Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρητικές παραισθήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρητικές παραισθήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Ιουλ 2010

Αλλού


Κατά τύχη μπήκα σ εκείνη την γκαλερί, που ούτε καν την είχα προσέξει στον καθημερινό δρόμο της επιστροφής μου.
Ήταν μια από κείνες τις φθινοπωριάτικες μέρες, που ξαφνικά ερημώνει ο ουρανός από πετούμενα και η γη από ζώα, μουνταίνει το περιβάλλον , η ξαφνική θεριεμένη μπόρα γεμίζει δρόμους αλάνες ,αυλές σκουπίδια και αναγκάζει τους πεζούς να πάρουν τον δρόμο των ερπετών.

Έτσι τρύπωσα κι εγώ μαζί με άλλους ομοιοπαθούντες στην άσημη αυτή γκαλερί. Ίσως να ήταν η βροχή ή ίσως κάποια σωματική ανάγκη που με ώθησε στον διάδρομο της τουαλέτας και τότε τον είδα σε μια γωνιά ξεχασμένο και κατιτί σκονισμένο.
Μικρός και σχεδόν σκοτεινός ήταν αυτός ο πίνακας και μάλλον του ταίριαζε η ανάρτηση του εκεί, γιατί κανένας ευυπόληπτος αγοραστής δεν θα τον κρεμούσε στο καθιστικό του.
Σκοτεινοί θάμνοι ή σκιές θάμνων και στη μέση λουόμενο από ένα θολό φεγγαρόφως ένα λεπτό γυναικείο κορμί με τζιν και ροζ μπλουζάκι, σαν κοιμώμενο ανάσκελα στο πλακόστρωτο. Με ανοιχτά τα σκέλη, απλωμένους βραχίονες και μόνο η κεφαλή ονειροπόλα ακουμπισμένη στον δεξί ώμο με το πρόσωπο γερμένο προς την μεριά της παλάμης. Και στην παλάμη κρατούσε σφιχτά κάτι σαν ξεραμένα φύλλα ή μια κομμένη μπούκλα της. Στα μαλλιά της λαμπύριζε μια θαλασσιά ή μενεξεδί κορδέλα.

Δεν διερωτήθηκα πως βρέθηκε εκεί στη μέση της νυχτιάς το σώμα αυτό. Ίσως να είχε πέσει από το φεγγάρι, από κάποιο αδύναμο σύννεφο η από τις αρπάγες κάποιου μεγάλου ξωτικού.
Κάτι μου θύμιζε ο πίνακας αυτός. Μια ξεχασμένη φούγκα, τον στίχο ενός τραγουδιού, μια στροφή κάποιου ποιήματος;; Και δεν ξέρω αν ήταν μια τελευταία αστραπή ή ο απόηχος της βροντής της και θυμήθηκα:

«Κι όλο να πνέει, να μάς ωθεί αυτός ο άνεμος μαζί
πέρ' από τόπους και καιρούς, έως ότου - φως μου -
(καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν' η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ' την τρικυμία αυτού τού κόσμου»

Έφυγα αμέσως και βγήκα στους δρόμους, όταν αποχαυνωμένο με ρώτησε η ιδιοκτήτρια της γκαλερί, αν μου αρέσει ο πίνακας.Κι εκεί ανάμεσα στις τελευταίες στάλες της καταιγίδας είδα να τρελλοκουνιέται αγέρωχα μια κορδέλα φανταιζί.
Προσπέρασα βιαστικός την κοπελιά, σταμάτησα απότομα και γύρισα να δω το πρόσωπο της.
Ξαφνιάστηκε, ανταποκρίθηκε στο χαμόγελο μου και συνέχισε ο καθένας μας τον δρόμο του για το Αλλού του.

Οδύσσεια


Γι αλλού πήγαινα κι αλλού προσάραξα.
Κατέβηκα Θησείο αντί για Μοναστηράκι.
Πότε είμαι θύμα και πότε θύτης, αναλογίστηκα σαν μοντέρνος Μάκβεθ, όταν συνειδητοποίησα το λάθος μου. Και ποια θυσία σε εξιλεώνει στον δύσβατο δρόμο για την Ιθάκη σου στην αέναη περιπλάνηση μεταξύ ποθητού και εφικτού;
Αν ήταν κάποια συνέργεια των Τυχών η απλά συντυχιά σε αβύσσεια αλληλοπορεία δεν θα μαθευτεί.

