Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεργιανίζοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεργιανίζοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Μαΐ 2011

Ghintang

Νταξ….


Είμαι ας πούμε πλέον παρωχημένης ηλικίας για να ασχολούμαι με μουσικές και χορούς της νέας γενιάς, όπως Heavy Metal, Hip-Hop, Gothic, Hardcore Techno κι όπως αλλιώς τα λένε οι νέοι οπαδοί τους.

Όντας όμως από νεαρής ηλικίας κοσμοπολίτης της  under και όχι της upper class , είχα και έχω επαφές με ανθρώπους καταγόμενους από διαφορετικούς πολιτισμούς με χαρακτήρες μη συγκρίσιμους με τα αρχέτυπα μου.
Κάποτε το κατανόησα και το αποδέχτηκα…

Στο πέρασμα του χρόνου είδα να διαφοροποιείται και η ομογενής  μου νέα γενιά  από τα βιωμένα μου ήθη και έθιμα.

Έχω μερικές φορές συνοδέψει τα παιδιά και ανίψια μου (κι όχι μόνο για το κέρασμα) στις νυχτερινές τους  Club διασκεδάσεις, αλλά  δυστυχώς γι αυτά –μα ευτυχώς για μένα-  δεν είμαι νυχτόβιος και δεν τα πάω τα ορθάδικα…
Η εκκωφαντική μουσική μου ανεβάζει την πίεση,  η ορθοστασία μου πρήζει τις κλειδώσεις των κάτω  μου άκρων και το λίκνισμα νεανικών κορμιών δεν μ  ερεθίζει πλέον πολλά…

Για το Νεπάλ δεν ξέρω και πολλά πράγματα, εκτός του ότι, λέγεται και Ορεινό Βασίλειο, βρίσκεται στα Ιμαλάια (στην κατοικία του χιονιού) κοντά στο Θιβέτ και πρωτεύουσα του είναι το Κατμαντού.

Έτυχε όμως τις μέρες αυτές το καρδουλίνι μου σ ένα Culture event ενός Κολλεγίου κι έβγαζε φωτογραφίες.
Ο χορευτής Θεός της, ο κατσικοπόδαρος Παν, τελικά την παρέσυρε σ ένα νεπαλέζικο ghintang και ιδού το αποτέλεσμα:


 Κρίμα, που δεν ήμουν κι εγώ εκεί, να κατσικοποδαρέψω…

14 Μαΐ 2011

GLOBAL….


Σε σχέση με την προφορική του ευφράδεια, αυτός ήταν γραπτικά δυσλεκτικός ανεξάρτητα της γλώσσας έκφρασης του…
Όχι μονάχα ορθογραφικά ανεπαρκής, μα και η γραπτή του σύνταξη ήταν πανόμοια του φαρισαϊκού του ψυχισμού……
Αν όχι ακατανόητη, τουλάχιστο με τον ύψιστο βαθμό δυσνόησης…

Του την πρότεινε ένας πελάτης του με αντίστοιχα προβλήματα , κατανοητά όμως, επειδή αυτός ήταν ελληνοβρεττανός 2ης γενιάς.
Στην αρχή είχε τους ενδοιασμούς του, αλλά όταν είδε γραπτά δείγματα της προφορικής ανάστατης φλυαρίας του, μα και του έδωσαν αριστεία της πολυδιαβασμένοι φίλοι του, την προσέλαβε.
Σχήμα λόγου η πρόσληψη δλδ. , αφού προφορικά τα συμφώνησαν.
Μα η συμφωνία του με την πάνγλυκη φωνή κάπου στην άλλη άκρη της γης είχε τουλάχιστον γι αυτόν υφή συμβολαιογραφικού έγγραφου.
Της τηλεφωνούσε με το παραμικρό, για κάθε περιττεύων κόμμα και την χρησιμότητα του όμικρον ή του ωμέγα σ ένα επίρρημα….
Σε τέτοιου είδους συνομιλίες είχε το συναίσθημα, ότι γδύνονταν μπροστά του, του έδειχνε τις καλλίγραμμες πτυχές του πνεύματος και έμμεσα του σώματος της…



«Τιπ-τιπ-ταπ-τιπ-τιπ-ταπ-ταπ-ταπ...Τα λιγνά ακροδάχτυλα σέρνονταν με εντυπωσιακή ταχύτητα πάνω στο πληκτρολόγιο. Πάτησε το save κι έγειρε λίγο πίσω στην καρέκλα. Ξεκόλλησε ένα τσουλούφι που η ζέστη κι η υγρασία είχαν κολλήσει πεισματικά στο μέτωπό της. Επισύναψη, send και...η δουλειά είχε τελειώσει και σήμερα. Ευτυχώς, αυτός ο καινούργιος πελάτης ήταν πολύ ευγενικός και συνεπής. Έδειχνε να εκτιμάει πολύ τη δουλειά της.

Η Φρίντα ανασηκώθηκε κι έριξε μια ματιά απ' το παράθυρο, ανάμεσα απ' την πυκνή σήτα. Κάτι παιδιά που τα είχε ξεχάσει κι ο ύπνος κι η μάνα τους έπαιζαν ακόμα έξω. Μια ισχνή αγελάδα βάδιζε πιο πίσω νωχελικά. Της θύμισε κάτι ακαθόριστο... Μια ιστορία ίσως με έναν φάρμερ και κάτι αλλιγάτορες...ή τις μέρες στην Ελλάδα, έτσι όπως της έφταναν από μακριά, μέσα απ' τα τηλεφωνήματα και τις ειδήσεις ...Κούνησε το χέρι να διώξει μια μύγα, λες κι έδιωχνε τη θολή ανάμνηση.

Κατευθύνθηκε προς την κάμαρα. Απ' τη μισάνοιχτη πόρτα το μελαμψό κορμί του Α
rjun γυάλιζε στο μισοσκόταδο. Ο άντρας ανάσαινε ήσυχα, ρυθμικά κι είχε τα χέρια απλωμένα σε μια στάση αγκαλιάς, σα να την περίμενε. Χαμογέλασε με ανακούφιση και προσμονή. Για μια στιγμή στριφογύρισαν στο μυαλό της τα γεγονότα των τελευταίων μηνών, ραγδαία σαν τη βροχή του μουσώνα. Ποιός θα το 'λεγε... λίγο καιρό πριν, όταν θα ξεκινούσε για εκείνη την ανθρωπιστική αποστολή -για ένα-δυό μήνες. Μ' ένα ακόμα βήμα άδειασε το κεφάλι της και ξεκούμπωσε τη μπλούζα της...»



Η κρεβατοκάμαρα τους ήταν σχεδόν πάντα κλειστή, όταν γυρνούσε σπίτι και για να μην ενοχλεί κοιμόταν στον σοφά του σαλονιού.

