Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρομάντζα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρομάντζα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Μαΐ 2011

GLOBAL….


Σε σχέση με την προφορική του ευφράδεια, αυτός ήταν γραπτικά δυσλεκτικός ανεξάρτητα της γλώσσας έκφρασης του…
Όχι μονάχα ορθογραφικά ανεπαρκής, μα και η γραπτή του σύνταξη ήταν πανόμοια του φαρισαϊκού του ψυχισμού……
Αν όχι ακατανόητη, τουλάχιστο με τον ύψιστο βαθμό δυσνόησης…

Του την πρότεινε ένας πελάτης του με αντίστοιχα προβλήματα , κατανοητά όμως, επειδή αυτός ήταν ελληνοβρεττανός 2ης γενιάς.
Στην αρχή είχε τους ενδοιασμούς του, αλλά όταν είδε γραπτά δείγματα της προφορικής ανάστατης φλυαρίας του, μα και του έδωσαν αριστεία της πολυδιαβασμένοι φίλοι του, την προσέλαβε.
Σχήμα λόγου η πρόσληψη δλδ. , αφού προφορικά τα συμφώνησαν.
Μα η συμφωνία του με την πάνγλυκη φωνή κάπου στην άλλη άκρη της γης είχε τουλάχιστον γι αυτόν υφή συμβολαιογραφικού έγγραφου.
Της τηλεφωνούσε με το παραμικρό, για κάθε περιττεύων κόμμα και την χρησιμότητα του όμικρον ή του ωμέγα σ ένα επίρρημα….
Σε τέτοιου είδους συνομιλίες είχε το συναίσθημα, ότι γδύνονταν μπροστά του, του έδειχνε τις καλλίγραμμες πτυχές του πνεύματος και έμμεσα του σώματος της…



«Τιπ-τιπ-ταπ-τιπ-τιπ-ταπ-ταπ-ταπ...Τα λιγνά ακροδάχτυλα σέρνονταν με εντυπωσιακή ταχύτητα πάνω στο πληκτρολόγιο. Πάτησε το save κι έγειρε λίγο πίσω στην καρέκλα. Ξεκόλλησε ένα τσουλούφι που η ζέστη κι η υγρασία είχαν κολλήσει πεισματικά στο μέτωπό της. Επισύναψη, send και...η δουλειά είχε τελειώσει και σήμερα. Ευτυχώς, αυτός ο καινούργιος πελάτης ήταν πολύ ευγενικός και συνεπής. Έδειχνε να εκτιμάει πολύ τη δουλειά της.

Η Φρίντα ανασηκώθηκε κι έριξε μια ματιά απ' το παράθυρο, ανάμεσα απ' την πυκνή σήτα. Κάτι παιδιά που τα είχε ξεχάσει κι ο ύπνος κι η μάνα τους έπαιζαν ακόμα έξω. Μια ισχνή αγελάδα βάδιζε πιο πίσω νωχελικά. Της θύμισε κάτι ακαθόριστο... Μια ιστορία ίσως με έναν φάρμερ και κάτι αλλιγάτορες...ή τις μέρες στην Ελλάδα, έτσι όπως της έφταναν από μακριά, μέσα απ' τα τηλεφωνήματα και τις ειδήσεις ...Κούνησε το χέρι να διώξει μια μύγα, λες κι έδιωχνε τη θολή ανάμνηση.

Κατευθύνθηκε προς την κάμαρα. Απ' τη μισάνοιχτη πόρτα το μελαμψό κορμί του Α
rjun γυάλιζε στο μισοσκόταδο. Ο άντρας ανάσαινε ήσυχα, ρυθμικά κι είχε τα χέρια απλωμένα σε μια στάση αγκαλιάς, σα να την περίμενε. Χαμογέλασε με ανακούφιση και προσμονή. Για μια στιγμή στριφογύρισαν στο μυαλό της τα γεγονότα των τελευταίων μηνών, ραγδαία σαν τη βροχή του μουσώνα. Ποιός θα το 'λεγε... λίγο καιρό πριν, όταν θα ξεκινούσε για εκείνη την ανθρωπιστική αποστολή -για ένα-δυό μήνες. Μ' ένα ακόμα βήμα άδειασε το κεφάλι της και ξεκούμπωσε τη μπλούζα της...»



Η κρεβατοκάμαρα τους ήταν σχεδόν πάντα κλειστή, όταν γυρνούσε σπίτι και για να μην ενοχλεί κοιμόταν στον σοφά του σαλονιού.