Πήρα τον δρόμο ποδαράτα και στο παλαιοβιβλιοπωλείο "ΕΡΑΤΩ" περιεργαζόμουν τα αραδιασμένα στα ράφια βιβλία με μόνο αισθητικό και ίσως ουσιαστικό κριτήριο την τεχνοτροπία της βιβλιοδεσίας τους.
Σε μια σειρά βιβλίων με κοκκινωπό σκληρό δέσιμο σταμάτησα ασυναίσθητα. Κάτι έλειπε εκεί, μα τι;
Έβγαλα τα γυαλιά μου για να διαβάσω το όνομα του συγγραφέα και τους τίτλους των: Ν. Καζαντζάκη, όλα του τα έργα, στην εκδοσή Ελί. Καζαντζάκη. Όλα; Όχι κάποιο έλειπε εκεί, μα ποιο;
Μα ναι! Έλειπε το ογκωδέστερο και ψηλότερο, το αγαπημένο της εφηβείας μου βιβλίο του παρά τι αφορισμένου.

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ…

Σαστισμένος ρώτησα τον παλαιοπώλη:
-Την Οδύσσεια του Καζαντζάκη δεν την έχετε;;;-Δυστυχώς όχι και είναι συλλεκτικής άξιας Κύριε, άλλα για 150-200 Ευρώ ίσως μπορέσω να σας το βρω, απάντησε με εμπορικότατο ύφος εκείνος.
Με τα φρύδια μου σε σχήμα ενός μεγάλου ερωτηματικού απομακρύνθηκα και σταμάτησα για λίγο στο διπλανό δισκάδικο, για ν ακούσω το
 “ποτέ, ποτέ καρδιά μου μην ξαναγαπήσεις..” αρχοντορεμπέτικο που τραγουδούσε ο Τζώνης.

Πριν ακόμη τελειώσει το καρδιοσπαρακτικό άσμα με σκουντάει ο διπλανός βιβλιοπαλαιοπώλης σχεδόν κραυγάζοντας με αγαλλίαση της απεραντοσύνης:

-Πέτυχες το Τζόκερ φίλε μου, μου λέει, και σχεδόν σέρνοντας με τραβάει στο μαγαζί του όπου εναποθέτει στα απροετοίμαστα χέρια μου την ογκώδη ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Κρητικού.

Έμεινα τουλάχιστον 2 λεπτά ασάλευτος, μέχρις που το βάρος της αδάμαστης ηρακλιώτικης ευγλωττίας με προσγείωσε και ψιθύρισα:
-Μα δεν ήθελα να το αγοράσω! Μια απορία εξέφρασα μόνο!
-Δικό σας Κύριε! Δώρο του καταστήματος, μου απάντησε εκείνος με ευρύ χαμόγελο Αγιοβασίλη.
-Μα γιατί; κατόρθωσα πάλι να ψελλίσω.
-Μόλις μου το άφησε στον πάγκο μου μια νεαρή κυρία με κρητική προφορά και με την εντολή να το δωρίσω στον πρώτο ενδιαφερόμενο για βιβλία του Καζαντζάκη. Αυτή το είχε αποστηθίσει, είπε.
-Μα ποιος αναρωτήθηκα φωναχτά μπόρεσε να αποστηθίσει τις 892 πυκνογραμμένες σελίδες του μεταφρασμένου ομηρικού έπους; Κάποιος από τον Άρη;
-Το ίδιο την ρώτησα κι εγώ Κύριε, είπε ο παλαιοπώλης, κι αυτή μου απάντησε:
-Όχι από Αλλού.
-Να την φίλε μου! Η κυρία με τον φιόγκο στα μαλλιά, που τώρα στρίβει στην γωνία!

Γύρισα να δω και είδα να τρεμοδιαβαίνει και να χάνεται στο πλήθος μια κορδέλα φανταιζί, που ο φιόγκος της θύμιζε ειρωνικό χαμόγελο παλιάτσου.
Και υπόκωφα ακουγόταν ένα σφύριγμα στην μελωδία:
 “Πάρε, ότι θέλεις παλιατζή...”

Θεές των φιδιών


Έφτασα 20 λεπτά νωρίτερα στο ραντεβού μου.
Σ΄ ένα παγκάκι με φυσική θέρμανση καχεκτικό χειμωνιάτικο ήλιο μα με το ανατολικό ενετικό τείχος να μισοπροστατεύει τα νώτα μου από τον κρύο λεβάντα, μακάριζα έναν σταχτοκίτρινο αθάνατο σε μια άκρη του προαύλιου. Αφήνεται να τον πλαγιάσουν οι ορμές των καιρών, σκέφτηκα, μα ευθύς από τις ρίζες του θα βλαστήσει καινούριος σαν το μυθικό πτηνό φοίνικας από την στάχτη του.
Επιμήκυνα επίτηδες για μια μέρα επαγγελματικό μου ταξίδι και πετάχτηκα με την πρωινή πτήση. Είχα αρκετό καιρό μέχρι τις 12 και εκπλήρωσα το τάμα μου στον τάφο του παρά τι αφορισμένου. Ξαναδιάβασα φωναχτά το επίγραμμα που είχα κάνει προσωπικό και επαγγελματικό οδηγό μου τα τελευταία χρόνια και του γύρισα ασυνείδητα την πλάτη. Δεν ήμουν πλέον σίγουρος.

