Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γελάκια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γελάκια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Μαΐ 2011

Μάλλα… τα χάλλια…



Εκεί που ένας χλωμιάρης φλεβάρης ήλιος χάιδευε τα φρύδια μου στο μπαλκόνι, που έπινα το σαββατιάτικο μου ουζάκι με μεζέ αντζούγιες Αργεντινής και πρώιμο αγγουράκι θερμοκηπίου Κύπρου,  ενυπνιαζόμενος ταξίδια και ερωτικές περιπέτειες σε Άπω Ανατολές, με αφύπνισε η φωνούλα –μάλλον σαν βρυχηθμός ακούγονταν- της συμβίας μου:
-«Σήκω αχαΐρευτο μωράκι μου να πάμε στο Golden Mall για ψώνια»!
-«Γιατί βρε αναμάρτητο στεφάνι μου», απαντώ χολωμένος, «και στον μανάβη, και στον φούρνο, και στον χασάπη πήγα, μόλις άνοιξαν…  Τι άλλο χρειαζόμαστε;;;»
-«Φθαρθήκαν οι οδοντόβουρτσες και χρειαζόμαστε νέες», απαντά η μακροχρόνια συμβία μου σε φωνητικό τόνο 89,5 ντεσιμπέλ, που όπως νοείτε δεν επιδέχεται αντίρρησης…
-«Νταξ στύλε της παράγκας μας», απαντώ αφασώς κι ως πάντα ανεπίκαιρος, «μετά το τάβλι στο καφενείο της γωνιάς με τα φιλαράκια μου, θα περάσω απ τον τρίτο ξάδελφο μου τον Γιάννη τον μπακάλη ένα τετράγωνο παρακεί και θα αγοράσω Φρεσκοντέτιες»
-«Σιγά να μην βάλω εγώ στο σπίτι του αντρούλη μου παρακατιανά προϊόντα», απαντά εκείνη με ένταση φωνής 92,7 ντεσιμπέλ, οπότε ενέδωσα…

-«Και γιατί δεν πάμε στο Diamond Hall, που είναι και 7 χλμ κοντύτερα», ενστάνθηκα…
-«Επειδή το Golden Mall, έχει αυτή την εβδομάδα προσφορές, εκπτώσεις με πιστώσεις  και ξέρω, ότι δεν θα σου δώσουν αύξηση μισθού τα επόμενα 15 χρόνια, ανδρουλίνι μου, εξάλλου μην ξεχνάς, ότι εκεί έχει και περισσότερες θέσεις Parking», απαντά το γυναικάκι μου, και κάθε αμφισβήτηση της απόφασης της, ούτε στον Άρειο Πάγο δεν θα είχε δυνατότητες ανατροπής της…
Ως άλλος Ηρακλής αποδέχτηκα την αναγκαία πλήρωση του νέου μου άθλου και μετά μια ώρα οδήγησης για 9 χλμ. και 14 περιστροφές στο παρκινγκ κατάφερα να κομίσω καροτσάκι ψωνίων στην είσοδο καταναλωτικού ναού.
Αισθάνθηκα περίεργα να τσουλάω καροτσάκι χωρίς νεογνό μέσα, -τα τρία μας τσογλάνια τσουλάνε τώρα πεντακοσάρες και άνω μοτόρες- και δήλωσα στο στολίδι της ανδρικής μου τιμής –καλά ντε… κάτι παρεξηγήσεις με τον ταχυδρόμο και τον υδραυλικό τις ξέχασα-, ότι θα την περιμένω στο παγκάκι δίπλα στο σιντριβάνι, μέχρι να επανέλθει με τις οδοντόβουρτσες, ενεχειρίζοντας της καροτσάκι συν πιστωτική κάρτα, προβληματιζόμενος όμως τι άλλο να ενεχυριάσω για να αυξηθεί το πλαφόν μου.
Αμίλητοι οι συνκαθήμονες μου του παγκακίου με κάτι μούτρα μέχρι κάτω, που θα προτιμούσαν να λαμπικάρουν αυτοπροσώπως όλα τα δάπεδα των Mall και Hall της υφηλίου στην τιμή των αγορών των ετέρων ημίσεων τους, αναλογιζόμενοι ίσως, ότι μάλλον συμφέρουν οι εταίρες.

Καλά που πέρασε ο φίλος μου ο Θέμης και με προσκάλεσε να πιούμε καφέ σ ένα απ αυτά τα μοντέρνα των MallHall καφενεία, που καφεδάκι πίνεις, μα για κοκαΐνη πληρώνεις…
Κι εκεί που λέγαμε για ομάδες, γκολ και γκομενάκια, θυμήθηκε το φιλαράκι μου ο Θέμης, να θυμίσει στην γυναίκα του ν αγοράσει οδοντόβουρτσες…
Ξαφανίστηκε ο Θέμης –καλά ντε… στην λίστα των αγνοουμένων της μικρασιατικής καταστροφής δεν τον έβαλαν ακόμη-, πλήρωσα τις δήθεν κοκαΐνες (σόρρυ καφεΐνες) και εμφανίστηκε η συμβία μου μ ένα καροτσάκι φουσκωμένο υπερχείλως, που θα έπρεπε να νοικιάσω φουσκωτό, για να το τσουλήσει μέχρι το φιατάκι μας…

-«Δύο τις εκατό έκπτωση δίνανε σήμερα χαρά μου» μειδίασε η κυματοθραύστης του πορτοφολιού μου, «για αγορές από 200 Ευρώ και πάνω»…
-«Οδοντόβουρτσες αγόρασες ματάρες μου;;», ρωτάω την τύφλα της οικονομικής μας διαχείρισης.
-«Ε;;; Όχι!  Να μην υποστηρίξουμε λιγάκι και την φαμελιά σου;;; Θα πας μετά στο ξαδελφάκι μας ν αγοράσεις. Και καλύτερη τιμή θα σου κάνει και θα τα γράψει στο τεφτέρι του!»