Συχνά δε, προτιμούσε τον καναπέ του γραφείου του, για να γλυτώνει και τον κόπο της μετακίνησης.
Εκεί τότε, όταν ξυπνούσε χαράματα με θερμά και υγρά όνειρα, της τηλεφωνούσε, -μονάχα τρεισήμισι ώρες τοποχρονικής διαφοράς είχαν- για μπανάλ θέματα που τα είχαν ήδη ξεκαθαρίσει και θεσπίσει, απλά και μόνο για να ηδονιστεί ακούγοντας την φωνή της.

Δεν ήξερε τίποτε για την προσωπική της ζωή, το ζωτικό της περιβάλλον, την εμφάνιση της.

Μπορεί να ήταν μια χοντρή και άχαρη χήρα, μανούλα με 5 μικρά παιδιά, τσουλάκι τριτοκοσμικής  μεγαλούπολης και ίσως η ιδανική ερωμένη.

Σκέφτηκε συχνά να κάνει μια ενδιάμεση στάση στον τόπο της σε μια ασιατική του πτήση, αλλά δεν το είχε καλοσκεφτεί αρκετά.

Προς το παρόν του αρκούσε το άριστο και συνεπές αποτέλεσμα της εργασίας της και η ζαχαρένια φωνή της, που τον έθελγε σαν άνδρα.

Ίσως μια προσωπική τους γνωριμία στον χώρο της να συνέθλιβε βίαια το όραμα της και συνάμα τα δικά του, πιθανόν και τα δικά της, πρωινά όνειρα.

Γιατί να το διακινδυνεύσει;;;


ΤΟΥ ΜΟΡΦΕΩΣ... ΤΑ ΗΔΙΣΤΑ…., έλεγε κάποιος καθηγητής του…



Υ.Γ.  Το ενδιάμεσο κείμενο είναι από την φαντασίωση μιας αγαπητής γνωστής μου. Ελπίζω να παραβλέψει την κλοπή…





ΕΣΥ;;;




...Ήταν χειμώνας, όταν την είχε πρωτοσυναντήσει στο νησί της, που ήταν τότε των ονείρων του.
Πήγαινε αργά απόγευμα, λίγο πριν σκοτεινιάσει παραμονές Χριστουγέννων, ντελίβερυ 2 πίτσες μαργαρίτες και μια καλτσόνε στην βίλα των στριγκλών.
Στις τρεις μοναχικές γυναίκες που ζούσαν στην παραγκόβιλα στο βορινό ακρωτήρι 5 χλμ. από την πόλη και πάντα είχαν παράπονο που δεν ήταν ζεστά τα φαγητά, έρχονταν πάντα καθυστερημένα και δεν έδιναν ποτέ φιλοδώρημα...

Τότε την είχε πρωτοδεί δίπλα στην θάλασσα, με αναποδογυρισμένο το ποδήλατο της και να πασχίζει να διορθώσει κάτι.
Ήταν μακρύμαλλη ξανθιά, ψηλή, καλλίγραμμη και εξέπεμπε από μακριά μια αύρα , που παρέσερνε την ψυχή του, όση του είχε απομείνει μετά από πάμπολλες ιστορίες με θηλυκά, σε ανώτερα από τα εφτά ουράνια επίπεδα... Τα μαλλιά της ήταν υγρά από αρμύρα και την υγρασία του επερχόμενου χειμερινού δειλινού.
Ήταν η γυναίκα των ονείρων του...

Μια αόρατη δύναμη, ένα αεράτο χέρι ανάγκασε το μηχανάκι του να σταματήσει δίπλα της. Έβγαλε το κράνος του, ανέμισε την γκρίζα μαλλούρα του και ρώτησε:

-Μπορώ να βοηθήσω;;;
-Ευχαρίστως! Απάντησε αυτή μ ένα χαμογελάκι μυστηριώδες, όπως αυτό των νυμφών της άνοιξης του Μποτιτσέλι και έδειξε με τα αμυγδαλωτά γαλανά της μάτια την κλαταρισμένη πίσω ρόδα του ποδηλάτου της.

Είχε ευτυχώς μαζί του, για δική του χρήση φυσικά, τα αναγκαία σύνεργα κι άρχισε να βουλκανιζάρει το χαλασμένο λάστιχο σιγά-σιγά και με το μαλακό.
Δεν έλεγε τίποτε, μα ούτε κι αυτή... Μονάχα δυο γλάροι ντρόπιαζαν με τις κραυγές τους τον κοινό αισθησιασμό τους.

Απλά αυτός ανέπνεε την μυρωδιά της, που τον ηδόνιζε,  και φανταζόταν μαζί της πολλές πέρα από τις 54 στάσεις του ΚαμαΣούτρα.
Αυτή τον είχε ήδη ξεγυμνώσει πισώπλατα στην φαντασία της.

Τελείωσε όσο πιο αργά μπορούσε, τον ευχαρίστησε αυτή με μια ανεπαίσθητη αστροφεγγιά των ματόφυλλων της και χώρισαν χαμογελώντας.

Ματαειδώθηκαν μετά από λίγο στην σιδερόπορτα της βίλας των θηλέων, καθώς έφευγε αυτός και πήγαινε να μπει αυτή.
Κοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια, νόμιζε και νομίζει πως ώρες, μέρες, μήνες προσπαθούσε να εισχωρήσει στο ΕΓΩ της, αλλά κάποιο στοιχειό του χειμώνα μάλλον τον εμπόδισε...

Ίσως κάποτε κάπου αλλού σκέφτηκε εκ των υστέρων....



Τζέιν!!!! ΕΣΥ;;; Φώναξε...

Ελλείψει χαρτομάντιλου, -αν και είχε σκεφτεί πριν την έξοδο του να πάρει μερικά μαζί του αλλά πάλι δεν κατόρθωσε να δικαιώσει τις ταγές που ήθελε να επιβάλλει στον εαυτό του-, σκούπισε τις λιγοστές ρανίδες της αγωνίας του με το απόκομμα του εισιτηρίου εισόδου του.
65 Ευρώ, 1η γαλαρία, 2η σειρά, 15η θέση αριστερά…


Περίμενε μετά το τέλος της παράστασης να φύγουν όλοι, καθυστέρησε μέχρι το τελικό σβήσιμο του φωτισμού για να σηκωθεί από την θέση του και μόνο μετά από το μεριμνητικό πλησίασμα της ταξιθέτριας αποφάσισε να διασχίσει τον διάδρομο της εξόδου, κοιτώντας με διαλείψεις προς τα πίσω, προς την σκηνή, μπας και…

Μπας και… κι αυτή η μαρτυρία ήταν μια άλλη ακόμη ψευδομαρτυρία, απ αυτές που εφεύρε συχνά για να ξαναποθήσει και να ξαναφονεύσει νεκραναστάσεις παρωχημένων πλέον συνταγών του...


ΟΧΙ!!! Η Τζέιν δεν ματαεμφανίστηκε…


16 Ιουλ 2010

Jogging



Βρεθήκαμε και οι δυο την συμφωνημένη ώρα, αργά το πρωί ή ας το πούμε πριν το μεσημέρι, στην ανατολική είσοδο του κεντρικού άλσους της πόλης, για να κάνουμε μαζί μια ωρίτσα Jogging.