Ξεδιάλεξα από την τσέπη του πανωφοριού μου το πετραδάκι που μου είχε φαντάξει σε μια βερολινέζικη αλάνα, κοντά στην πύλη του Βρανδεμβούργου, και το πέταξα στην κατεύθυνση του τάφου του.

- "Έτσι για να θυμηθείς ίσως τα νιάτα σου και την Γερμανοεβραία αγαπητικιά σου", ψέλλισα, σαν σπονδή σε άγνωστο Θεό.

Ίσως και να ΄ναι κομμάτι του πεσμένου τείχους, αναλογίστηκα. Τα υλικά τείχη φθείρονται από τις εποχές, μα τα ψυχικά μόνο με την φανταστική φθορά τους, πρόσθεσα. Εκτός κι αν βγάλεις από την σκέψη σου καθετί που αγαπάς, για να μείνεις τελείως μοναχός σου.

Οι ¨μοναξιές μας¨ συναντηθήκαν τυχαία στο διαδίκτυο.Η μοναχικότητα είναι επιλογή, έγραψε κάποτε, μα η μοναξιά γεννάει φαντάσματα που τα ζωντανεύει η γοητεία του πείσματος σου.

Απομακρύνθηκα στην αγνή μοναχικότητα του δάσους μου. Εκεί που η καθημερινότητα εμπλουτίζεται από το τρομαγμένο πέρασμα νεογέννητου ζαρκαδιού και το αναμόχλευμα του εδάφους από αγριογούρουνα. Εκεί που η φύση συμβάλλει στην φθίση ενός στείρου παρελθόντος, στην απάρνηση της μοναξιάς του πλήθους.
Είχαμε και οι δυό τις εμπειρίες μας στον χώρο του εικονικά υπαρκτού και μετά από μερικά εύγλωττα λογοπαίγνια βαρέθηκα.Μόνο ματιά με ματιά, της είπα, συνεχίζω.Μου την είχε δώσει αρκετά η προσκαιρότητα τέτοιων επαφών με μοναδική αφετηρία και σκοπό την πλήρωση της νυχτερινής πλήξης.

Ακολουθώντας την ρήση του Γκαίτε, ότι τα ταξίδια μορφώνουν, δώσαμε ραντεβού για να δούμε τις μορφές μας. Σάββατο μεσημέρι έξω από το αρχαιολογικό μουσείο.
Σκούρο πανωφόρι, ματογυάλια, γκρίζο μουστάκι και κόκκινο κασκόλ, της έγραψα, για την περίπτωση που η φυσική μου φωτογένεια παραμόρφωνε την ώριμη επιδερμίδα μου..Εγώ, όπως είμαι στην φωτό μου, αποκρίθηκε, με το φανταχτερό πλατύ φακιόλι στα μαλλιά.

Μα εγώ θα την αναγνώριζα από το παιχνιδιάρικο χαμόγελο της και μόνο.

Είχα μεν τις επιφυλάξεις μου, επειδή υπήρχε μια σημαντική διαφορά ηλικίας στα προφίλ μας, μα ο Νάρκισσος μέσα μου έλεγε, ότι τις έξυπνες γυναίκες διαφεντεύει μια προτίμηση για ωρίμους άντρες...  Και δεν είχα ακόμη αρχίσει να σαπίζω. Μα ούτε είχα καμιά όρεξη πλέον να τσουλάω παιδικά καροτσάκια και τον ρόλο της ασφαλιστικής εταιρείας τον έπαιξα ήδη πάνω από 25 χρόνια.

Με ερέθιζε λιγάκι, έτσι για του τρελού το δίκιο, και η πραγμάτωση μιας εικονικής έστω διαδικτυακής επαφής. Κάπου υποσυνείδητα είχα καταγράψει, ότι πάντα η γυναίκα υποψιάζεται την ειλικρίνεια του άνδρα και ο άντρας εμπιστεύεται την γυναικεία πονηριά.
Μπήκα στο μουσείο λίγο μετά τις δωδεκάμισι. Πρωταρχικά για να δω μετά 2 δεκαετίες πάλι τα εκθέματα αλλά και με την ενδόμυχη αμφιβολία, ότι δεν πρόσεξα την είσοδο της ή δεν με αναγνώρισε κι αυτή στο προαύλιο.Περιτριγύρισα προσέχοντας περισσότερο τις επισκέπτριες παρά τα μουσειακά εκθέματα.

Σταμάτησα στην τέταρτη αίθουσα ξαναπαρατηρώντας με έμπειρο πλέον μάτι τα ειδώλια από φαγεντιανή των Θεών των όφεων.Πάλι ο καταραμένος όφις μπροστά μου!
Καταραμένος;;;;
Μα μόνο στον Ιουδαιοχριστιανισμό είναι το φίδι σύμβολο καταστροφής και κινδύνου. Σε όλες τις αρχέγονες θρησκείες είναι εφαπτόμενο και σύντροφος της Γαίας-Μητέρας, συμβολίζει την γνώση και την αέναη αλλαγή-μετεξέλιξη της, σαν την ανοιξιάτικη αλλαγή του δέρματος του.