23 Ιαν 2011

Οι σοκολάτες




δεν μπορώ να πω, ότι δεν μ΄ αρέσουν.

Τα τελευταία χρόνια πήγαινα συνεχώς 1-2 φορές την βδομάδα στο περίπτερο της γειτονιάς και αγόραζα πάντα την αγαπητή μου ποικιλία.

Μα ο περιπτεράς είχε μάλλον καταλάβει την αδυναμία μου και μου έκανε «δουλειά», αγοράζοντας υπερχονδρικώς μεγάλη ποσότητα για να πετύχει καλύτερη τιμή, αυξάνοντας ούτως το λιανοπωλικό του κέρδος.

Κάπου μου βρωμούσε τελικά, κάτι μπαγιάτικο ένιωθα στην γεύση της, μα όταν ρωτούσα, ο περιπτεράς απαντούσε, ότι ήταν σίγουρα της τελευταίας σοδειάς. Όταν διαμαρτυρόμουν για την συνεχή αύξηση της τιμής της σοκολάτας μου, αυτός έφερνε το επιχείρημα της προσφοράς και ζήτησης(ποια ζήτηση δλδ. αφού εγώ μόνο την αγόραζα, απ΄ ότι νομίζω τουλάχιστον).

Πριν λίγο καιρό άνοιξε ένα απ΄ αυτά τα καινούργια μαγαζιά στην περιοχή μου (Discounter τα λένε μάλλον, γιατί τα αγγλικά μου είναι της πιάτσας) και πήγα να αγοράσω καινούργια οδοντόβουρτσα, που τις είχε προσφορά και της παλιάς μου είχαν πέσει όλες σχεδόν οι τρίχες.

Μετά την επιλογή του εργαλείου της δις ημερησίως στοματικής μου φροντίδας, πέρασα τελείως συμπτωματικά από το ράφι με τα γλυκίσματα.

Και σκέφτηκα, ότι αφού αγόρασα καινούργια οδοντόβουρτσα με πολλές τρίχες και σε χρώμα λουλακί γιατί δεν αγοράζω και μια σοκολάτα; Η αγαπητή μου ευτυχώς δεν βρισκόταν στο ράφι. Αλλά τι ποικιλίες εξαίσιες Θεέ μου! Γάλακτος, Αμυγδάλου(αγάπη μου ΙΟΝ), λευκές, σκούρες, γεμιστές, μ εξωτικές γεύσεις και μια με άρωμα μέντας. Αυτή διάλεξα. Ήταν μεν εισαγωγής αλλά στην μισή τιμή της δικής μου απ΄ το περίπτερο της γειτονιάς.

Εντάξει τώρα θα μου πείτε, σοκολάτα του εμπορίου πας και αγοράζεις;;;;  Αυτές είναι βιομηχανοποιημένες και μη αυθεντικές! Κι αυτή του περιπτερά τι ήταν δηλαδή;;;;

Έχω μεν από την γιαγιά μου μια θαυμάσια συνταγή χειροποίητης σοκολάτας, αλλά που να τρέχω τώρα στην Λατινική Αμερική να αγοράσω κακάο από τον παραγωγό, να παζαρέψω την τιμή του, να το καβουρδίσω, να το τρίψω για να βγει το βούτυρο του για τα 10-20 κιλά σοκολάτας που θα φάω ακόμη.

Και μετά βουρ στην Πίνδο να βρω φρέσκο αβουτύρευτο γάλα και να ανακατώνω μετά με τις ώρες! Άσε δε που θα μου κοστίσει κι  ο κούκος αηδόνι!

Άντε φεύγω τώρα για το μαγαζί που σας έλεγα!

Είδα τις προάλλες μια μαυρούλα με Chili, σε σχήμα λαγουδίνας και την λιμπίστηκα. Καλή μου όρεξη!


Υ.Γ. Τελικά το περίπτερο φαλίρισε λόγω ελλιπούς ζήτησης και καλά να πάθει το αγιογδύτικο!

16 Ιουλ 2010

Η γενεαλογία του Che



Τυραννώντας την ανία μιας αλκυονίδας μέρας με κατάχλωμο αρρωστιάρικο ήλιο τριγύριζα άσκοπα στην πλατεία Αβησσυνίας στο Μοναστηράκι περιεργαζόμενος τα εκθέματα στις καρότσες των Ντάτσουν.  Δεν μ’ ενδιέφερε κάτι ιδιαίτερο, αλλά πού και πού αγόραζα κάποιο περίτεχνο, καλαίσθητο, με καλλιγράφο αποστολέα χρησιμοποιημένο φάκελο αλληλογραφίας, πιότερο για την οπτική αισθητική της γραφής του παρά με συλλεκτικές βλέψεις.

Δεν ξέρω γιατί η ματιά μου αγκιστρώθηκε σε κάτι κοινό!

Ήταν ένας απλός λευκός εμπορικός φάκελος απ αυτούς τους μακρόστενους με το διαφανές παραθυράκι για την διεύθυνση του παραλήπτη και σχετικά καινούργιος, κρίνοντας από τα ασφράγιστα γραμματόσημα της σειράς.  Χειρόγραφη μα καλλιγραφημένη η διεύθυνση του αποστολέα μα τυπογραφημένη  με λατινικούς χαρακτήρες του παραλήπτη. Το ιδιαίτερο ήταν, ότι η επιστολή ήταν ακόμη κλειστή με απαραβίαστο περιεχόμενο. Αυτό μάλλον μ’ ερέθισε και ίσως λιγάκι που ο προορισμός της ήταν η Κούβα.