Συχνά δε, προτιμούσε τον καναπέ του γραφείου του, για να γλυτώνει και τον κόπο της μετακίνησης.
Εκεί τότε, όταν ξυπνούσε χαράματα με θερμά και υγρά όνειρα, της τηλεφωνούσε, -μονάχα τρεισήμισι ώρες τοποχρονικής διαφοράς είχαν- για μπανάλ θέματα που τα είχαν ήδη ξεκαθαρίσει και θεσπίσει, απλά και μόνο για να ηδονιστεί ακούγοντας την φωνή της.

Δεν ήξερε τίποτε για την προσωπική της ζωή, το ζωτικό της περιβάλλον, την εμφάνιση της.

Μπορεί να ήταν μια χοντρή και άχαρη χήρα, μανούλα με 5 μικρά παιδιά, τσουλάκι τριτοκοσμικής  μεγαλούπολης και ίσως η ιδανική ερωμένη.

Σκέφτηκε συχνά να κάνει μια ενδιάμεση στάση στον τόπο της σε μια ασιατική του πτήση, αλλά δεν το είχε καλοσκεφτεί αρκετά.

Προς το παρόν του αρκούσε το άριστο και συνεπές αποτέλεσμα της εργασίας της και η ζαχαρένια φωνή της, που τον έθελγε σαν άνδρα.

Ίσως μια προσωπική τους γνωριμία στον χώρο της να συνέθλιβε βίαια το όραμα της και συνάμα τα δικά του, πιθανόν και τα δικά της, πρωινά όνειρα.

Γιατί να το διακινδυνεύσει;;;


ΤΟΥ ΜΟΡΦΕΩΣ... ΤΑ ΗΔΙΣΤΑ…., έλεγε κάποιος καθηγητής του…



Υ.Γ.  Το ενδιάμεσο κείμενο είναι από την φαντασίωση μιας αγαπητής γνωστής μου. Ελπίζω να παραβλέψει την κλοπή…





ΕΣΥ;;;




...Ήταν χειμώνας, όταν την είχε πρωτοσυναντήσει στο νησί της, που ήταν τότε των ονείρων του.
Πήγαινε αργά απόγευμα, λίγο πριν σκοτεινιάσει παραμονές Χριστουγέννων, ντελίβερυ 2 πίτσες μαργαρίτες και μια καλτσόνε στην βίλα των στριγκλών.
Στις τρεις μοναχικές γυναίκες που ζούσαν στην παραγκόβιλα στο βορινό ακρωτήρι 5 χλμ. από την πόλη και πάντα είχαν παράπονο που δεν ήταν ζεστά τα φαγητά, έρχονταν πάντα καθυστερημένα και δεν έδιναν ποτέ φιλοδώρημα...

Τότε την είχε πρωτοδεί δίπλα στην θάλασσα, με αναποδογυρισμένο το ποδήλατο της και να πασχίζει να διορθώσει κάτι.
Ήταν μακρύμαλλη ξανθιά, ψηλή, καλλίγραμμη και εξέπεμπε από μακριά μια αύρα , που παρέσερνε την ψυχή του, όση του είχε απομείνει μετά από πάμπολλες ιστορίες με θηλυκά, σε ανώτερα από τα εφτά ουράνια επίπεδα... Τα μαλλιά της ήταν υγρά από αρμύρα και την υγρασία του επερχόμενου χειμερινού δειλινού.
Ήταν η γυναίκα των ονείρων του...

Μια αόρατη δύναμη, ένα αεράτο χέρι ανάγκασε το μηχανάκι του να σταματήσει δίπλα της. Έβγαλε το κράνος του, ανέμισε την γκρίζα μαλλούρα του και ρώτησε:

-Μπορώ να βοηθήσω;;;
-Ευχαρίστως! Απάντησε αυτή μ ένα χαμογελάκι μυστηριώδες, όπως αυτό των νυμφών της άνοιξης του Μποτιτσέλι και έδειξε με τα αμυγδαλωτά γαλανά της μάτια την κλαταρισμένη πίσω ρόδα του ποδηλάτου της.

Είχε ευτυχώς μαζί του, για δική του χρήση φυσικά, τα αναγκαία σύνεργα κι άρχισε να βουλκανιζάρει το χαλασμένο λάστιχο σιγά-σιγά και με το μαλακό.
Δεν έλεγε τίποτε, μα ούτε κι αυτή... Μονάχα δυο γλάροι ντρόπιαζαν με τις κραυγές τους τον κοινό αισθησιασμό τους.

Απλά αυτός ανέπνεε την μυρωδιά της, που τον ηδόνιζε,  και φανταζόταν μαζί της πολλές πέρα από τις 54 στάσεις του ΚαμαΣούτρα.
Αυτή τον είχε ήδη ξεγυμνώσει πισώπλατα στην φαντασία της.