«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με την σμέρνα.»

Αλλού σε λέγανε Ανάντα, Κουντανίνι, Μεχέμ, Μίντγαρντ, Ζεμήνα, Ουρομπόρος, εδώ Πυθία από το σανσκριτικό Budh, που σημαίνει απόλυτη γνώση, Βούδα.
Μα στην Παλαιά Διαθήκη της ηθικής μας είναι το σύμβολο της αφορμής της εκδίωξης των πρωτόπλαστων από τον παράδεισο, επειδή ο πονηρός όφις πρόσφερε στην Εύα κι αυτή μετά στον Αδάμ τον απαγορευμένο καρπό του δένδρου της γνώσης.
Ο πειρασμός που παραμονεύει τις από ¨ηθικές¨ αφύλαχτες αγνές ψυχές;;;
Ίσως και για αυτό η ταύτιση στην Αποκάλυψη του Ιωάννη του φιδιού με τον Εωσφόρο, το ¨πίστευε και μην ερεύνα¨ των Λατίνων; Όπως και ο λόγος της τιμωρίας του Δεσμώτη Προμηθέα;;; Μα μήπως είναι αυτό το Δαιμόνιο, που προσπαθεί να υλοποιήσει κάποια ιδανικά μας να προσεγγίσει τις σφαίρες της ψυχής και του σώματος;;;


Και μπροστά μου οι δυο μινωικές θεές στην αντίθεση τους. Χωρίς καμιά φοβία η απέχθεια στους εφαπτομένους συντρόφους τους. Ντυμένες με μακριές μέχρι τους αστράγαλους φούστες, με περίτεχνες κεντητές ή υφαντές ποδιές πάνω στους μεσογειακούς γόνιμους γοφούς τους και με στενά εφαρμοστά περικόρμια, που αφήνουν έκθετα τα πλούσια στήθη τους, αναζητούν μάλλον το Άλλο τους ή το Αλλού τους.

«Γυναίκα θα πει πουτανιά, τσαχπινιά και ξουράφι μυαλό…»

Διαφέρουν όμως στην ερωτική εξωτερίκευση τους.
Τι συμβολισμοί Θεοί μου!!!!

Η μεγάλη Θεά με τυλιγμένο στην γονιμοποιό λεκάνη της τον Πύθωνα της αέναης ζωής και στους βραχίονες της ανάγλυφα σαν τατουάζ ελισσόμενες οχιές. Οι στρόβιλοι του σύμπαντος που χειρίζονται την ζωή! Η ματιά της με την μελαγχολία της εμπειρίας αλλά όχι απελπισμένη. Οι παλάμες της ανοιχτές ικετευτικά σαν διακονιάρας του έρωτα ή ελκυστικά σαν ηλικιωμένης κορινθιακής ιέρειας:
- " Έλα τώρα που σε θέλω! Δεν έχω πολύ καιρό μπροστά μου! Εκλιπαρώ το σπέρμα σου! Τα βυζιά μου πλαδαραίνουν και χρειάζονται χάδια ανδρικά! Θέλει να φουντώσει ξανά η κοιλιά μου..."

«Ένας άνεμος ερωτικός φυσάει απάνω στη Γης, ίλιγγος κυριεύει όλα τα ζωντανά και σμίγουν στη θάλασσα, στις σπηλιές, στον αγέρα, κάτω από το χώμα, μεταγγίζοντας από κορμί σε κορμί μια μεγάλη ακατανόητη αγγελία.»

Και η κόμπρα πάνω στον κωνικό πίλο της να ξεφωνίζει:

«Δε χωρώ! Δε χωρώ! Θέλω να ξεφύγω!....Θέλω να γεννήσω γιόν ανώτερο μου!»

Απ΄ την άλλη μεριά η ερωτική αντίθεση της νεότητας.Τα μάτια διερευνητικά και το ένα ιδιαίτερα προκλητικό. Την μέση της δεν την περικλείει φίδι, μα σαν κλείδωμα του ζωστήρα της ένα ερωτηματικό. Είναι ακόμη παρθένα;;;
Στα χέρια της κρατάει 2 φίδια αλλά όχι από το κεφάλι για να τα δαμάσει, αλλά σφιγμένα στην μέση τους, σαν να τα έχει υποδουλώσει. Δυο φαλλούς στην διάθεση της και να μην ξέρει ποιον να διαλέξει;
Ή να τους θέλει και τους δυο;

Και στην κορώνα της κόμης της ένα αιλουροειδές ζώο, σαν την μαϊμού του γύφτου που χορεύει αλυσοδεμένη στον σκοπό του ντεφιού του και σκαρφαλώνει στις πλάτες και στο κεφάλι του αφεντικού της. Σαν τον άντρα του κεφιού της. Τα χέρια με τα φίδια υψωμένα προς τα πάνω, σαν να θέλουν να φοβίσουν το ζωάκι στο κεφάλι της.

