα μαζέψουν…

Και καστανόχωμα σε λαϊκές
εισαγωγής πουλάνε


Λεφόκαστρο


Σε λόφο του Λεφόκαστρου

που σκάει πρωί ο ήλιος

μικρός βωμός τ΄ Απόλλωνα

εγίνηκε ξωκλήσι

κάποιου Εβραίου ζηλευτή

που βάφτισαν προφήτη


Κέδρινο τέμπλο φτιάξανε
και δρύινα στασίδια
Λιθάρια ολύμπια στην αυλή
οι πάγκοι που αγναντεύεις


Καλά Νερά


Σε αμμουδιά Καλών Νερών

μάζεψε δυο κογχύλια


Ένα μικρό κατάλευκο

αγνό σαν κοπελούδα

στο μαξιλάρι το ΄βαλε

να τον αποσπερίζει


Ένα μεγάλο φανταχτό
με φιλντισένια όψη
ψηλάφιζε τα δειλινά
σε φεγγαρίσιες σκιάδες


Χόρτο


Είναι σκληρός κι ευέσχιστος

σαν πηλιορείτης λίθος

μα όταν τα βέλη του έρωτα

βογκίζουν στην ψυχή του

με θραύσματα πλακαδερά

κτίζει θεώρεια στέγη

να προστατεύσει το κορμί
από βροχές και χιόνια



Νεοχώρι



Ξεσπάθωσαν οι κεραυνοί

μέρεψαν οι βροντές τους

κι ένα φεγγάρι κόκκινο

λόφο κοντό φωτίζει

γιόματο από λιοστάσια

μ ελιές ν αγκομαχούνε

από τον πλούτο της σοδειάς
του ερχόμενου χειμώνα

Κι εμένα το κορίτσι μου
πολλά με καρτεράει
Την ξενιτιά ν απαρνηθώ
το τζάκι της ν ανάψω



Μούρεσι



Ένα καράβι σύννεφο

έπλεε προς το Πήλιο

Στ αμπάρι είχε αστραπές

και βρόντους του Ολύμπου



Φθινόπωρο ερωτεύτηκε

την θάλασσα την πλάνα
Εφίλησε τον κόρφο της
και έσμιξε μαζί της

Στον γάμο τους χορέψανε
περβόλια κ ελαιώνες
μεθύσανε οι ρίζες τους
με τον ιδρό του πόθου


Κάτω Λεχώνια


Δυο σκυλάκια τρέχανε

μπροστά από μια κυρία


Γαυγίζανε, δαγκωνόντουσαν

κατούραγαν στα δένδρα

χαιρότανε την λευτεριά

τριών τεσσάρων μέτρων
Αυτή που τους επέτρεπε
το μήκος του λουριού τους


Πλατανίδια


Δεν ξέρω, αν ήτανε Σκορπιός

Δίδυμος ή Παρθένος

Εγώ ένα χέρι εθώπευσα

που βρέθηκε κοντά μου





Φύκια το μαξιλάρι μας

με άμμο σεντονάκι
Στο τζάκι, πέτρες της ακτής,
κουπιά σπασμένα καίγαν

Δεν άκουα τι μου έλεγε
δεν νόησε τι είπα
Κορμιά ιδρωμένα σιωπηλά
ψυχόστρατες ανιχνεύαν


Τρίκερι


Πολλά αστέρια στα υψηλά

κι εμείς ξάπλα στην άμμο

Μα ένα άστρο οκνηρό

βαρέθηκε να λάμπει

κείνο το Σαββατόβραδο

που γλυφα τα βυζιά σου

Δευτέρα βράδυ σελάγισε
μα εσύ είχες πετάξει…


Πινακάτες


Δροσοσταλίδα μάγεψε

ανατολίτης ήλιος

πάνω σε ελαιόφυλλο

που έσειε αεράκι



Λαμπύριζε χρυσόξανθα

στα κόκκινα ντυνόταν

μετάλλαζε πρασινωπά
χορεύοντας, γελώντας

Εκείνος εκορδώθηκε
θερμό φιλί της στέλνει
την ζάλισε, την αντράλισε
την έριξε στο χώμα