Τελείωσε όσο πιο αργά μπορούσε, τον ευχαρίστησε αυτή με μια ανεπαίσθητη αστροφεγγιά των ματόφυλλων της και χώρισαν χαμογελώντας.

Ματαειδώθηκαν μετά από λίγο στην σιδερόπορτα της βίλας των θηλέων, καθώς έφευγε αυτός και πήγαινε να μπει αυτή.
Κοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια, νόμιζε και νομίζει πως ώρες, μέρες, μήνες προσπαθούσε να εισχωρήσει στο ΕΓΩ της, αλλά κάποιο στοιχειό του χειμώνα μάλλον τον εμπόδισε...

Ίσως κάποτε κάπου αλλού σκέφτηκε εκ των υστέρων....



Τζέιν!!!! ΕΣΥ;;; Φώναξε...

Ελλείψει χαρτομάντιλου, -αν και είχε σκεφτεί πριν την έξοδο του να πάρει μερικά μαζί του αλλά πάλι δεν κατόρθωσε να δικαιώσει τις ταγές που ήθελε να επιβάλλει στον εαυτό του-, σκούπισε τις λιγοστές ρανίδες της αγωνίας του με το απόκομμα του εισιτηρίου εισόδου του.
65 Ευρώ, 1η γαλαρία, 2η σειρά, 15η θέση αριστερά…


Περίμενε μετά το τέλος της παράστασης να φύγουν όλοι, καθυστέρησε μέχρι το τελικό σβήσιμο του φωτισμού για να σηκωθεί από την θέση του και μόνο μετά από το μεριμνητικό πλησίασμα της ταξιθέτριας αποφάσισε να διασχίσει τον διάδρομο της εξόδου, κοιτώντας με διαλείψεις προς τα πίσω, προς την σκηνή, μπας και…

Μπας και… κι αυτή η μαρτυρία ήταν μια άλλη ακόμη ψευδομαρτυρία, απ αυτές που εφεύρε συχνά για να ξαναποθήσει και να ξαναφονεύσει νεκραναστάσεις παρωχημένων πλέον συνταγών του...


ΟΧΙ!!! Η Τζέιν δεν ματαεμφανίστηκε…


26 Απρ 2011

Καλή!!! Ανάσταση...



Ανήμερα Πάσχα ήμασταν σ ένα πανέμορφο ξενοδοχειάκι, βράχια μεριά...

Η θάλασσα πάφλαζε αισθησιακά μπροστά στα πόδια μας πάνω στου γιαλού τα βοτσαλάκια, όπου κλαίγουν καβουράκια κλπ…  , στον κόλπο των κοραλλιών, και δεν είχαμε καμιά όρεξη να ακούσουμε την «Ωδή στη χαρά» του Μπετόβεν ούτε κάποιο μοντέρνο και επίκαιρο της Σακίρα.
Πολλά όμως άπιστοι και επειδή όλοι οι φίλοι μας θα πήγαιναν στην ανάσταση κάποιου Κυρίου, που εδώ και 2011 και βάλε μάλλον χρόνια  δεν βαρέθηκε πλέον να τον σταυρώνουν, στα αιματοκυλισμένα πόδια του να παίζουν ζάρια Ρωμαίοι κλπ. αστυνόμοι, να πεθαίνει και να ανασταίνεται στον κήπο της Γεσθημανής (δεν έτυχε να γνωρίσω την κυρία κηπουρό…),  πήγαμε και αμαρτήσαμε δια πρώτης τρώγοντας στο εστιατόριο του ξενοδοχείου κάτι ξεγυρισμένα παϊδάκια με άνοστα μανιτάρια και επιστρέψαμε στο διαμερισματάκι μας, για να γιορτάσουμε κι εμείς την ανάσταση των παθών μας.

Σαν προετοιμασία είπαμε να ανοίξουμε το χαζοκούτι μπας και ερεθίσει τους πόθους μας.
Αυτό, ως συνήθως, μόνο διάολους και τριόλους ειχε να επιδείξει και κάτι χρυσοπλούμιστους γενειοφόρους σκούζοντες άσματα (τροπάρια νομίζω τα λένε) εφάμιλλα εκείνων των πρώτων δοκιμών των Rolling Stones, που δεν ήταν και πολύ της αρεσκείας μας.