Πώς άραγε να ξέπεσε εκεί; άρχισε να διερωτάται η από αστυνομικά μυθιστορήματα επηρεασμένη φαντασία μου…

Μήπως πέθανε ο αποστολέας πριν προλάβει να την ταχυδρομήσει και περιήλθε έτσι στην ιδιοκτησία του παλιατζή, που ανέλαβε να αδειάσει επί αμοιβής κατ’ εντολή του ενοικιαστή το διαμέρισμα του φτωχού και άτεκνου θανόντος;;; 

Μήπως την απήγαγε μη ακόμη αποσταλμένη κάποιος δια παραθύρων εισχωρήσας δυνατός νοτιάς από το γραφείο του, την στροβίλισε ολίγον τι εις τους αιθέρας και προσγείωσε άτσαλα το βάρος της στην καρότσα του ανύποπτου παλιατζή;;; 

Ίσως να γλίστρησε από τον απρόσεκτα δεμένο ταχυδρομικό σάκο του υπάλληλου που ήθελε να τελειώσει γρήγορα την δουλειά για να πάει στην ερωμένη του, να την βρήκε κάποιο παιδάκι φτωχομεταναστών και να την πούλησε μισοτιμής της αξίας των γραμματοσήμων σε περαστικό παλιατζή.
Ίσως να…

Τα πολλά ερωτηματικά συνέβαλαν στο να υπερβεί η περιέργεια μου τα εκ του νόμου και καλών ηθών επιτρεπόμενα όρια μα και στην αυθόρμητη απόφαση μου να κάνω κτήμα μου και αντικείμενο νέων γνωσιολογικών μου ερευνών την άσημη αυτή επιστολή.

Αντάμειψα τον με καθοιονδήποτε τρόπο ευρόντα με ένα ευπρεπές ποσό για τον κόπο του,  συν την ονομαστική αξία των γραμματοσήμων, έβαλα προσεκτικά την επιστολή στην δεξιά τσέπη της καμπαρντίνας μου και πήρα βιαστικά και κοιτάζοντας συνεχώς πίσω μου τον δρόμο για το μετρό, που θα με οδηγούσε στην εργένικη κατοικία μου.

Καθ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής ψηλάφιζα με τα δάχτυλα μου με μια διαίσθηση ενός «Εύρηκα» τον φάκελο μήπως του αποσπάσω έτσι άθικτο το μυστικό του, μα το μόνο που κατάφερα ήταν να πολλαπλασιάσω τα ερωτηματικά μου.

Φτάνοντας στο διαμέρισμα μου εναπόθεσα προσεκτικά τον βεβαρυμμένο με πλήθος ερωτήσεων φάκελο πάνω στο πάντα τακτοποιημένο γραφείο μου και έβγαλα την γκρίζα καμπαρντίνα μου. Μόνον αυτή. Ούτε τα χέρια μου δεν έπλυνα.

Με την αγωνία της ενδεχόμενης διαλεύκανσης ζωτικών μου υπαρξιακών αναγκών έσπευσα στο γραφείο μου και στρογγυλοκάθισα στο αναπαυτικό κάθισμα στυλ Λουδοβίκου XIV

Κατ αρχήν εξέτασα με τον μεγεθυντικό φακό το εξωτερικό του φακέλου με την ελπίδα, ότι θα έβρισκα κάτι που θα πρόδιδε ένα μέρος του περιεχομένου του. Τίποτε ουσιώδες εμφανές εκτός από μερικούς σχεδόν αφανείς λεκέδες που μάλλον προέρχονταν από σταλαγματιές πρωινής άχνης.

Συγκέντρωσα όλο μου το θάρρος και πήρα από την κορυφή του γραφείου εκεί δίπλα στο κρυστάλλινο βαζάκι με τα αποξηραμένα άνθη τον αιχμηρό χαρτοκόπτη με την κεράτινη λαβή σαν αυτούς που χρησιμοποιούν στα αστυνομικά φιλμ για εξ’ αναβρασμού ψυχής φόνους.

Με την επίγνωση της ποινικής πράξης μίας εκ προμελέτης παραβίασης προσωπικών δεδομένων και του ταχυδρομικού απορρήτου, ξέσχισα διαμπερώς, μα επιμελώς με την απόγνωση ερωτευμένου, κατά μήκος το πάνω μέρος του φάκελου.

Σχεδόν ευλαβικά αφαίρεσα το περιεχόμενο του, μια λευκή σελίδα DIN A4 πυκνογραμμένη και στις δυο πλευρές και άρχισα να διαβάζω:


Prof. Dr. Theo Pseftakis                                                                                                                            Rethymno, 2006-12-2
Institute for Genealogical Studies IGS
Kioutokatheksisstr. 7
Rethymnon
GREΕCE


To:
Jorge Poselene
Av. des Illusiones 333
Havanna
CUBA



Αγαπητέ μου Jorge,

Κατ αρχάς θέλω να σ ευχαριστήσω για την ερευνητική σου εντολή στο διεθνώς καταξιωμένο Ινστιτούτο μας και να σου παρουσιάσω σήμερα, ακριβώς 50 χρόνια μετά την επαναστατημένη εισβολή (παράνομη μετανάστευση θα την λέγαμε σήμερα) του Che και των 81 συντρόφων του στην Κούβα, τα αποτελέσματα των ερευνών μας:

Κατόπιν εξαντλητικής, λόγω και της περιορισμένης χρονικά ερευνητικής εντολής, μελέτης των συνεργατών μου όλης της επίκαιρης επί του αντικειμένου γενεαλογικής και ονοματολογικής βιβλιογραφίας, ήξερα πλέον σε ποιους θα μπορούσα να απευθυνθώ για εμπέδωση της πρώτης μας υπόθεσης.
Ένεκα δε της κυκλικής περί του ήλιου φοράς της Γης μας και του γεγονότος, ότι οι δυνητικοί πληροφοριοδότες μου εργάζονται και κατοικούν εις Δύσιν αναγκάστηκα να συνεχίσω νυχτερινά της έρευνες μου και να στερηθώ της καθημερινής μου ανάπαυσης.