Χειμωνιάτικη μέρα με έναν θαμπό αρρωστιάρη ήλιο, μα χωρίς τσουχτερό κρύο, ντυμένος με την αθλητική μου φόρμα, εσώρουχα σκι, κασκόλ και σκούφο στο επαναστατημένο κόκκινο της αρεσκείας μου. Κι εσύ με μια πρασινωπή φόρμα μα κασκόλ και σκούφο ασορτί σ ένα φανταχτερό πορτοκαλί. Το πορτοκαλί ταίριαζε μεν με το χέννα των ατίθασων σγουρών μαλλιών σου, αλλά ο σκούφος τα καταπίεζε στην ελευθερία τους να παίξουν με το αεράκι και τις ηλιαχτίδες. Μας έπιασαν ασταμάτητα γέλια, όταν αλληλοειδωθήκαμε.

-Πάμε τώρα, θα κάνουμε τρεις λαβυρινθικούς γύρους, είπες γελώντας ακόμη και βάζοντας τα ακουστικά του mp3-player στα αυτιά κάτω από τον σκούφο σου.

-Ναι αλλά σιγά-σιγά, μην ξεχνάς τα μαύρα μου πνευμόνια, αποκρίθηκα μειδιώντας κι εγώ, μα χωρίς να έχω καταλάβει την σημασία του «λαβυρινθικού».

 Αρχίσαμε με αλαφρά επί τόπου πηδηματάκια αλληλοχαμογελώντας μας και σε λίγο προχώρησες.

Ακολούθησα στην αρχή πίσω σου, μ άρεσε να βλέπω την σγουρή κόμη σου να κυματίζει και το φανταιζί σου κασκόλ να χαϊδεύει την πλάτη σου. Το ζήλευα;;;;

Γρήγορα γύρισες το κεφάλι σου πίσω, με παρακλητικό βλέμμα και μ ένα χτύπημα των δασειών σου βλεφάρων μου έδωσες σήμα να έλθω δίπλα σου.

Είχε χιονίσει λιγάκι πριν δυο μέρες, μα τα περιπατητικά δρομάκια με το σκούρο τους χαλικάκι ήταν καθαρά και με λιγοστούς άλλους κυριακάτικους φυσιολάτρες. Κάτω από τα δένδρα ήταν ακόμη στρωμένο ένα πέπλο άσπρης δροσιάς.

Είχαμε κάνει αμίλητοι ο ένας δίπλα στον άλλο το πρώτο μάλλον γύρο, γιατί ξανάβλεπα γνωστά τοπία. Εσύ είχες χαθεί ή χωθεί στο Αλλού σου ακούγοντας μουσική. Πολύ αμυδρά διέφευγαν κάτι ήχοι από την ηχομόνωση του σκούφου σου. Ήταν κλασσική μουσική ή νοτιοασιάτικες μελωδίες;

Είχα αρχίσει να κουράζομαι και δεν κατάφερνα να ακολουθώ τον ρυθμό σου. Ξέπεσα λιγάκι πίσω, προσπαθώντας όμως να μην διευρύνω πολύ την απόσταση μας.

Μ άρεσε εξ άλλου να σε κοιτάζω από πίσω. Το κορμί σου είχε διατηρήσει ένα μεγάλο μέρος από τα θέλγητρα της νεότητας σου και οι αρμονικές του κινήσεις διατύπωναν, ότι συνέχιζες να χορεύεις παθιασμένα. Μου το είχες πει άλλωστε.

Είχαμε ξαναβρεθεί τυχαία μετά εικοσαετίας και πλέον. Μια απλή φιλική γνωριμία από τα φοιτητικά μας χρόνια.

Στην σχέση μου τότε εγώ κι εσύ στην δική σου.

Δέχτηκα αμέσως την πρόσκληση σου για καφέ και να αναπολήσουμε την νεότητα μας. Σου ήρθα με παστούλες στο «ρετιρέ» σου, όπως το λες, και σε βρήκα με την άσπρη ιατρική σου ρόμπα καταπιτσιλισμένη σ έναν διάδρομο γεμάτο δοχεία χρωμάτων, πινέλα, γυαλόχαρτα, βούρτσες, ρολλούς και  δυο σκάλες.
-Βάφω τους τοίχους και σε ξέχασα, είπες μέσα από το χαρούμενο σου χαμόγελο, ωθώντας με το χέρι σου στην αριστερή μου ωμοπλάτη στην ευρύχωρη κουζίνα σου.

-Βάλε, ότι βρεις στο τραπέζι στο πλυντήριο πιάτων κάτω από το νεροχύτη και σου επιστρέφω αμέσως καλλωπισμένη αφέντη, είπες μ ένα γελάκι,

- Η εσωτερική ομορφιά δεν χρειάζεται καλλωπισμό, απάντησα φιλοφρονώντας.

- Καρυοθραύστης στα νιάτα σου, καρδιοθραύστης τώρα;;; ξαναγέλασες κι εξαφανίστηκες.

Τόσο σβέλτο γυναικείο καλλωπισμό δεν είχα ξαναζήσει. Μ ανέβασες!!!!

Επέστρεψες κομψότατη και μ ένα επιμελημένο αλλά διακριτικό μακιγιάζ.

Σε βοήθησα να στρώσεις το τραπέζι, εγώ έβαλα σε μια πιατέλα τις πάστες κι άναψα ένα χοντρό κερί που βρήκα σ ένα ράφι, για ρομαντική ατμόσφαιρα.

Εσύ έφτιαξες εσπρέσο για μένα και καπουτσίνο για σένα.

Είχα προγραμματίσει σύντομη ωριαία επίσκεψη και παρέμεινα πολύ ευχάριστα τρισήμισυ  ώρες.

Και τι δεν είπαμε! Για σχέσεις παλιών φιλών, που μπουμπούκιασαν, άνθισαν, κάρπισαν και τελματώθηκαν. Ιστορίες από κοινά βιωμένες γιορτές και αντιπαραθέσεις. Τους μικροπολιτικούς φοιτητικούς συνωμοτισμούς και τα γελοία επακόλουθα τους…..

Είπαμε λίγο και τα προσωπικά μας:
-Χώρισα με το τελειωτικό κι αναζητώ το τέλειο, είπες.

-Μακάρι να μπορούσα να καταφέρω κι εγώ το ίδιο, αλλά δύσκολο με τρία παιδιά γαμώτο, απάντησα.

Σηκώθηκες βιαστικά, πήγες στην βιβλιοθήκη του καθιστικού σου και γυρίζοντας εναπόθεσες στα χέρια μου σε κομψή έκδοση το «Siddharta» του Hermann Hesse.

-Διάβασε το αλλά να μου το επιστρέψεις, μου χαμογέλασες με ένα από τα δεκαεφτά χαμογέλα των νοτιοασιατισσών, που δεν τα είδα ποτέ μου.