«Κι αρχίζει πάλι το ανηφόρισμα ο πόνος και ξαναγεννιέται η χαρά και ξαναπηδάει η νέα ελπίδα. Ποτέ δεν κλείνει ο κύκλος. Δεν είναι κύκλος είναι ένας στρόβιλος που αιώνια ανεβαίνει, πλαταίνοντας, τυλίγοντας, ξετυλίγοντας, τον τρισυπόστατο αγώνα.»

Ποιές να ήταν οι ζωές τους: Ποιές να ήταν οι ζωές των δημιουργών τους και τι σκέφτονταν, όταν τις καλλιτεχνούσαν; Ήταν μόνο ένας και με το πλάσιμο του πηλού έπλαθε κι ένα κομμάτι της γυναίκας του, της ερωμένης του, της ποθητής του;;; Ήταν ερωτικά ερεθισμένος και με το βάψιμο του μπούστου και των γοφών εκστασιαζόταν;;; Ήταν πολλοί οι δημιουργοί σε αισθησιακό όργιο με τις δυό θεές;;;

Η ζωή του καθενός είναι το παρελθόν και η θύμηση. Το παρών στιγμούλα ανάμεσα του και στην ελπίδα της πραγμάτωσης των προσδοκιών μας. Το μέλλον δροσιά στην δίψα της φαντασίας μας.

Με έδιωξε ευγενικά μια επιστάτρια:
- "Συγνώμη αλλά πρέπει να κλείσουμε. Κι εμείς οικογένειες έχουμε."

Στο προαύλιο ο αθάνατος δεν είχε ενδώσει ακόμη προσδοκώντας ορμητικούς βοριάδες. Στην κορφή του ένα μοναχικό σπουργίτι περίμενε να απομακρυνθεί η γκρίζα γάτα που λιάζονταν νωχελικά στο παγκάκι, για να τσιμπολογήσει τους σισαμόσπορους από το κουλούρι κάποιου περαστικού.
Η κοπελιά με την φανταιζί κορδέλα στα μαλλιά πουθενά. Μ΄ έστησε!

Κάτω δεξιά μου έβλεπα τις Καμένες της Σαντορίνης, που ίσως φταίνε για την λησμονιά των μινωικών θεοτήτων, και συλλογιζόμουν ποιά από τις 2 θα διάλεγα εγώ, αν ήμουν εκεί.
Κι αν ήμουν αλλού;;; Και τι στο κάτω κάτω της γραφής ξεχωρίζει το Εκεί από το Αλλού;;; Η διεύρυνση του χώρου με τον χρόνο ή η συρρίκνωση του χρόνου στον χώρο;;;
Την φιλοσοφία την διέκοψε κάποιο τραγούδι. Κάτι σαν αντίλαλος των ταλαντώσεων των χορδών της ύλης:

«Πώς να αντέξει ο θάνατος τέτοια μοιρασιά…. Κι εγώ αλλάζω μορφή στα φιλιά σου.»

Οι τελευταίες αχτίδες του ωχρού ηλίου φώτισαν μπροστά μου την σιλουέτα της νέας θεάς με τα δυο φίδια στα χέρια. Μα όχι! Δεν κρατούσε φίδια μα δυο κορδέλες, στο αριστερό μια λεπτή μενεξεδιά και στο δεξί μια πλατιά σε τριανταφυλλί χρώμα, που ανεμίζονταν υψωμένες αποχαιρετώντας μια θολή προσδοκία.

-"Τι προτιμάτε;;;", ρώτησε η θεά των κορδελών.
-"Θα πάρω την φανταιζί, την τριανταφυλλιά", απάντησα.
-"Α!!!! Τσάι θέλετε", αποκρίθηκε και μου πρότεινε την δεξιά κανάτα.

Μακάρισα τη στιγμή που έσκυψε να γεμίσει την κούπα μου.
Ανασηκώθηκα αυτοστιγμεί και της πάσαρα ένα ηχηρό φιλί ανάμεσα στα δασιά της φρύδια, σίγουρος ότι δεν θα με χαστουκίσει.
Στο στόμα της λαξεύτηκε παιχνιδιάρικα ένα ίσως ειρωνικό χαμόγελο κι από τα μισάνοιχτα χείλη της ξέφυγε σαν σφύριγμα:

«ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ: ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!»

Βγαίνοντας από το αεροπλάνο έδωσα διακριτικά στην θεά των κορδελών την επισκεπτήρια κάρτα μου.

Την δέχτηκε!