Xτες δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Πρώτα τηλεφωνήθηκα μ’ έναν γνωστό μου συνεργάτη μιας κρατικής υπηρεσίας στο Langley  της Virginia ΗΠΑ. Μετά συνομίλησα τηλεφωνικά με τον επίτιμο Πρόξενο της Ελλάδας στο Buenos Aires (Καλαέρικο θα το λέγαμε εμείς).  Όλη την νύχτα έψαχνα στα online δημοτολόγια της Αργεντινής, Ισπανίας και Ελλάδας. Κοιμήθηκα 2 ωρίτσες. Ξύπνησα πριν τον όρθρο τον πρεσβύτερο της Αγίας Φανερωμένης στο Αμόρε (όχι βρε γράψε λάθος) Αμάρι του Ρεθύμνου. Πριν ολίγου είχα στο κινητό μου τον καντηλανάφτη της εκκλησιάς του San Sebastian στα Γάδειρα της Ισπανίας, ο οποίος τυγχάνει ολίγον τι τραυλός. Τώρα είμαι τελείως σίγουρος!!!!

Ιδού λοιπόν ο γενεαλογικός κλώνος του Ernesto Rafael Guevara de la Serna επικαλουμένου συνήθως Τσε (εξ ου και η ονομασία της μύγας ΤσεΤσε):

Ο Νικόλαος Λιοζάκης του Ιωσήφ, γεννηθείς τω απαισίω έτος 1858 εις Αμάριον (πρώην επωνυμία Αμοίριον αλλά λόγω των αποφάσεων της κριτικής ψυχολογίας «περί του Θετικού» μετονομάστηκε) του Ρεθύμνου μπάρκαρε 18ετής τον Μάη του 1876 σε σαβουροψαράδικο δια αλίευσην παστού μπακαλιάρου στις πορτογαλέζικες θάλασσες.  ‘Έπρεπε να κονομήσει την προίκα της 28χρονης αδελφής του μα τον σφάδαζε και σφοδρότατος έρως προς την ωραιότατη Ελένη Καραγκουνάκη και προσδοκούσε να την νυμφευθεί.

Μετά τις Ηράκλειες στήλες ναυάγησε όμως η περηφάνια της ελληνικής ναυσιπλοΐας κι αυτός εξευράσθην σε σπανιόλικες ακτές.

Βρήκε εργασία (σπάνιο φαινόμενο σήμερα) σε φάμπρικα παραγωγής οίνων κι εκεί γνώρισε την Lorena Mercedes Botilla με την οποία τεκνοποίησε 1 υιό και 2 κόρες. Ο πρωτότοκος του, ο Σήφης (εκεί τον λέγανε Jose Llosa εξ ου και το loser) μπάρκαρε κι αυτός 18ετης μετά από μαχαιροματική αντιδικία σε ανδαλουσιακό Bordello.
Ο Σήφης αποναυτεύτηκε μετά πενταετίας λόγω βλεννόρροιας  στην πρωτεύουσα της Αρτζεντίνας, όπου διέπρεψε σαν προαγωγός. Με την υφισταμένη του Garcia από την Σέρνα τεκνοποίησε νόθα κόρη ονόματος Celia de la Serna Llosa

Αυτή δε η ολιγογονιδιακή Κρητική καλλονή υπανδρεύθει τον μεγαλοαστό γόνο Αμερικάνων κατακτητών της οικογένειας Lynch τον Ernesto Guevara Lynch.

Εξ αυτών εγεννήθει στις 14 Ιουνίου 1928 ο Τσε (έτσι τον αποκαλούσε χαϊδευτικά η μάνα του, επειδή είχε μάθει το ελληνικότατο «τσε τι με μέλει εμένα»).

Φίλε μου Jorge ελπίζω να είσαι ικανοποιημένος από τις ερευνητικές μας προσπάθειες και να συμβάλλεις με κάποια δωρεά σου στην περαιτέρω συνέχιση των.


Φιλικότατα

(Υπογραφή).



Υ.Γ. Επισυνάπτω λογαριασμό 134,25 Ευρώ τηλεφωνικών μου συνδιαλέξεων με την ελπίδα, ότι…..


Ο όγκος του στήθους μου διπλασιάστηκε από το φόρτος εθνικής συνείδησης και την συμβολή των γονιδίων του γένους αυτής της με κατσάβραχα πλουμισμένης χώρας στα πεπρωμένα της υφηλίου.

Τα δάκρυα μου λέρωσαν τον φάκελο.

Οι 300


  
Πήγα τις προάλλες και είδα σε Β΄ προβολής επαρχιακό σινεμά τους 300.

Γυρίζοντας πλήρης εθνικής συνείδησης και υπερηφάνειας σπίτι με ρώτησε η βάβω μου, που ήμουν, και με ανάγκασε έτσι έμμεσα να της εξιστορήσω την ιστορία.

-Ιμπεριαλιστικές μπούρδες, μου απαντάει αυτή. Οι σημερινοί κοσμο(ποδ)ηγέτες δεν έχουν κλασσική μόρφωση και προσπαθούν έτσι να στεφανώσουν την ημιμάθεια τους  σαν την μόνη και μοναδική αλήθεια!