-Θα το ξαναδιαβάσω ενήλικας για χάρη σου και θα χαρώ να στο ξαναφέρω, απάντησα,  με μια αράπικη έκπληξη στην ματιά μου.

Δεν ήξερα τότε, ότι είχαμε κοινά φιλολογικά και φιλοσοφικά γούστα.


Σταμάτησες ξαφνικά, έβγαλες τα ακουστικά από τα αυτιά και κάθισες σ ένα παγκάκι περιμένοντας με λαχανιασμένο.

-Προσπάθησε να κόψεις το παλιοτσίγαρο, μου είπες σχεδόν αυστηρά!

Δεν απάντησα, όντως γνώστης της καθημερινής μου ενοχής.
-Ξεκουράσου λίγο, άκουσε με και ακολούθα με χωρίς να μιλήσεις καθόλου, είπες ικετευτικά, κοιτώντας με βαθιά μέσα στα μάτια, σαν να ήθελες να διαπεράσεις με τον οίστρο της ψυχής σου τις κόρες των ματιών μου, για να φτάσεις στις συνάψεις των εγκεφαλικών μου κυττάρων, εκεί που συνδέονται τα ερεθίσματα των αισθήσεων με την γνώση.
-Βρίσκεσαι στην στέψη του αέναου αγώνα του Εγώ με τον Εαυτό σου. Προσπάθησε να καλμάρεις και να χαλινώσεις το Εγώ σου για να δεις και να κατανοήσεις τον πραγματικό σου Εαυτό. Με το Εσένα σου, με την ευκρινή ισορροπία του Εγώ με τον Εαυτό σου αρχίζει και τελειώνει η συνειδητή σου ζωή. Αλλιώς παραμένεις έρμαιο των καθημερινών αναγκαιοτήτων. Εγώ το ένοιωσα αυτό την πρώτη φορά που εγκατέλειψα τον δεσμώτη μου σ ένα τρίμηνο μοναχικό ταξίδι στην Ινδία. Μετά την τρίτη φυγή μου, το κατάλαβα εντελώς και το κάνω τώρα πράξη μου. Να χαλαρώνω το σώμα, τις αισθήσεις και το πνεύμα μου και να μεταφέρομαι στο Αλλού της αρμονίας των δυο συστατικών μου.

Δύσκολος και κουραστικός αγώνας, δύσβατα και γεμάτα αγκάθια τα μονοπάτια της αναζήτησης, γεμάτα ελκυστικές πλάνες και ηδονές τα σταυροδρόμια, Χάρυβδες και Σκύλες τα εφήμερα χάνια. Και μόνον στο αδιέξοδο της τελικής σου απόγνωσης έρχεται σαν θεϊκό δώρο ή προσωπική αναλαμπή η αίσθηση της λιτότητας. Να δίνεις ανέμελα, ότι έχεις και να δέχεσαι εξ ίσου ανέμελα, ότι μπορείς να πάρεις ή σου δίνουν. Να δέχεσαι κάθε στιγμή, τον εαυτό σου και τους άλλους, όπως είναι ή δείχνονται!

Θέλησα να σου αποκριθώ σε έντονο τόνο, για τις ανάγκες της επιβίωσης, τις καθημερινές μας ευθύνες, την απαιτούμενη πρόβλεψη για τις επόμενες γενιές…, μα το κοτσύφι που φτερούγισε μπροστά μας αρπάζοντας με το ράμφος του ένα ψίχουλο δίπλα στο παγκάκι, αναίρεσε τα επιχειρήματα μου.

-Κοιτά όλα αυτά τα δένδρα γύρω μας, συνέχισες: Μικρά, μεγάλα, αειθαλή ή μη, περήφανα όρθια ή πλαγιασμένα καχεκτικά και ξεραμένα έχουν το καθένα τους την μοναδική τους οντότητα. Φαντάσου, ότι το καθένα απ αυτά είναι μια άλλη ενσάρκωση της Σακούγια, μιας ασιάτισσας  Θεάς όλων των δένδρων. Η βαλανιδιά, η Σακούγια-κε είναι μελαχρινή με στητά στήθη και χοντροκώλα. Η λεύκα, η Σακούγια-ρα είναι λεπτή, ξανθιά, μα κρύα. Για κάθε δένδρο φαντάσου μια άλλη Θεά! Κι όλες σε θέλουν, όλες θέλουν να σε χαϊδέψουν, να σε ζεστάνουν, να φουντώσουν τον πόθο σου για την κάθε μια τους. Για να τους χαρίσεις το σπέρμα σου, την συνέχεια της ζωής. Κλείσε τα μάτια σου, πιάσε το χέρι μου και ακολούθα με! Να μου έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη! Θα σου λέω τις κακοτοπιές και πως πρέπει να πηγαίνεις. Δεν θα τρέχουμε πολύ. Στο πρώτο σου βήμα θά’ ρθει να χαϊδέψει, να φιλήσει και να ζεστάνει την αριστερή σου φτέρνα, εκεί όπου εφάπτεται πρώτα στην ορθή μας περπατησιά το σώμα μας την Γη, η ίδια η Σακούγια. Σε κάθε σου βήμα θα έρχεται μια άλλη θεά να χαϊδεύει, να φιλάει και να ζεσταίνει ένα άλλο αντίστοιχο μέρος του σώματος σου, από κάτω προς τα πάνω, ανεβάζοντας την θερμότητα της προσφοράς τους συνεχώς στα ύψη σου, μέχρι το κεφάλι σου, στο ψηλότερο του σημείο.

Η Σακούγια-κε π.χ. θα φιλήσει τον δεξί σου αστράγαλο, η Σακουγια-ρα τον αριστερό  σου μηρό, η μουσμουλιά τον αφαλό σου, η ξεραμένη φραγκοσυκιά το καρύδι του Αδάμ στον λαιμό σου κλπ. Μέχρι και η τελευταία τρίχα της κεφαλής σου γεμίσει γήινη και θεϊκή ενέργεια!

Έκλεισα τα μάτια μου, έσφιξα με το δεξί μου το αριστερό σου χέρι και σηκωθήκαμε για την κοινή μας διαδρομή. Θέλω να σου ομολογήσω, ότι στην αρχή του δρόμου μας ήμουν επιφυλακτικός και μισάνοιγα που και που τα μάτια μου. Μετά άρχισες πολύ σιγά να μουρμουρίζεις. Όχι δεν ήταν ψίθυρος αλλά ένα μελωδικό αναστέναγμα που έβγαινε από την μύτη, ανάμεσα απ τα κλειστά σου χείλη κι ίσως απ την ψυχή σου, αρκετά αισθησιακό στα αυτιά μου, που κατέληγε σε κάτι σαν ωωωωωωμμμμ!