Λέω τότε στη καλή μου:
-       -  Κουκλί μου, φέρε το στικάκι, που έχω εκεί μέσα αποθηκευμένο ένα φιλμάκι με τον Άστεριξ στους Ολυμπιακούς αγώνες να το βάλουμε στο DVD-Player, να θαυμάσουμε το κατάλευκο μούσι του Πανοράμιξ για να περάσει η ώρα, μπας και μετά την ανάσταση των φίλων μας από την βραχύχρονη κατάνυξη τους ευαγγελιστεί κάποιος απ΄ αυτούς να πιούμε 3-4 κρασάκια μαζί, να πούμε τις μαλακίες μας, να δοξάσουμε τον όσιο Διόνυσο και να αναστηθούμε την αύριον με κεφάλι βαρύ...
-       -   Καλωωωώ!!! Μου λέει η ομορφιά μου…
Συνδέω κι εγώ το DVD με την TV ( τώρα γιατί το ένα το και το άλλο η δεν έχω καταλάβει ακόμη), πατώ όλα τα κουμπάκια, πιέζω εδώ, ζουπίζω εκεί, αλλάζω τα καλώδια, αλλά άφαντη η γενειάς του Πανοράμιξ στον ηλεκτρονικό του τάφο.
-       -   Και τι κάνουμε τώρα αγαπουλίνι μου μικρό;;; την ερωτάω…
-       -   Δεν πειράζει Πασά μου, αποκρίνεται ο πόθος και το πάθος της ανδρικής μου οντότητας, θα παίξουμε μόνοι μας την Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων…
-        -  Δεν σε απατάω εγώ μορφονιά μου!!!  ανταπαντώ με σφρίγος  νεανικό…
-      - Ούτε κι εγώ αφέντη μου!!!  αντεπιστέλλει ο νταλγκάς των πρωινών, μεσημβρινών και εσπερινών μου ορέξεων…
-       -    Και τι μου λες για Αλίκες, αυλές και θαύματα;;;  αποτείνομαι…
-       -   Το Αλίκη είναι το υποκοριστικό μου, μου λέει η βασίλισσα μου, εσύ είσαι ο αυλικός μου και μαζί θα κάνουμε πράματα και θάματα…

Τότε κατάλαβα ο έρμος και κλείνοντας τα κινητά μας αποχωρήσαμε χεράκι-χεράκι προς τα ενδότερα, για να τελετουργήσουμε την προσωπική μας ανάταση και ανάσταση.
Κι εκεί κοντά στις 12, μόλις άρχισαν να βροντούν οι λαμπρατζιές και να ηχούν εορταστικά οι καμπάνες, βογκήξαμε μαζί το ηδύ πέρας των πόθων και των παθών μας και ξαπλώσαμε ανάσκελα κοινά σταυρωμένοι…

-        Έρως ανέστη, ψιθύρισα…
-        Αληθώς, μουρμούρισε η αγάπη μου ευλόγως κουρασμένη…


14 Αυγ 2010

Γράμμα αρραβωνιάρας



Από το γράμμα μιας αρραβωνιάρας του 1ου παγκόσμιου πόλεμου, που βρέθηκε καταχωνιασμένο σε σχισμή αριστερού μεσαίου συρταριού σερβάντας από πλειστηριασμό ακατοίκητης έπαυλης:




Αγαπημένε μου,



ελπίζω να μην βαριέσαι τόσους μήνες εκεί στα χαρακώματα με τους υφισταμένους σου.

Εγώ εδώ από το μπαλκόνι του σπιτιού μου βλέπω τα πρωινά τον χαλκόξανθο ήλιο προσδοκώντας να ασπασθεί τα κυματάκια, που γλύφουν ερωτικά την ξερή άμμο.
Αααχχχ!!! Πως θα ήθελα να ήσουν το κύμα μου!!!

Την περασμένη βδομάδα πήγα εθελοντικά να βοηθήσω στο στρατιωτικό νοσοκομείο. Συνοδεία της προϊσταμένης και του αρχιάτρου προσπάθησα ν αλλάξω τον επίδεσμο ενός αρκετά όμορφου υπολοχαγού. Μόλις είδα την πληγή του λιποθύμησα...
Ευτυχώς ήταν ο αρχίατρος πίσω μου και πρόλαβε την πτώση μου, αλλιώς θα είχα σκοτωθεί...
Από τότε κάνω μια μέρα την εβδομάδα εργασίες γραφείου υπό την εποπτεία του.
Κάτι προσφέρω κι εγώ στον κοινό αγώνα κι αισθάνομαι κάπως δίπλα σου...