Έβαλε το μπρικάκι της με νερό στην χόβολη του μαγκαλιού της(δεν ζέστανε ακόμη γμτ και μην ακούτε τι λένε οι διεθνείς κλιματολόγοι) για να σιγοψήσει τον αγαπητό της ρεβιθοκαφέ και άρχισε:

«Στις εποχές εκείνες(Τω καιρώ εκείνο;) ζούσε στην Κάτω Μάνη μια Κυρία, η Τανέπιτας. Είχε 300 αγοράκια(τις θυγατέρες της είχε σταματήσει να τις απαριθμεί, γιατί την στεναχωρούσε η σκέψη της προίκας). Τι να κάνει η κακομοίρα;;; Τόσοι και τόσοι Δωριείς, Αχαιοί, ΄Ιωνες (Γιουνάν τους λένε στα τουρκικά), Μυκήνες, Κρήτες, Φοίνικες, Γύφτοι (Αιγύπτιοι η σημερινή ονομασία), Δαναοί (τους προτιμούσε αυτούς γιατί έφερναν και δωράκια) κλπ. είχαν περάσει απ το κρεβάτι της. Μα της χάριζαν γάιδαρο και θα τον κοιτούσε….;

Μίαν ωραίαν μεσημβρίαν άνοιξε το λάπτοπ της για να τσατίσει λίγο μερικούς συνδικτύους της και ξαφνικά πλουμ! Λαμβάνει ένα μελάκι εξ ανατολής το οποίο έγραφε: «Θα ρθούμε να σας μ@μήσουμε όλους». Τρομοκρατήθηκε η κυρία Τανέπιτας (δεν είχε γεννηθεί ακόμη και ο Μπιν Λαντέν) δεν είχε και χρήματα για τον γυναικολόγο να τον προπληρώσει για ιατρικές εκτρώσεις και κάλεσε τα παλικάρια της σε οικογενειακό συμβούλιο.

-Πολυαγαπημένα αγοράκια μου πρέπει να αντισπαθώμεν!, άρχισε το μήτινγκ η Μαμά!
Σφυρίγματα, φωνές αποδοκιμασίας, «άσε μας ρε μάνα», «make love not war», «βρε δεν πας….» από την ομήγυρη.
Σηκώνεται τότε ο μεγαλύτερος, ο Λάκης ο Λιοντόκαρδος (αυτό ήταν τότε το χαϊδευτικό του Λεωνίδα) και ομιλάει ισχυροφώνως:

-Μάγκες μην βωμολοχείτε, γιατί είναι και Μεγάλη Βδομάς! Έχω μια φαεινή! Άσε να φάμε πρώτα τον βουλγάρικο οβελία μας και την Κυριακή του Θωμά έχουμε προκαταρκτικό πανευρωπαϊκό ματς ταβλιού με τους (αμέ) Αθηναίους. Θα τους ψήσω να κάνουμε σικέ αγώνα, θα βάλουμε και ολιγάριθμους οπαδούς μας να κάνουν φασαρία στο γήπεδο, για να αναβληθεί ο αγώνας και να μεταφερθεί εκτός έδρας στας Θερμοπύλας.

Έτσι και έγινε. Και νάσου οι 300 στα Καλά Νερά να λικνίζουν τα ατσαλένια κορμιά τους σε θερμά ύδατα προετοιμαζόμενοι νοητικά για το επόμενο πανευρωπαϊκό ματς ταβλιού!
Φτάνουν τότε κάτι ευγενικά  και καλοντυμένα Ιρανάκια με σέξι πηλήκια και ρωτάνε:

-Μας επιτρέπετε να περάσουμε;;;

- Βρε παιδιά, δεν πάτε κάτω στο λιμανάκι να πιείτε ουζάκι με μεζέ ιχθύες εισαγωγής Κιέβου! (Μόλον λάβε, το λέγανε τότες).

Βούρ λοιπόν οι Πέρσες για το λιμάνι, αφού ήταν και αμ@μητοι μετά τόσους μήνες ταλαιπωρημένης οδοιπορίας.

Σινιαρίστηκαν με την ησυχία τους οι δικοί μας και κατέφθασαν κι αυτοί στο ουζερί για μεζέ και τάβλι.
Παίξανε φεύγα.

Εν τω μεταξύ ο Λάκης είχε στο Μεταξουργείο έναν κολλητό του, που του είχε φτιάξει ζάρια μολυβδωμένα και του έμαθε πώς να τα ρίχνει. Κοινοποίησε διαδικτυακώς ο Λάκης τις γνώσεις του στους άλλους 299, και να εξάρες οι Σπαρτιάτες και μόνο ντόρτια και διπλές οι Πέρσες.

Όπου φύγει, φύγει λοιπόν οι Ανατολίτες με κάποια κοτεράκια για Σαλαμίνα μεριά. Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία, τελείωσε η γιαγιά πίνοντας την τελευταία γουλιά του ρεβιθοκαφέ της. Τα ψεύδη που διαδίδει ο Εφιάλτης είναι μόνο για να παίρνει χρηματάκια από τις ΤιΒί!

Και τα 300 παλικαράκια μπεκρουλιάζανε τα κερδισμένα εκ ταβλικών αγώνων στοιχήματα με τας ωραίας του λιμένος και που να ξαναπατήσουν το πόδι τους εις Σπάρταν για τα σπαρτά.»