Που και που έλεγες «λίγο αριστερότερα» και με έσπρωχνες με τον ώμο σου. Ή «δεξιότερα» και τραβούσες το χέρι μου προς τα δεξιά. Ονομάτιζες δένδρα: Να μια οξιά, να μια καστανιά, μια μικρούλα αχλαδιά, ένα πεύκο αριστερά μας, και μια θέρμη γαλήνης  ανάμικτη με ηδονή και απόλαυση γέμιζε το σώμα μου από τα πόδια μου και σιγά-σιγά προς τα  πάνω.
Σ ακολουθούσα, σου είχα αφεθεί και δεν το μετάνιωσα. Είχα φύγει, βρισκόμουν σε καινούργιο για μένα χώρο και χρόνο, πλήρης με ουσία του σύμπαντος και των θεών του άλσους.

Κάποτε σταμάτησες και  έσφιξες ανεπαίσθητα περισσότερο το χέρι μου.

-Φτάσαμε, είπες.

-Άνοιξε προσεκτικά τα μάτια σου και κοίτα προς τον ουρανό!

Το χέρι σου χαλάρωσε το σφίξιμο του δικού μου, κοίταξα προς τα πάνω και είδα ένα ατέλειωτο πανήρεμο λευκό, περιπτυχισμένο από χιονισμένες κορφές δένδρων.! Τι γαλήνιος ουρανός ήταν αυτός;;;; Κοίταξα γύρω μου. Βρισκόμασταν σ ένα ξέφωτο, περιτριγυρισμένο από σταχτιές βατομουριές στην χειμερινή τους νάρκη. Μόνο μερικά μαύρα ξεραμένα μούρα ανάμεσα σ αγκάθια επέμεναν ακόμη.

Το έδαφος ήταν ίσιο και λίγο χιονισμένο.

Δεν πρόσμενα την ξαφνική τρικλοποδιά και βρέθηκα ανάσκελα από κάτω σου.

-Σε θέλω εδώ και τώρα ψιθύρισες, μ ένα παράφορο πάθος στην φωνή σου.

Δεν κατάλαβα τι έγινε μετά! Ίσως συμπτυχθήκαν οι τέσσερες γνωστές διαστάσεις σ ένα σημείο, στο απόλυτο του έρωτα, σε κάποιο Αλλού. Δεν ξέρω!!!

Όταν επανήρθα κρύωνε ο κώλος μου. Ήμουν γυμνός από την μέση και κάτω. Κι εσύ δίπλα μου με κλειστά ακόμη μάτια το ίδιο.

Επιστρέψαμε αμίλητα με σφιχτά πιασμένα τα χέρια μας στην ανατολική είσοδο.
Δυσκολεύτηκα ν ανοίξω την κλειδαριά του ποδηλάτου μου. Μάλλον είχε παγώσει αυτή ή τα δάχτυλα μου.
Όταν γύρισα να σε ρωτήσω πότε θα ξανασυναντηθούμε σε είδα να απομακρύνεσαι πάνω στο ποδήλατο σου με ανασηκωμένο αποχαιρετιστήρια το αριστερό χέρι σου.

Το φανταιζί πορτοκαλί σου κασκόλ χάιδευε πάλι την πλάτη σου. Το ξαναζήλεψα!!!

Ανατολικά



-Καλησπέλα σας κύλιε Αλιστείδη, μου χαμογέλασε με το πρώτο από τα 17 χαμόγελα των γυναικών της νοτιοανατολικής Ασίας η κυρία Μαρία.

-Καλησπέρα κινεζομιγάδα απόγονη του ήρωα Σουλτάνου Αγκούμ , της αποκρίθηκα με το μοναδικό χαμόγελο που διαθέτω.

-Έχω τα γενέθλια μου σήμερα και θα ήθελα ειδική περιποίηση, της έδωσα να καταλάβει την σημερινή μου επιθυμία.

-Να τα εκατοστίσετε κύλιε Αλιστείδη και θα σας στείλω ότι καλύτελο έχω, αποκρίθηκε με το δεύτερο χαμόγελο της σαγήνης της.

Αφού μπήκατε στα σαλάντα να πάτε στον θάλαμο 10, μου λέει η κυρία Μαρία.

- Βρε αναρίθμητη της χώρας της ανατέλλουσας ηδονής, της απαντώ, σ ευχαριστώ πολύ για την φιλοφρόνηση να μου μειώσεις κατά δέκα έτη την ηλικία μου.

- Μα δεν σας φαίνεται καθόλου, απάντησε με τρίτο αισθησιακό  χαμόγελο η Μαρία από την Ιάβα.   

Την κυρία Μαρία, Myriam την ονομάτιζε το ινδονέζικο διαβατήριο της, την είχε φέρει εδώ, κάτι σαν οικιακή βοηθό κάτι σαν τροφό των παιδιών του, ένας διπλωμάτης.

Όταν ο κύριος της μετά από πέντε χρόνια πήρε μετάθεση για την Αργεντινή, την πάντρεψε με τον ηλικιωμένο σοφέρ του με προίκα μία άδεια για ταξί.

Χήρα η Μαρία με μικρό παιδί στα πεθερικά της στην Ιάβα δέχτηκε την συναλλαγή. Ο κυρ Γιάννης, Τζιάνε μου τον φώναζε, ήταν εκ γενετής ήσυχος άνθρωπος και χωρίς πολλές προσωπικές και σεξουαλικές ανάγκες. Πέρασαν ήρεμα τρία χρόνια μέχρι που ο Τζιάνε της σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό. Ελεύθερος επαγγελματίας ο συχωρεμένος χωρίς ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΤΕΒΕ, και η κυρία Μαρία με τρέχουσες υποχρεώσεις στην μακρινή χώρα της, αναγκάστηκε να γίνει ελεύθερη επαγγελματίας. Έκανε την παραδοσιακή τέχνη των γυναικών του νησιού της επάγγελμα και με την βοήθεια κάποιου καλοθελητή λογιστή άνοιξε τον Οίκο Μασάζ Ιάβας στο Κολωνάκι.

Η δουλειά πήγε πολύ καλά! Έφερε δύο ξαδέλφες της από την χώρα της και με την μεσολάβηση κάποιου μεγαλοπελάτη τρεις όμορφες κοπελιές από την Ταϊλάνδη και δύο από την Κεϋλάνη, αγόρασε τα δυό διπλανά διαμερίσματα και είχε τώρα 10 δωμάτια παροχής υπηρεσιών. Το καλό ήταν, ότι άλλαζε συχνά το προσωπικό, για να διατηρεί την παλιά πελατεία της. Και οι επιλογές της ήταν διαμαντένιες.

Το πρώτο που μάθαινε στις υφιστάμενες της ήταν τα δεκαεφτά νοτιανατολίτικα χαμόγελα! Ήταν η βασική τους εκπαίδευση. Τα άλλα ήταν αυτονόητα του φύλου τους

10 Ευρώ το μισάωρο χωρίς τα εξτρά, 10 δωμάτια, οχτάωρο εργασίας, φουλ δουλειά, λογάριασε! Στις κοπελιές έδινε  7 ευρώ την ώρα συν εξτρά.  Μαντάμα με Μερσεντές η Μαρία!