Λυγμός ανάμεσα στο πρέπει και στο θέλω

Προσπαθούσε να την πλησιάσει εδώ και ενάμισι χρόνο ανεπιτυχώς.
Έκανε την φιγούρα του για να προσελκύσει την προσοχή της, μέχρι που της έγραψε και ραβασάκι, που αυτή το παράτησε αδιάβαστο. Δεν ενέδωσε και συνέχισε να την παρατηρεί στους χώρους του καθημερινού της χαχανίσματος.

Αν και χαζογελούσε, όπως και όλοι οι παρευρισκόμενοι, εν τούτοις διέκρινε, έτσι νόμιζε τουλάχιστον, μια δροσιά ιδιαίτερου πνεύματος στις παρεμβολές της. Ήταν κάτι σαν απόκρυφα μηνύματα χωματένια, που στέλνουν μαγικά πλάσματα από μια εγκρατή ζωή, φαίνονται γήινα αλλά ίσως και να εμπεριέχουν κάτι άλλο εξωπραγματικό.

«Τα παλικάρια πάνε από μεράκι» της είπε και τότε μόνο αντέδρασε.
Μάλλον ήθελε να δοκιμάσει την ανδρεία του.Ήξερε, ότι ήταν κοινωνικά δεσμευμένη, με παπά, κουμπάρο κι ένα δωδεκάχρονο αγοράκι.
Μα την ήθελε!Κι αυτή ίσως γέννησε τους θεούς του ονείρου της από ατολμία και τεμπελιά.Σαν νησιώτισσα έχει την βλέψη των θαλασσινών, που είναι πάντα αφηρημένη στην ρέμβη των.Της εξωτερικεύτηκε όλα τα άγια και τα ενδόμυχα του, γιατί δεν θέλησε να παραμένουν οι κραυγές του «φωνή... εν τη ερήμω».

Μα φυσικά προσδοκούσε και κάτι περισσότερο από ένα φιλικά διατεθειμένο συνομιλητή. Ο ερωτισμός του ανδρικού με το θηλυκό δεν τελειώνει πριν την νεκροφόρα.
Ανταποκρίνονταν μεν αλλά πάντα με τον ενδοιασμό του «πρέπει».

Αυτουνού απ΄ την μεριά του τον ερέθιζε η δοκιμασία να τσεκάρει τα όρια των «πρέπει» και των «θέλω» της.

Είχε μαζέψει με τα χεράκια του φρέσκα φασολάκια, για να της τα μαγειρέψει γιαχνί με αγοραστό μαϊντανό και μάραθο. Αυτή προτιμούσε μπριζόλες χοιρινές ή συναγρίδα και τελικά συμβιβάστηκαν σε πίτσα Μαργαρίτα από ντελίβερι.
Ευτυχώς που υπήρχαν αρκετές μπύρες στο ψυγείο και μερικοί μακρομάλληδες τροβαδούροι για να φαντασιοκοπεί ιππότης στην αναζήτηση ψηλών πύργων με μπαλκόνια και αλογοουρούσες να τον βοηθήσουν στην αναρρίχηση.

Έψαχνε αρτεσιανό με αναβρύων ύδωρ και όχι χαβούζα για να ξεδιψάσει περιστασιακά.
«Δυο σφοδροί αντίθετοι άνεμοι, ο ένας αρσενικός, ο άλλος θηλυκός, συναντηθήκαν και συγκρούονται σ΄ ένα σταυροδρόμι. Σοζυγιάστηκαν μια στιγμή, πύκνωσαν, γένηκαν ορατοί…»
(Αχ, βρε Νικολάκη, καλά τα έγραφες αλλά μάλλον δεν έζησες τσουνάμι! Και πόσοι αφορισμοί χρειάζονται για να ασκητέψεις χωρίς συμβιβασμούς;;;;)

Στην επικοινωνία τους είχε δημιουργήσει την εντύπωση, ότι αυτή είχε απορροφηθεί ματαίως στην αναζήτηση της ουσίας του Είναι της, που το είχε από καιρό καταχωνιασμένο σε κάποια άβυσσο.
Της έριξε αρκετές τριχιές μα όλες τις παράτησε στα μέσα της αναρρίχησης της ευπροσδοκώντας τον βυθό της.

Μα κι αυτός τι είχε να της προσφέρει εκτός απ΄ την θαλπωρή σπηλιά του δάσους του;;;
Αυτό ίσως ήταν η επιθυμία του. Να αποσπαστούνε από την ερημικότητα του πλήθους για ένα δυαδικό ταξίδι σε αναζήτηση νέων φανταχτερών κορφών και σκοτεινών χαραδρών.
Πιθανόν και να την εξιδανίκευε στο κενό της απομόνωσης του για να γεμίζει την ελπίδα του με ξωτικά, νεράιδες, μούσες, νύμφες.

Αυτή το έπαιζε άνετα στην απροσδιόριστη κατάσταση της. Αλλά η ανία της πρέπουσας συμπεριφοράς την ωθούσε σε υπέρμετρες εκφράσεις. Εξ άλλου λογάκια και γραμματάκια όλα αυτά ήταν.
«Τσε τι με μέλει;» νοούσε ανάμεσα στις φράσεις της.
«Μην κρίνεις τον άνθρωπο από τα λόγια του, αλλά από τις ενέργειες του» έλεγε η συγχωρεμένη μάνα του.