Εγώ τι να πρωτοπιστέψω τώρα;;;;;;

Ξεψαχνίζοντας



Για το τελευταίο κοκαλάκι μιας βραστής κότας (με αυγολέμονο περικαλώ) καθαρά βιολογικής εκτροφής χρειάστηκα οδοντογλυφίδα!

΄Ε, είπα… και στο σπιτάκι ενός εργένη κάποια οδοντογλυφίδα θα βρεθεί.
Κι επειδή σε κάποιο χοντρό βιβλίο (όχι δεν ήταν του Μαρξ) είχα κάποτε διαβάσει, το «αναζητείτε και ευρήσετε», άρχισα κι εγώ να ψάχνω και να ψάχνομαι.

Άρχισα, ως λογικότατον, την αναζήτηση από την κουζίνα σαν το πιθανότερον μέρος ύπαρξης μιας περίτεχνης οδοντογλυφίδας.

Και τι δεν βρήκα εκεί: Ένα μισοσπασμένο πιάτο γλυκού κουταλιού της γιαγιάς μου (δεν το πέταξα όμως), 2 αχρησιμοποίητα λερωμένα ποτήρια σαμπάνιας από κρύσταλλο Μουράνο, ένα μισοάδειο μπουκάλι σησαμέλαιο, 3 σοκολάτες ΙΟΝ με ημερομηνία λήξης πριν τριετίας, ένα πλάστη για φύλλο πίττας αλλά μόνον με ένα χερούλι κλπ., μα οδοντογλυφίδες δεν βρήκα,

Συνέχισα τo ψαχούλεμα διευρύνοντας το και στους 2 άλλους χώρους της μοναχικής μου διαβίωσης αλλά  και το αντικείμενο του. Ήλπιζα να βρω τουλάχιστον ένα σπιρτάκι, έστω και μισοκαμένο (απ αυτά τα παλιά του μονοπωλίου στο χαρτόκουτο), για του οξύνω την μύτη του και να κάνω την δουλειά μου, βρίζοντας ενδομυχώς τις νέες τεχνολογίες και τους ηλεκτρονικούς αναπτήρες.

Ανέτρεξα στα βάθη ντουλαπών, σεντουκιών, βιτρίνων και γραφείου και ανακάλυψα μεταξύ άλλων πολλών: Ένα ζευγάρι σκονισμένα λακέ παπούτσια (γιατί δεν ήρθε στον χορό τότε γμτ;) , το πρώτο μου ποιηματάκι (γέλασα), το πρώτο ραβασάκι που μου έστειλαν(έκλαψα), στις μπροστινές, εσωτερικές και οπίσθιες τσέπες επανωφοριών, παντελονιών, υποκαμίσων(σιδερωμένων και μη) τίποτα, απολυτήρια από διάφορους λοιμώδες χώρους αναγκαστικής διαμονής(γυμνασίων, πανεπιστημίων, στρατού κοκ), μια παλιά κασέτα με τραγούδια αγαπημένης μου χορωδίας, εντάλματα πληρωμής, προαναγγελίες κατασχέσεων κλπ. Μα πουθενά οδοντογλυφίς η έστω και μισοκαμένο σπιρτάκι.

Παίρνω κι εγώ των ομματίων μου και βγαίνω στο δάσος.
Και τι βλέπουν ευθέως τα αθώα και άπειρα ματάκια μου; Μια μισοξηραμένη ακακία με καλοδιατηρημένα αγκάθια.

Έκοψα προσεκτικά ένα και ανακουφίστηκα.

Το φαίνεσθαι και το είναι


(ή οι Ελεάτες και το θεϊκό σύστημα των σχέσεων)
Μπήκα στο καφενείο της γωνιάς με τα μούτρα μου να λουστράρουν το δάπεδο του, κάθισα αμίλητος στην μια και μοναδική θέση στο τραπεζάκι του φίλου μου του Θέμη, που δεν είχε πιει καλά-καλά τον βαρύγλυκο του μα ούτε και το νεράκι του, και παρήγγειλα ρακές με μεζέ ξιδάτο χταπόδι και αντζούγιες.

Το φιλαράκι μου ο Θέμης –χρόνια τώρα γνώστης της φαινομενολογικής μου οντότητας- με συρραμμένα τα χείλη του κιαλάριζε τις σχισμές των βλεφάρων μου, μήπως και γροικήσει είδηση.
Ήρθαν τα τσίπουρα, σηκώνει το ποτηράκι του ο Θέμης και προπίνει τσουγκρίζοντας το δικό μου άδοντας:


«Είχα αράξει όμορφα,

πριν να βρεθείς μπροστά μου,
μα τώρα πάλι απ’την αρχή,
ταλαιπωρίες στη ψυχή
και ντέρτια στην καρδιά μου.»

-«Βίβα ρε και ξέρασε τα, για να βγουν έξω τα φαρμάκια ή ξομολόγα τα, για να πας στον παράδεισο», μου ξηγιέται ντόμπρα ο φίλος μου και παραλίγο να δακρύσει το ματάκι μου, για την κατανόηση που μου έδειχνε…

-«Ερωτεύτηκα μέσα απ τη Βίβλο των φατσών», του εκμυστηρεύομαι κοιτώντας απλανώς τον άδειο πάτο της ρακής μου..
-«Για ξήγησε μου το μαγικό βιβλίο και κάν΄τα μου λιανικά, να τ΄ αγοράσω κι εγώ, αν είναι αποδοτικό», αποκρίνεται γνοιαστικός ο Θέμης με έκδηλη την απορία στην φάτσα του, παραγγέλλοντας άλλες δυο ρακές.
Με το δεύτερο τσιπουράκι ηρέμησα λίγο, πήρα θάρρος, παρήγγειλα ακόμη δυο και άρχισα την εξιστόρηση της ερωτικής μου διαπλοκής.