Το ήξερα το νούμερο δέκα. Είχα ξαναπάει πάλι σε μια επέτειο. Μάλλον σε κάποια του ανάλατου γάμου μου. Ή ήταν τότε με τον φίλο μου Ζαν και τις τρεις νοτιοινδικές θεές;;;

Ήταν ντυμένο με μια μουντή χρυσαφί υφασμάτινη ταπεσσερί, για να μην διεγείρει πολύ, το παράθυρο καλυμμένο με βαριές ροζέ βελουδένιες κουρτίνες, μπροστά του ένα τριγωνικό τραπεζάκι με δύο λουδοβίκειες καρέκλες με κεντητό κάθισμα, πάνω του ένα μουρανέζικο κρυσταλλένιο βάζο μ ένα λευκό φρέσκο κρίνο (πού τους εύρισκε χειμώνα καλοκαίρι;;;)  και μια μποτίλια Πόρτο χρονολογίας ΄60 με δυό κοντόλαιμα ποτηράκια. Αφροδισιακό ποτό το επαινούσε η Μαρία, μα το χρέωνε πανάκριβα. Στον διπλανό τοίχο ένα οθωμανικό ανάκλιντρο, με το ύφασμα των καρεκλών και επάνω του στον τοίχο κρεμασμένη μια καλοφτιαγμένη κόπια του γνωστού πίνακα του Gauguin: Η «δίπλα στη θάλασσα» του 1892 με τις δυο ημίγυμνες εξωτικές θεές, που η μια μόλις βγάζει το παρέο της.

Ο τοίχος της πόρτας αστόλιστος, εκτός από το αναγκαίο πορτμαντό. Και ο τελευταίος μ ένα μαρμάρινο ραφάκι γεμάτο αιθέρια έλαια και κάτω του κρεμασμένες 4-5 κατάλευκες πετσέτες.

Μα το κυριότερο στολίδι του δωματίου ήταν το υπερυψωμένο κρεβάτι του μασάζ. Σαν το χειρουργικό αλλά καλυμμένο μ ένα κρεμ μεταξωτό κι ένα στενό μαξιλαράκι για να το δαγκώνεις ή για να ρουφάει τα δάκρυα σου.

Ο θάλαμος φωτισμένος μόνο μ ένα πεντάκλωνο καντηλιέρι με λευκά κεριά.
         
Είχα ήδη γδυμένος με κλειστά μάτια και με προσδοκίες σωματικής ταλαιπωρίας ξαπλώσει μπρούμυτα στο κρεβάτι της αναμενόμενης ηδονής, όταν άνοιξε η πόρτα, μύρισα την ευδαιμονία νεαρής θηλυκής σάρκας και άκουσα το θρόισμα της ασιατικής αύρας.

-Έφερα το δικό μου λαδάκι καλή μου, είπα συνωμοτικά. Ελαιόλαδο από την Καλαμάτα, με αλόη βέρα και υλάνγκ υλάνγκ .

Δεν ένιωσα καμιά πίεση ούτε βία στην πλάτη μου, στην μέση μου και στους γοφούς μου! Ούτε, όταν γύρισα ανάσκελα, στο στήθος, στην κοιλιά, στους μηρούς και στην λεκάνη μου.

Όταν το αισθησιακό λαδάκι άγγιξε τον ομφαλό μου και τα παιχνιδιάρικα δάχτυλα της το μοίρασαν  κυκλικά περιοδικά στην κοιλιά μου κάτι σαν καλπασμός ημίονου έγινε αισθητός σ όλο μου το σώμα.

Τα χέρια της ήταν πολύ τρυφερά με το πέος μου, αλλά δεν κατάφεραν να το ισχυροποιήσουν, μέχρι την δοκιμασία της ανατολίτικης γλώσσας. Εκεί λαμπάδιασα: Και τότε της είπα να λύσει τα μαλλιά της και να δείρει το διεγερμένο πέος μου με το μαύρο σκληρότριχο μετάξι της κεφαλής της.

Κι όταν ενεργοποιηθήκαν, για τα γενέθλια μου, τα χείλη και όλο το στόμα της ανατολίτικης πείρας, εγκατέλειψα το άπειρο και μεταφέρθηκα συνειδητά πέρα από τον ορίζοντα του, στο Αλλού μου.

Ξαρμεγμένος πλέον χαλάρωσα  με την αίσθηση του απόλυτου και στο μυαλό και στο σώμα.

Άνοιξα τα μάτια μου, όταν άκουσα την πόρτα του θαλάμου να ανοίγει διακριτικά.

Και το μόνο που είδα να εγκαταλείπει το δευτερόλεπτο του ηδονικού τέλους, ήταν μια μαύρη γυναικεία αλογοουρά δεμένη με μια φανταιζί κορδέλα!

Το χαμόγελό της αισθησιακής μου ιέρειας δεν το είδα!!!!

Έφυγα δεκαοχτάρης. Ίσως να μπορέσω να αυγατίσω και να ιδιοποιηθώ κι εγώ τα 17 φιλήδονα χαμόγελα !!!

Λισσαβόνα


Αποκοιμήθηκε μπαϊλντισμένη.

Κόλλησα πίσω της, μισοχάιδευα τον γυμνό ιδρωμένο της γλουτό και ανάπνεα στον ρυθμό της. Ένας άγνωρος μέχρι τότε αισθησιασμός και κάποια απόλυτη ηδονή δεν μ άφηνε να ηρεμήσω. Ξαναορέχτηκα να θωπεύσω το δασύλλιο της, αλλά δεν θέλησα να την ξυπνήσω. Ανατρίχιαζε το στήθος μου από την καΐλα της ωμοπλάτης της! Στα αυτιά μου ηχούσαν ακόμη οι απελπισμένες κραυγές της δόσης μας, κάτι σαν καταχωνιασμένη προσευχή, παθιασμένη αδημονία, εκρήξεις θαμμένων «Θέλω», που δραπετεύοντας απ τα λαρύγγια έσπασαν και νότισαν τους τέσσερες τοίχους, το ταβάνι και το πάτωμα του φτηνού επαρχιακού ξενοδοχείου με τα θεία υγρά μιας εκπλήρωσης.

Το δέρμα μου ακόμη στιλπνό από το αρωματικό έλαιο(έλεος;) της αμφίδρομης τρυφερότητας μας. Τα χείλη μου ακόμη ιδρωμένα από τον ιδρώτα της , το δέρμα μου κόχλαζε από την τριβή της κολασμένης επιδερμίδας της, τα χέρια μου πλημμυρισμένα απ το άρωμα της και τα μαλλιά μου ανακατωμένα από το δάρσιμο των δικών της. Τα δάχτυλα μου είχαν ανακαλύψει όλα τα λαγούμια της φύσης της και τα δικά της απόρθητες εσοχές μου. Η παλάμη μου αγκυλωμένη ακόμη από τις κοιλότητες του σώματος της.