Το Σάββατο ήρθε στη έπαυλή μας ένας συνταγματάρχης μ ένα έγγραφο κατάσχεσης της για στρατιωτική χρήση.
Ήθελαν να την κάνουν θεραπευτήριο τραυματισμένων.
Εγώ ενθουσιάστηκα, γιατί δεν θα χρειαζόμουν το πήγαινε-έλα στην πόλη για να προσφέρω...
Η μητέρα μου μετά από επικοινωνία με τον ταξίαρχο κουμπάρο της αποφάνθηκε, ότι λόγω της υγρασίας και άλμης της ατμοσφαίρας δεν ενδείκνυται η παραθαλάσσια κατοικία μας για τον σκοπό αυτό και ο συνταγματάρχης, αν και γοητευτικός,, έφυγε άπρακτος.
Με απογοήτευσε λιγάκι η άρνηση προσφοράς της μητέρας μου...

Υπάρχουν αρκετές ελλείψεις στην αγορά.
Προχτές, στα γενέθλια της οικιακής μας βοηθού ήθελα να φτιάξουν μια τούρτα προς τιμή της, αλλά η μαγείρισσα μας δεν βρήκε αυγά και ζαχαρωτά κερασάκια στην αγορά. Ευτυχώς μ εξυπηρέτησε ο ευγενικός αρχίατρος από την αποθήκη του νοσοκομείου. Ήταν όμως βροχερός ο καιρός και την φάγαμε μαζί μ όλο το προσωπικό στο καθιστικό και όχι στο περίπτερο του κήπου...

Χτες το βράδυ στην δεξίωση της λέσχης αξιωματικών γνώρισα έναν αεροπόρο και χορέψαμε 5-6 βαλς μαζί.
Μου διηγήθηκε τσαλίμια που κάνει στον εχθρό με το αεροπλάνο του. Γέλασα πολύ!
Ελπίζω κι εσύ να τους δείχνεις με το πιστόλι σου την ανωτερότητα μας.

Με τον αεροπόρο του σμήνους προστασίας μας βγήκα το πρωί και το απόγευμα βόλτα στην προκυμαία. Σου το γράφω, για να μην το προλάβουν καλοθελητές και ζηλέψεις.

Αν δεν ανδραγαθήσεις στο πεζικό και δεν γίνεις στρατηγός ή τουλάχιστον ταξίαρχος, ίσως αναλογιστείς να γίνεις πιλότος αεροπλάνου... Καλύτερα δεν θα ΄νε να τα βλέπεις όλα από πάνω;;;

Σε περιμένω σύντομα νικητή κοντά μου…. “


3 Αυγ 2010

Ο κόλπος της στρίγκλας



 -BAHIA DE GRACIA-


Ήταν σ ένα χαριτωμένο αιγιαλίτικο χωριουδάκι, στην άκρη μιας απ αυτές τις κοτρόνες του Αιγαίου, που ξέχασε μεθυσμένος απ την έκσταση της δημιουργίας κάποιος θεούλης γυρνώντας στον παράδεισο του.

Μόνος μου δεν θα πήγαινα ποτέ εκεί, γιατί και καλοί χάρτες δεν το ανέφεραν, αλλά με κάλεσε ένας παλιός φίλος που τύγχανε εκεί κοινοτάρχης, κι άκουσε από κοινούς γνωστούς για την τότε περίοδο της μοναχικότητας μου.
Έτυχε σ ένα βραδινό της θερμότερης βδομάδας του θέρους προσμένοντας μια δροσερή αύρα ξαπλωμένοι δίπλα στην θάλασσα, να προτείνει να πάμε να δροσιστούμε στον κόλπο του Μπάλλε και να γευτούμε την καλύτερη παέλια της Μεσογείου.

Ξεμακρύναμε 4-5 χλμ. από το χωριουδάκι σ ένα αγροτικό δρόμο και παρκάραμε μισανάσκελα στο χαντάκι δίπλα του. Καμιά πινακίδα, κανένα φως, ουδεμία μουσική... Διαβαίνοντας μια σκουριασμένη καγκελόπορτα κατηφορίσαμε γύρω στα τρακοσαριά μέτρα διάμεσα σ ένα θεϊκό περβόλι, με ελιές, λεμονιές, πορτοκαλιές, μουσμουλιές και μια φοινικιά με μοναδικό φωτισμό τ αστέρια, προσανατολισμό την ανταύγεια τους στην θάλασσα και φτάσαμε στην σπιτοταβέρνα του Μπάλλε.
Κάτω απ την κληματαριά της αυλής 6 τραπεζάκια φωτισμένα φωτοβολταϊκά με ασθενείς λαμπτήρες.

-”Πριν μερικά χρόνια είχε μονάχα ένα λαμπτήρα λουξ στο κέντρο και κεράκια στα τραπέζια”, ψιθύρισε ο πρόεδρος. “Προσφέρει για φαγητό μονάχα παέλια μίστα, ψαρεύει, έχει κοτέτσι και 5 χοιρίδια, με εποχική σαλάτα του κήπου του κι από ποτό κρασάκι δικό του και νεράκι απ το πηγάδι του.”