-«Το σύνηθες σκηνικό φίλε μου», αρχίζω να εξωτερικεύομαι.
-«Έπαιζα προχτές Babysitter  στον δεκατριάχρονο ανιψιό μου , -λόγω κομμωτηρίου και γηπέδου των γονέων, ξέρεις εσύ…-, ξεφυλλίζοντας το Κοσμοπόλιταν εγώ και παιχνιαδιαρίζοντας στο ιντερνέτ το παιδάκι, μέχρι που το άκουσα να ξεφωνίζει:»
-«Σου βρήκα γκόμενα Μπάρμπα, για να μην αενάως μαλακίζειν!»
-«Μετά από πολλά πως και γιατί, με ποιο θάρρος κουλουπού, μου ομολογεί το τσόγλανο, πως μπαίνει στο Facebook μ ένα προφίλ σαν το δικό μου – 35αρης, μεταπτυχιακό, στέλεχος πολυεθνικής, άνω 3.000 μηνιαίο εισόδημα, αναζητώντας δια βίου συντροφάκι- και με δική μου φωτό απ το περσινό Πάσχα, που μου είχε σγουρήνει το κωλόπαιδο με τζελ τα μαλλιά μου, και του έπεσε η Σοφία ετών 24, θεογκόμενα,  με μπικίνι φόντο Σκιάθο, με φιλοσοφικά ενδιαφέροντα. Τα λέγανε 2 μήνες το ανιψάκι μου κι αυτή, αν και κατά πόσον η ενότητα του κόσμου υπόκειται σε μια φυσική ουσία ή στην ιδία την οντότητα που μας περιβάλλει, είχαν εμβαθύνει το «αλλά ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα θα έπρεπε να είναι απολύτως δεκτά, όλα δεκτά στο σύνολό τους ως όντα» του Παρμενίδη και είχαν κλείσει ραντεβού για χτες το απόγευμα σε μια καφετέρια στο Γκάζι, αλλά θα έπρεπε να πάω εγώ, με απείλησε με άρση της αγάπης του το καλό μου το ανιψάκι.»

-«Και τι έγινε ρε;;;  Πήγες;;; Ήρθε;;;» ρωτάει ξαναμμένος ο φίλος μου ο Θέμης, ξαναγνέφοντας το γκαρσόνι για 2 ρακές.
-«Πήγα ρε Θέμη, περίμενα 2 ώρες μα δεν φάνηκε η γκομενάρα. Μονάχα τρία 14ρια κοπελούδια πέρασαν αγκαζέ μερικές φορές χασκογελώντας μπροστά μου. Το ένα έμοιαζε λιγάκι με την φωτό της θεογκόμενας...»

Κέρασα κι εγώ ρακές, που τις ήπιαμε μουγκώς στην υγεία του Χέγκελ, διαλογιζόμενοι εμφανώς για την φαινομενολογία του πνεύματος …

Η εκδίκηση της Γυφτιάς..


περιμένοντας τον κοντό (Godot??)
-«Όπου να΄ναι θα περάσει», μουρμούρισε το καρντάσι μου ο Θέμης κοιτώντας ερευνητικά εκτός των  δυο τζαμαριών του καφενείου της γωνίας με ανέγγιχτο και κρύο τον βαρύγλυκο του.
Παρήγγειλα κι εγώ γλυκύβραστο και περιμένοντας τον, σκούπισα με χαρτοπετσέτα το μάρμαρο του τραπεζιού, για να ακουμπήσω τον αγκώνα μου, μήπως και παρατείνω λιγάκι τον αναγκαίο καθαρισμό του σακακιού μου, αμίλητος μην και διαταράξω τους νοητικούς και καρτερικούς κύκλους του Θέμη.
Ήρθε ο καφές, τον ρούφηξα δεόντως, με κοίταξε αφ υψηλού επικριτικά ο φίλος μου παραμένοντας με το βλέμμα του εκτός και αναμένοντας.
-«Τι μου θωρείς ακίνητος, που τρέχει ο λογισμός σου;», πήρα επιτέλους θάρρος και ρώτησα το φιλαράκι μου, σε μια ανένδοτη προσπάθεια να εντρυφήσω τις περιπτύξεις της παραλογικής του.
-«Περιμένω τον κοντό», απαντάει λιγολεκτικά ο Θέμης…
-«Χαααα;;;», λιγολογώ κι εγώ…
-«Βρε Χάνε, σήμερα είναι το Tour de Gysi –γύρος Λυκαβηττού, μέσω Εξαρχείων και διάβαση Αλεξάνδρας άνευ αστυνομικής προστασίας-, κι αν δεν περάσει και ο τελευταίος συμμετέχων ποδηλάτης δεν θεωρείται λήξας ο αγών», απαντά αφασιακά ο φίλος μου, «και ο κοντός είναι ο πιο αργός της παρέας, που μοιράζονται τα κύπελλα, κι αυτόν περιμένουν ο Χαζολάκης και ο Τυφλοπόντζος στο διπλανό τραπέζι, πριν αυτοκτονήσουν ομαδικά με το σχοινί του ενός».