Την ήθελα κι άλλο!  Ποθούσα να ξαναπαραδώσω το Είναι μου σε ανταμοιβή του δικού της. Επιθυμούσα να ξαναδώ το λάγνο μισόκλειστο βλέμμα της, να ξανακούσω το παθιάρικο Αααααααααααχ της σε μια νέα στιγμή  αμοιβαίας υπόταξης μας. Καίγονται στην φλόγα της τ όνομα και τα σύνορα μου.

«Κάψε την καρδιά μου, κάψε τα όνειρά μου 
κάψε ό,τι μου κρατάς 
όμως να θυμάσαι όποτε λυπάσαι 
θα με συναντάς 

Πίσω απ' τα χείλη που φιλάς θα με θυμάσαι 
στα όνειρά σου ενοχές και θα φοβάσαι 
ό,τι κι αν κάψεις η αγάπη δεν πεθαίνει 
εγώ σ' αγάπησα και αυτό θα σε τρελαίνει 

Κάψε τη ζωή μου, κάψε το κορμί μου 
κάψε ό,τι μου κρατάς 
μα να ξέρεις πάντα πίσω απ' το κλάμα 
θα με συναντάς»
Είναι μερικοί που μυθοποιούν την πραγματικότητα τους, κι άλλοι που προσπαθούν να κάνουν το παραμύθι τους πραγματικότητα, είχε πει κάποτε!
Βρεθήκαμε μια βροχερή φθινοπωρινή μέρα στην Λισσαβόνα. Κι από την άψη της προσμονής περάσαμε όλο το απόγευμα και το μισό βράδυ στο κρεβάτι του ξενοδοχείου. Αργά το βράδυ κατεβήκαμε στην Μπάισα να φάμε μπακαλιάρο με κρεμμύδια σ ένα ταβερνάκι στις όχθες του Τέγιο με πριονίδια στο πάτωμα. Ένας γέρος με βραχνή φωνή και με την συνοδεία της προϊστορικής κιθάρας ενός  φίλου του τραγούδησε ένα fados της Αμαλίας:

«A laranja e a tangerina
São iguaisinhas na cor
A segunda é pequenina
E é diferente no sabor

A pêra quando é do ramo
Tem um valor diferente
O rapaz a quem eu amo
Tem amor a toda a gente»

Εσύ αποκοιμήθηκες μάλλον κατά τις τέσσερις κι εμένα μετά τις πέντε το πρωί με απήγαγε ο Μορφέας, αν και είχα όρεξη για γλυκό νεραντζάκι.

Το μεσημέρι περιηγηθήκαμε με το 28αρη  Electrico την άνω και ποδαράτοι την κάτω πόλη.

(Μα τι αισθητική αναστύλωση μετά τον σεισμό του 1755. Οι δικοί μας κυρίαρχοι όλοι τους αρπακόλληδες ήταν γμτ!)

Το απόγευμα  στο Museu do Chiadο χαζέψαμε μοντέρνες εικόνες εξωτικών πουλιών της ζούγκλας σε φανταχτερά χρώματα και ξύλινα αφρικάνικα γλυπτά.

Σε πολυσύχναστη πλατεία ήπιαμε καφέ με γάλα, καθισμένοι κάτω από ομπρέλα ήλιου.

Εκεί εξαφανίσθηκες και μπήκα στο οδοντωτό τραινάκι ψάχνοντας να δω τα σγουρά σου καστανά μαλλιά. Πηδούσα από το ένα τραινάκι στο άλλο, πάνω κάτω, ψάχνοντας σε.

Τελικά βρέθηκα στο λιμάνι, όπου έφευγε ένα μεγάλο υπερωκεάνιο(ή μήπως ήταν κάποιο μυθικό θαλάσσιο κήτος;).

Εκεί σε είδα: στη γέφυρα του πλοίου που μου κούναγες αποχαιρετιστήρια ένα πράσινο φανταιζί μαντήλι αναχωρώντας για το Αλλού σου. Και ένα φιλί στην άκρη του χεριού σου.

Ξέδεσα το κόκκινο μου κασκόλ και το ανέμισα αποχαιρετίζοντας σε. Παίρνοντας τον δρόμο για το  ξενοδοχείο μας «κάπως» σε ξαναπόθησα:

«Όπως έρχεσαι απ την πόρτα
Άρχισε να γδύνεσαι
Να ΄σαι σκέτη αμαρτία
Έτσι να μου δίνεσαι

Απ τα στόματα οι λέξεις
Σαν φωτιές να πέφτουνε
Δεν θ αντέξουν οι καθρέφτες
Πυρκαγιές να βλέπουνε

ΚΑΨΕ με!

Με το στόμα με το σώμα
ένα πόλεμο ακόμα
Το κορμί μου σου φωνάζει
Και το αίμα μου καλπάζει

ΚΑΨΕ με!

Όπως έρχεσαι απ την πόρτα
Άρχισε να γδύνεσαι
Να σε βλέπω να φωτίζεις
Ύστερα να σβήνεσαι

Λόγια ρούχα στον αέρα
Φλόγες που σκορπίζουνε
Τα μαλλιά σου κι η καρδιά σου
Θέλω να μ αγγίζουνε

ΚΑΨΕ με!»

Σκυθρώπιασε το βλέμμα μου, κατέβασα το κεφάλι και έχωσα τα χέρια βαθιά στις τσέπες της καμπαρντίνας μου για τον δρόμο της επιστροφής.

Άγγιξα κάτι παράξενο στην αριστερή. Το ψηλάφισα, το αισθάνθηκα χάρτινο και έβγαλα έναν καφετί φάκελο στο φως. ¨Έγραφε απ έξω: «Σε ικετεύω με στίχους ψεύτικους»! Τον άνοιξα και βρήκα μέσα του ένα αεροπορικό εισιτήριο.

ΝΑΙ!!!!!!!    Θα σε περιμένω στο Αλλού μας Καλή μου!

Auto Stop



Βρέθηκα στον Κάμπο του Δεσπότη σε μια φθινοπωρινή προσπάθεια αναπόλησης ξεχασμένων εμπειριών της νεότητας μου.

Με το σακίδιο μου στα πόδια μου με παραμέλησε η βιασύνη του οδηγού του λεωφορείου στο χάνι του Κάμπου, όπου ευχαριστιόμουν την αχνιστή φασολάδα μπλεγμένος σε μια συζήτηση με τον ιδιοκτήτη για τις παλιές καλές εποχές..

Δεν με πείραξε που έμεινα άτροχος. Κάτι θα βρεθεί, όπως πάντα, σκέφτηκα.

Έφαγα με την ησυχία μου την φασολάδα, τον ταβερνιάρη τον φώναξαν κάτι υποχρεώσεις του στην κουζίνα, πλήρωσα και βγήκα με το σακίδιο στον ώμο στην άκρη του δρόμου, για το παλιό καλό ωτοστόπ με υψωμένο τον αντίχειρα του δεξιού χεριού μου σε κάθε περαστικό όχημα, κινώντας τον ανατολικά στην κατεύθυνση του επιθυμητού μου προορισμού.