Κι εκείνη η φανταιζί κορδέλα ξεθωριάζει με την βροχή και τον άνεμο.
Μα πίσω από το τριανταφυλλί πέπλο της εικονικότητας υπάρχει και η γκρι πραγματικότητα, που ήθελε να εξερευνήσει έστω και χωρίς μίτο.

Να τον λοιπόν στις μαδάρες του Ψηλορείτη να ψάχνει για άρμεγμα την παιχνιδιάρα αίγα του, μα βρήκε μοναχά χοχλιούς (λένε ότι τους μαζεύουνε πρωί, τους βάζουνε μερικές μέρες σε κουβά για να ξεσκατώσουν και μετά τους μαγειρεύουν. Αλλά που καιρός για παραδοσιακές τέρψεις;)
Ντόμπρος και τσελιγγάτος, όπως είναι, της είχε πει ότι θα έρθει να την απαγάγει από τα σκοτεινά του Κάπου της για πάμφωτα ακρώρεια ενός άγνωστου Αλλού (είχε κατεβεί με το τζιπάκι του, όχι κάποιο φιγουρένιο νεοπλούσιο αλλά ένα παλιό πρώην στρατιωτικό, που ανάβουνε τα λαμπάκια του όποτε θέλουν, έτσι για να δείχνει ετοιμοπόλεμος).
Αυτή αντέδρασε, όπως σχεδόν περίμενε, έτσι να θωπεύσει παροδικά έναν έρωτα επίγειο.
Το κατανοούσε μα το αψήφησε.

Τα «πρέπει» της θνητής καθημερινότητας βαραίνουν περισσότερο από τα "θέλω" της πεταλουδίσιας ψυχής.

Συνεχίζει αυτός την περιπλάνηση του με την ωδή:
«Πάρε μυρωδιά το λάδι, εδώ όπως καίγεται και ζήσε το ταξίδι».
Κι ένα φανταχτερό φακιόλι φαντάζει πλέον σαν σκυθρωπή γκρι μαντίλα χήρας, που δεν χοροπηδάει ούτε στον σιρόκο.

«Ο κάθε άνθρωπος έχει ένα κύκλο δικό του από πράματα, από δένδρα, ζώα, ανθρώπους, ιδέες και τον κύκλο τούτον έχει χρέος αυτός να τον σώσει. Αυτός, κανένας άλλος. Αν δεν τον σώσει, δεν μπορεί να σωθεί!»

Κάθισε πάνω σ΄ έναν από τους κυβισμένους γρανιτένιους ογκόλιθους του μνήματος του, επανέλαβε νοερά την επιγραφή του τάφου του, αγνάντεψε την θάλασσα και τον παραξένεψε ο ξύλινος σταυρός.

«Μέσα στη βαθιά Σιγή, όρθιος, άφοβος, πονώντας και παίζοντας, ανεβαίνοντας ακατάπαυτα από κορυφή σε κορυφή, ξέροντας πως το ύψος δεν έχει τελειωμό, τραγουδά, κρεμάμενος στην άβυσσο, το μαγικό τούτο περήφανο ξόρκι»:….

«ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ:

ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!»

CAFE DOLCE


Μία το μεσημέρι!
Η σερβιτόρα (Πόπη άκουσα να την ονοματίζουν) μου έφερε τον δεύτερο μέτριο, κοιτάζοντας με παράξενα και λιγάκι προκλητικά! Δεν της τύχαιναν πολλοί θαμώνες μεσημεριάτικα να γράφουν τελείως αφηρημένοι σε μαύρα δεφτέρια στην ταράτσα και με δυνατό νοτιά!

Έγραφα αβίαστα χαρακωμένος πίσω από τις φανταιζί κορδέλες του Αλλού μου.
Μόλις είχα γυρίσει από το λιμάνι, οψόμενος ακόμη την σύμπτυξη των δελφινιών στα παιχνιδίσματα τους. Μακάρι να μπορούσαμε κι εμείς κάτι τέτοιο ανέμελο, μια αυτόχθονη ένωση σ ένα ζωτικό κύκλο, που να μοιάζει με το γινκ-γιανγκ μιας αλληλοϊσότητας.
Οι προϋποθέσεις υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη. Σκοντάψαμε στο πρώτο βήμα της φοβίας που μας δίδαξαν!Της μηχανής ο καφές κρύος και τα παντζούρια του δευτέρου ορόφου ακόμη κλειστά! Έχει και διακοπές το παιδί! Και η Πόπη να ρωτάει αν θα ήθελα κάτι άλλο. Μοναδικός πελάτης ή της γυάλισα;;;

Δικτυώθηκα στην γειτονιά σου, για να σου δείξω ότι ζω και είμαι δίπλα σου! Τίποτε άλλο! Πάλι στα δελφινάκια μοναχός! 