Καθίσαμε στο μοναδικό άδειο τραπεζάκι δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας, όπου ίδρωνε ανακατεύοντας τηγάνια ένας σαραντάρης, κι αμέσως ένας νεαρός μας έφερε νερό.
Δίπλα στην πόρτα της εισόδου κάθονταν χαμογελαστή μια σαραντάρα με διερευνητικά μαύρα μάτια.

-”Και γιατί τον λέτε “κόλπο του Μπάλλε”, ρώτησα.
-Πρι픨και σταθμίζοντας τον νεαρό που μάζευε απόπιατα “10-11 χρόνια”, συνέχισε, “τον λέγαμε κόλπο της Στρίγκλας. Απ όταν ξεβράστηκε ο Μπάλλε, άλλαξε η ονομασία του στην καθημερινότητα μας”....

Ήρθε ο 11ετης νεαρός με μια πιατέλα ξεροψημένης μπομπότας και μια γαβάθα σαλάτα και ρώτησε
-”Μαύρο ή λευκό”;
-”Λευκό”, απάντησε ο πρόεδρος και τον ξινοκοίταξε ο νεαρός.
-”Μαύρο”, είπα εγώ και χαμογέλασε εκείνος.

Μασουλώντας μπομπότα με ένα κομματάκι κατακόκκινης τομάτας δεν ρώτησα τίποτε, μόνο καρδιοκοίταξα στα μάτια τον φίλο μου αναμένοντας.
Άλλο που δεν ήθελε αυτός;...

-”Πριν 20-25 χρόνια”, άρχισε, ¨αυτός ο κόλπος ήταν προσβάσιμος σε όλους. Είχε τις ελιές και τις συκιές του για ίσκιο, καθαρή, ήρεμη, άβαθη και νήνεμη θάλασσα, ξανθή άμμο κι ένα πηγάδι με πόσιμο καθαρό νερό στην άκρη δίπλα στον ξεροπόταμο. Την Κυριακή του Θωμά έρχονταν συνήθως οι οικογένειες του χωριού για να γιορτάσουν το τέλος των διακοπών των σχολείων, που περισσότερο τους γονείς πάρα τα παιδιά βασάνιζαν. Τα καλοκαίρια γεμάτες οι σκιές των ελιών από σακιδοτουρίστες.
Εγώ ήμουν τότε γραμματέας της κοινότητας. Μια μέρα μου διαμήνυσαν, ότι η πρόσβαση προς το κόλπο της Χάριτος, έτσι τον λέγαμε τότε, φράχτηκε με αγκαθωτό συρματόπλεγμα και σιδερένια πόρτα. Πίσω της αλυχτούσαν δυο μεγάλα αγριόσκυλα.
Την ίδια μέρα είχε φτάσει στην κοινότητα μια επιστολή του μεγαλοδικηγόρου της Χώρας συνοδευόμενη με χωροταξικά σχέδια, κτηματολογικές βεβαιώσεις και ιδιοκτησιακά συμβόλαια, που αποδείκνυαν, ότι ο κόλπος της Χάριτος ήταν ιδιοκτησία της κυρίας Χ.
και η πρόσβαση του εύκαιρη από ένα χαροβαλμένο μονοπάτι στον διπλανό λόφο. Λίγοι που προσπάθησαν τα επόμενα χρόνια να κατεβούν στην ακτή, αντιμετωπίστηκαν με χοντρά βόλια από το δίκαννο της κυρίας Χ. Κυνηγούσε και δεν πρόσεξε, ήταν η δικαιολογία του δικηγόρου της στα δικαστήρια. Ακόμη και ο ταχυδρόμος, ο χωροφύλακας κι ο δικαστικός κλητήρας πετούσαν τα έγγραφα τους πάνω από την πόρτα στο στόμα των σκύλων, και δρόμο...
Από κόλπο της Χάριτος μετονομάστηκε σταδιακά στη ομιλία μας σε κόλπο της Στρίγκλας, ο πανέμορφος μεν απρόσιτος δε πλέον κολπίσκος. Μονάχα οι μπαμπάδες υπόχρεοι της εκδρομής της Κυριακής του Θωμά, το χάρηκαν...”

Σταμάτησε λιγάκι, ήπιε μια γουλιά από το λευκό του, έφαγε μια πιρουνιά παέλια, που εγώ εν τω μεταξύ είχα καταβροχθίσει την μισή, με κοίταξε στα μάτια για ερωτήσεις μου κι αφού δεν είδε, απόρησε...