Ο φθισικός ήλιος είχε αρχίσει να ξαπλώνει στις χαράδρες της Πίνδου, φωτίζοντας, πράσινα έλατα, κοκκινωπά πλατάνια, κάτι ντροπαλές φλαμουριές με τις ροζέ ρώγες τους κι ένα φιδάκι που είχε αποχαυνωθεί νηστικό στην κορφή ενός κουτσόβραχου.

Κοντά ακούγονταν γαυγίσματα σκυλιών, κουδουνίσματα κριαριών και βελάσματα προβάτων που γύριζαν στην στάνη τους.

Στο θόλωμα του δειλινού σταμάτησε κάποιο αγροτικό με ανοιχτή καρότσα και ο οδηγός του, μεσήλικας γενειοφόρος με την κάψα του ήλιου χαραγμένη στο πρόσωπο του και το βλέμμα του ατυχημένου επαναστάτη της δεκαετίας του ΄70, με ρώτησε που πάω.

-Στην πιο κοντινή πόλη, απάντησα.

-Ανέβα στην καρότσα, αποκρίθηκε, και ξεκίνησε με βία μόλις με είδε πάνω της, για να ξεπεράσει όσο το δυνατό γρηγορότερα το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 40 χλμ. την ώρα προκαλώντας την τύχη μας και την τέχνη οδήγησης του, η ίσως βιασμένος από την προσμονή κάποιων δικών του ζώων ή ανθρώπων.

Η βία της προσδοκίας του με παραπάτησε και με ξάπλωσε απρόσμενα στην λαμαρίνα. Έπεσα ευτυχώς κυρίως πάνω στο σακίδιο μου αλλά με τον βραχίονα μου πόνεσα το κορμί μιας νεαρής  ξαπλωμένης συνταξιδιώτισσας μου .

-Συγνώμη, ψέλλισα, δεν ήταν πρόθεση μου!

-Πονέσατε; απάντησε.

Με υπερυψωμένη φωνή, για να καλύψουμε τον θόρυβο του μοτέρ του αγροτικού και στριγκλίσματα των φρένων του στις στροφές, αλληλοσυστηθήκαμε.

Φοιτήτρια, που μπατίρισε στην επιστροφή της από κουλτουριάρικο ταξίδι στην Ιταλία. εκείνη, σε αναζήτηση της θύμησης νεανικών μου εμπειριών, εγώ.

Με ρώτησε και άρχισα να διηγούμαι μερικές εμπειρίες μου. Της είπα για την πανάσχημη χωρισμένη Μάργκρετ που βίασε τα νεανικά μου κάλλη σε μια πεδιάδα του Ζάγκρεμπ ,νύχτα χειμώνα δίπλα σε υπαίθρια φωτιά, σαν σπονδή στον χωρισμό της. Για την Μαρία, που παρθήκαμε μουγκά κάτω από την σκάλα του δεύτερου καταστρώματος κάποιου φέρρυ μπωτ, για να διασκεδάσει εκείνη  την φυγή της από τον Ελβετό αρραβωνιάρη της…

Ίσως να ήταν η ταχύτητα ή οι στροφές του δρόμου λίγο πριν τα Μετέωρα, όταν το χέρι μου βρέθηκε απαλά θωπευτικά στον λαιμό της και ο μηρός της ερεθιστικά ανάμεσα στα σκέλια μου.

-        Πάρε με εδώ και τώρα, με προσκάλεσε!


Δεν ξέρω τι σκέφτηκε το νεανικό της πνεύμα, τι φαντασιώσεις της διέγειραν οι ιστορίες μου, αλλά τα χέρια της είχαν ήδη κατεβάσει το φερμουάρ του παντελονιού μου και εισέβαλλαν ακάθεκτα προς τα άδυτα μου.

Ενέδωσα γρήγορα, σαν ταγμένη παρθένα.


Τα δάχτυλα μου ξεκούμπωσαν γρήγορα το πουκαμισάκι της. Δεν φορούσε σουτιέν και άρχισα στο πρωτόσκαλο της ηδονής να φιλάω υγρά το στέρνο της κατεβαίνοντας με τα χείλη και την γλώσσα μου παρακάτω με δεξιές και αριστερές ιχνηλασίες, για να γευτώ τις ρώγες των βυζιών της. Τα χέρια μου είχαν ξεκουμπώσει και μισοκατεβάσει το τζην της και τα δάχτυλα μου αισθανόταν κάτω από το στρινγκ της την υγρασία του αιδοίου της.

Μα κι αυτή δεν είχε μείνει ανενεργή. Τα νεανικά της χέρια είχαν ήδη μισοκατεβάσει το παντελόνι και το σλιπ μου μέχρι σχεδόν τα γόνατα, τα δάχτυλα της χάιδευαν ηδονικά την κεφαλή του πέους μου, ώστε να υπερβεί το υπερδιογκωμένο μέγεθος του.

-        Πάρε με από πίσω πλαγιασμένη με βία, ψιθύρισε

Δεν χρειάστηκε βία. Με δέχτηκε, όπως η θηλή λεχώνας χείλη νεογέννητου, και αλληλοαγαπηθήκαμε σε παρόμοιο μέτρο. Ήπια από την δροσιά της σαν καμήλα σε όαση: Σιγά-σιγά αλλά πολύ. Χυθήκαμε μαζί, ο καθένας στην άβυσσο του Αλλού του.

Το αγροτικό σταμάτησε τόσο απότομα, όσο είχε ξεκινήσει, στις παρυφές μιας πόλης και μια τσιγαρισμένη επαναστατημένη φωνή είπε σε έντονο τόνο!
-Εδώ είμαστε φίλε μου. Θα συνεχίσεις μόνος σου.


Σπαλάστηκα το σακίδιο μου και κατέβηκα από την καρότσα του αγροτικού.


-Εγώ θα συνεχίσω το ταξίδι μου, με αποχαιρέτισε φωναχτά η φοιτήτρια, προσπαθώντας να υπερκεράσει το μαρσάρισμα της μηχανής.

Τα οπίσθια φώτα του αγροτικού, έγιναν γρήγορα κόκκινες φωτεινές βούλες στο σκότος του  Αλλού της.


Μα σ αυτό το λιγοστό φως είδα την νεαρή στιγμιαία ερωμένη μου, να ξεδένει τη γαλάζια φανταιζί κορδέλα, που είχε δεμένη στον αστράγαλο της, και να μου την πετάει σαν ενθύμιο μιας σύντομης ηδονικής σύζευξης.

Πρόλαβα και την έπιασα πριν την πάρουν μαζί τους στο πουθενά οι αέρηδες της βίας των περαστικών αυτοκινήτων.

Την  βάζω πάντα σε κάποια τσέπη μου, για να της την ξαναφορέσω αν ποτέ λάχει……