Και το απόγευμα πάλι μέτριο στην ταράτσα κάτω από το μπαλκόνι σου με ανοιχτό το μαύρο δεφτεράκι πάσχοντας να γράψω κάτι που να με εκφράζει.

Μα τι με εκφράζει, όταν τα ρολά σου είναι ακόμη κατεβασμένα;;; Και η Πόπη να ρωτάει, αν ήταν καλός ο μέτριος κι αν ήθελα και κάτι άλλο. Ναι καλή μου! Μια μπουκάλα ρακή θα ήθελα, να την πιω μονορούφι! Κι ας με πάνε σηκωτό στα ενοικιαζόμενα απέναντι απ την Μητρόπολη σας!

Το βράδυ στον δρόμο των μαγαζιών! Στο διπλανό τραπέζι παραδοσιακού καφενείου τρεις κυρίες μονάχες λοξοκοιτούσαν! Δυο μπύρες με μεζέ 6 ευρώ! Κι ο χαβαλές της πιάτσας τσάμπα! Στο μυαλό μου εσύ!

Ξανά πρωινός στα δελφινάκια με το δεφτέρι ανοιχτό μα αλάβωτο!
Ξυπνάς αργά γμτ και η Πόπη στις εντεκάμισυ άνοιξε για να μου φτιάξει μέτριο.
Αλώβητα και τα ρολά του δευτέρου! Μετά τον πρώτο καφέ άρχιζαν να γεμίζουν μερικές σελίδες του μαύρου δεφτεριού. Και μιά τους νότισε απ ένα δάκρυ!
Το απόγευμα νότισαν δυό!
Αγόρασα ένα μισόκιλο σπιτική ρακή και το ήπια μόνος στο μπαλκόνι!




Αντίο σ΄ένα όνειρο

Ο Πήγασος έσερνε ιδρωμένος το άρμα του Φοίβου προς τον στάβλο του μέχρι τον επόμενο γύρο.

Ένα μαβί πέπλο, σαν από σκόνη φτερών πεταλούδας κάλυψε την σύμπτυξη του ουρανού και της θάλασσας.Οι ίσκιοι παίρνανε κι αυτοί τον δρόμο προς το Βασίλειο τους.Δυο χορτάτοι γλάροι φτερούγιζαν προς τα βραχάκια τους.Το βλέμμα μου χάιδεψε μακριά τρεις ψαρόβαρκες, που άπλωναν τα βραδινά τους δίχτυα.
Ξεθώριασε πια ο τρούλος της Φορτέτσας και κάτω δεξιά του ο φάρος αναβοσβήνει προσανατολίζοντας τους καβαλάρηδες της θάλασσας. Μα κάποια από έρωτα τυφλά ταξιδιάρικα πέφτουν πάντα σε ύφαλα.

Άγραφο ακόμη μπροστά μου το γκρι επιστολόχαρτο δίπλα στην καράφα με κόκκινο των Ανωγείων. Πολλά ήθελα να σου γράψω και ακόμη περισσότερα να σου πω. Δεν θέλησες να με δεις. Μα η σιωπή είναι συχνά φλύαρη. Κάπου νιαούρισε μια γάτα συνοδεύοντας τον Λουδοβίκο, που τραγουδούσε για κάποια ξεχασμένα όνειρα.
Σ ένα πράσινο βιβλίο διάβασα τις προάλλες, ότι «η ευτυχία βρίσκεται στα όνειρα μας, σ΄αυτά που αφήνει ανέγγιχτα η φθορά της ζωής».

Δυο μπρούτζινα δελφίνια στην άκρη του λιμανιού συνεχίζουν παιχνιδιάρικα την συνουσία τους. Ξαναγέμισα το ποτηράκι μου, ήπια μια γεμάτη γουλιά και άρχισα να σου γράφω:

«Σ΄ευχαριστώ για τα νέα χτυπήματα, που έμαθε η κουρασμένη μου καρδιά.Σ΄ευγνωμονώ για τα σκιρτήματα της ψυχής και της φαντασίας, που μου προξένησες Μουσίτσα μου».

Υπέγραψα με δυο δάκρυα, ένιωσα ένα πικρό χαμόγελο ν΄ανθίζει στις άκρες των χειλιών μου, έχωσα βιαστικά την κόλα στον φάκελο, τον σφράγισα μ΄ένα αποχαιρετιστήριο φιλί και πήρα τον δρόμο για το Ταχυδρομείο σφυρίζοντας 
«Αντίο αγάπη διχασμένη….»

Πηγαίνοντας με τα πόδια για το ΚΤΕΛ την μεθεπόμενη είδα τα ρολά ακόμη κατεβασμένα!
Εξομολογήθηκα τον πόνο μου πάνω στον τάφο του παρά τι αφορισμένου!