-”Μα γιατί δεν ρωτάς γιατί τον λέμε τώρα κολπίσκο του Μπάλλε”, με πρόγκιξε.
-“Για να μην διακόψω την ροή της ιστορίας”, απάντησα.
Με κατανόησε και συνέχισε:

-”Μια μέρα πριν δώδεκα χρόνια αρχές Απρίλη, πέρασε από κοντά ο βοσκός του χωριού με τα κατσικοπρόβατα μας, είδε την καγκελόπορτα ανοιχτή, τα σκυλιά δεμένα και στο βάθος απ την μεριά της ψαροπαράγκας άκουσε μια γυναικεία φωνή να τραγουδάει. Έκανε τον σταυρό του και το βράδυ μου τα ανέφερε.
Την άλλη μέρα πήγα να τα επιβεβαιώσω. Και πράγματι!!! Η καγκελόπορτα ήταν ανοιχτή και τα σκυλιά δεμένα. Έφτασα στο σπιτάκι και είδα στο περβάζι της εξώπορτας μια ξερακιανή γυναίκα μ έναν σωματερό μισόξανθο άνδρα να κάθονται δίπλα. Κρατούσαν σφιχτά τα χέρια τους κι αν θυμάμαι καλά, την κοιλιά της γυναίκας την είδα λιγάκι φουσκωμένη. Τους ρώτησα αν είναι καλά, χαμογέλασε η γυναίκα και “Μπάλλε, Μπάλλε”... απάντησε ο άνδρας. Σαν δημόσιος ανήρ ζήτησα τα χαρτιά του άνδρα και μου έδωσε ένα αψεγάδιαστο ισπανικό διαβατήριο. Εθπανιόλ, ρώτησα.... Καταλούν... απάντησε με μια επιθετική βεβαιότητα...

Μέτα από εφτά μήνες μας είπε η μαμή, πως η στρίγκλα τον βρήκε λιπόθυμο ναυαγό στην ακτή της. Μόλις ετοιμάζονταν να τον ξαναπετάξει στην θάλασσα, άνοιξε αυτός τα μάτια του και την μάγεψε το μελί τους χρώμα.

Από τότε κάνανε μαζί την ακτή της Χάριτος παράδεισο. Ακόμη και την Κυριακή του Θωμά γιομίζει πάλι.”

Σταμάτησε κι άρχισε να τρώει κρύα πλέον την παέλια του.

-”Και τι θα πει Μπάλλε στα ισπανικά ;;;”, ρώτησα...
-”Εντάξει, στα Καταλούν...” απάντησε...
-”Φανταστική η παέλια!!!”, είπα...
-”Όχι, κρύα!”, μουρμούρισε...

Ανηφορίζοντας ανάμεσα στις λεμονοπορτοκαλιές άκουσα την ξερακιανή να τραγουδάει σε μια αρχαΐζουσα γλώσσα...

-”Αγνωσται αι βουλαί των Εσπερίδων”, σκέφτηκα...

Μάνδαλα στην άμμο


Η επιστροφή μας προς το χωριό, διάφωτη από μεστό φεγγάρι στον με ψηφιδωτά βότσαλα αστεριών πλουμισμένο ουρανό, ήταν σιωπηλή και μάλλον λογιασμένη.

-”Ήταν όλα αυτά τα χρόνια πάντα έτσι αγαπημένοι και καλότυχοι, όπως φαίνονται;;;”, ρώτησα σε μια στροφή...
-”Μάλλον παρά ήττον”, απάντησε. “Εγώ έζησα μια φάση τους, όταν πήγα πριν πέντε χρόνια περίπου σχετικά με μια υπόθεση τους για την είσοδο στο νηπιαγωγείο του μικρού. Ληξιαρχικά ήταν εντάξει, η κυρία είχε δηλώσει τον μικρό τους σαν υιό της άγαμη και σαν πάτερα του τον Μπάλλε, που το αποδέχτηκε. Νομικά δεν υπήρχε πρόβλημα μα ούτε και ο παπάς της ενορίας μας είχε όρεξη να ασχοληθεί.
Πήγα λοιπόν ένα πρωινό για μια υπογραφή, και είδα την καρέκλα της κυρίας δίπλα στην είσοδο αδειανή. Ο μικρός στην αυλή μ ένα βλέμμα κενό έπαιζε με κάτι κογχύλια. Τον ρώτησα που είναι οι γονείς του και μου έδειξε αδιάφορα με τα μάτια του την ακτή από την οποία ακούγονταν σφυριές πάνω σε πέτρα.
Κατέβηκα και είδα τον Μπάλλε να σπάζει σε μια άκρη της με μια σφύρα πάνω σ ένα βραχάκι μονόχρωμα κογχύλια και βότσαλα με βλοσυρό ύφος. Τον χαιρέτισα, αλλά δεν πήρα απάντηση. Κατάλαβα, ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για συνομιλία και επίλυση διαδικαστικών προβλημάτων και απομακρύνθηκα. Φεύγοντας άκουσα πίσω από το σπίτι ένα υπόκωφο ολολυγμό..”

Σταμάτησε απότομα μ ένα σθεναρό φρενάρισμα πλάι σ ένα κοσμικό ταβερνάκι στην παραλία του χωριού.

-”Αφυδατώθηκα με την κάψα”, είπε. “Πάμε να πιούμε μια μπυρίτσα...”

Τον υποδέχτηκαν προσηκόντως, αλλά προτίμησε ένα απόμερο τραπεζάκι. Η μπύρα ήταν αρκετά κρύα και ημέρεψε ίσως λιγάκι τις διακυμάνσεις του λογισμού μα περισσότερο του ελέους μας...
-“Ζαβαρακατρανέμια ίλεως ίλεως λάμα λάμα νάμα νάμα νέμια... δροσερόν καταβαίνει χαράς, ελέου φύσημα”, σιγοτραγούδησε...

Στα ίδια ψυχικά επίπεδα περί-, παρά- ή απλά πλανιόμασταν σχεδόν...
Κι εκεί που ανοδεύαμε ανθρώπινα κάνα τεταρτάκι αμίλητοι, σταματώντας απότομα μια γουλιά μπύρας και ξεροβήχοντας με ρώτησε:

-”Ξέρεις τι είναι τα μάνδαλα;;;”
-”Κλειδαριές;;;”, αντερώτησα..
-”Μάλλον αντικλείδι, πασπαρτού του πνεύματος”, αποκρίθηκε και συνέχισε:
Κι εγώ δεν ήξερα, μα μου το εξήγησε ο Μπάλλε κάποτε αργότερα. Είναι μια τρισδιάστατη βουδιστική έκφραση της ψυχικής κατάστασης ενός ατόμου. Σχηματίζεται δονώντας ένα καλαμάκι με χρωματιστή άμμο σε τετράγωνα και κύκλους μ ενδιάμεσα σχέδια, όπως θέλει να εκφραστεί ο πλάστης των. Γίνεται και συλλογικά, με κόπο συχνά βδομάδων. Όταν τελειώσει, το διαλέγονται σιωπηρά αφ υψηλού οι δημιουργοί του και κατόπιν μαζεύοντας με πινέλο σ ένα σακουλάκι όλη την έγχρωμη ψάμμο την πετάνε σε τρεχούμενο νερό.”

Σταμάτησε, ήπιε μια γουλιά και με κοίταξε ντογρού στα μάτια, όπου δεν είδε απορίες...

-”Ξαναπήγα μετά μια βδομάδα”, συνέχισε δροσισμένος, ”για την υπογραφή που χρειάζονταν και ο μικρός, κουρνιασμένος κάτω από την σχεδόν ανθίζουσα κληματαριά, μου έδειξε ξεκάθαρα με κίνηση της κεφαλής του την αμμουδιά.
Τους βρήκα και τους δυο αμίλητους μπροστά στα μάνδαλα τους.
Ο Μπάλλε είχε φτιάξει ένα τετράγωνο μ ενδιάμεσα πολύχρωμα πρασινόσκουρα πουλάκια, λουλούδια, ζωάκια, κύματα και στο κέντρο ένα θαλασσί κύκλο μια καρδιά...
Η πρώην στρίγγλα έναν κύκλο με ημίλευκα ψάρια, ανεμώνες, γαρδένιες , ζάρια και στην μέση ένα τετράγωνο με αιολικούς κίονες.

Είχε σηκωθεί αεράκι, η θάλασσα έγλυφε τα μάνδαλα τους και δεν ήταν κανένας απ τους δυο προσπελάσιμος.
Το βράδυ σηκώθηκε θύελλα και την επόμενη μέρα πήγα και πήρα την υπογραφή. Η γυναίκα στην καρέκλα δίπλα στην είσοδο χαμογελούσε, ο μικρός παιδεύονταν χαρούμενος με κάτι αγκίστρια και ο Μπάλλε καθάριζε την κουζίνα του.
Κατέβηκα στην αμμουδιά για να ξαναδώ τα μάνδαλα τους. Είδα μονάχα μερικές κουκκίδες χρωματιστού άμμου... Η στρίγκλα είχε ξαναπιάσει τραγούδι...”

Θου Κύριε ναυαγόν....