-«Ρε Θέμη», του λέω, «πριν μια ώρα στην πλατέα τίμησε με χρυσοβαμμένο πλαστικό κύπελλο ο Δήμαρχος τον χοντρό ποδηλάτη, -αυτόν ντε τον κυβερνόντα…-, και μπροστά στη ΓΑΔΑ κάτι συλλήψεις αναβατών δικύκλων –των ανηλίκων παραβλέπονται φυσικά…-, παρατήρησα…»

-«Αν δεν περάσει ο κοντός, είναι σικέ ο αγώνας και θα τον καταγγείλω», εξάγγειλε το καρντάσι…
-«Σε ποιον ρε Θέμη;;;», τόλμησα να διερωτηθώ…

Η ερώτηση μου έμεινε  αναπάντητη, μα το φιλαράκι μου άρχισε να τραγωδεί…


«Μπαίνουμε στόν Υδροχόο
και θ' ανάψουνε φωτιές
οι καιροί νερό θα φέρουν
έτσι λεν αυτοί που ξέρουν
κι όμως θα…

κι όμως θα…
κι όμως θα καούν καρδιές

Όλα τριγύρω αλλάζουνε
κι όλα τα ίδια μένουν
και μένα τα χεράκια της

με λύνουν και…
με λύνουν και με δένουν…»

Χήρες κάλτσες



Σάββατο μεσημεράκι και εξ έξεως πάλι εγώ στο καφενείο της γωνιάς για τσίπουρα.
Στο σύνηθες τραπεζάκι, κοντά στην τζαμαρία, ο φίλος μου ο Θέμης (εξ έξεως κι αυτός) με βλέμμα απλανές μάλλον περιπλανιέται, πλανεύει και πλανιέται κάπου στα αγεφύρωτα χάη του σύμπαντος.
Παραγγέλλω τσιπουράκια με μεζέ εποχιακούς κοχλιούς μπουρμπουριστούς και περιμένω σιωπηρά να αποπλανηθεί επιτέλους το φιλαράκι μου και να επιστρέψει στον εδώ πλανήτη.
Ήρθαν οι ρακές, μύρισε κοχλιό ο Θέμης, επανήλθε, ρούφηξε θορυβωδώς έναν και απεφάνθη:

-        «Οι κάλτσες είναι γένους θηλυκού!»
-        «Καλά ρε κολλητέ», του απαντάω, «επειδή αποφοίτησα μόνο με πεντέμισι την πέμπτη δημοτικού, πρέπει να με προσβάλλεις. Το ξέρω αυτό!»
-        «Μην πριν του τέλους μου σιχτίριζε», απαντά ο φίλος μου ο Θέμης, προβληματίζοντας με περί της αυτογνωσίας και αυτοπεποίθησης μου…
-        «Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω», συνεχίζει ο δικός μου, «και αυτά τα περί γνώσεως επισήμων ενδεικτικών και ανεπίδεκτων μαθήσεως διδασκάλων, στα έχω ήδη αναλυτικά εξηγήσει..»
-        «Σόρρυ για την μειωμένη αυτουπόληψη μου, φιλαράκι, αλλά αυτό περί του θηλυκού γένους των καλτσών δεν το γρίμπασα», ανταποκρίνομαι.
-        «Όπως ξέρεις, έχω 34 ζεύγη καλτσών», προσπαθεί να μου εξηγήσει ο Θέμης, «για να πορεύομαι μηνιαίως, με 3 ή 4 αναπληρωματικά. Σήμερα είχα μπουγάδα και έβαλα τα 30 ζεύγη του Απρίλη, λίαν πρωίαν, στο πλυντήριο. Στις 12 έβγαλα 26 ζεύγη και 4 μοναχικές κάλτσες. Διέλυσα το πλυντήριο, κοίταξα στο φίλτρο, στις σωληνώσεις κι σ όλα τα υπόλοιπα, που θα μπορούσαν να απορροφήσουν πλανημένα, αλλά ντιπ!
Εξαϋλώθηκαν 4 μοναχικές κάλτσες. Γι αυτό σου λέω, ότι οι κάλτσες είναι γένους θηλυκού. Χηρεύουν πρώτες, όπως και παγκοσμίως τα θηλυκά συμφώνα με τις στατιστικές.»


Τάδε έφη Θέμης και απήλθε, προφασιζόμενος ταντρικό διαλογισμό στο πλυσταριό του, μήπως και….
Ευτυχώς άφησε μερικούς κοχλιούς υπόλοιπους, για να τελειώσω κι εγώ την ρακή μου.
Τώρα όμως που το σκέφτομαι, και σε μένα λιγοστεύουν οι κάλτσες μου…
Μάλλον θα ρωτήσω την Σβετλάνα, τι κάνει με τις χηρεμένες μου…

Dr. Jekyll and Mr. Hyde


Ή η αέναος μεταμόρφωση

-«Για όλα φταίνε τα γονίδια, τα γνήσια και τα υβρίδια..», αρχίζει να άδει ψιθυριστά το φιλαράκι μου ο Θέμης στο καφενείο της γωνίας, όπου είχαμε πιεί μεν το καφεδάκι μας, αλλά ρουφούσαμε με μικρές γουλιές το συνοδευτικό νεράκι, μπας και περάσει κάνας φίλος να κεράσει γλυκύβραστο με ολίγη (λόγω κρίσεων).

-«Για άσμα το μεγαλοφώνως το νέο σουξέ, να αγαλλιεί τουλάχιστο το αυτάκι μου», τον ικετεύω εγώ…
-«Μη μου το πνεύμα τάραττε, πολίτη τρισκατάρατε», με ονειδίζει αυτός.
-« Τι πνεύμα, βρε Θέμη; Μας κέρασαν ρακές και δεν το πήρα είδηση;;;», στραβολαιμιάζω εγώ κοιτάζοντας για το γκαρσόνι…

-«Ρε συ δεν έχεις ακούσει για την ιστορία του DrJekyll, του καλού ευυπόληπτου πολίτη, ιατρού και ερευνητή, που έμαθε με διάφορες ουσίες να χωρίζει την ψυχή του μια σε καλή ή σε κακή και μεταμορφώνονταν στον κακό MrHyde, για να εμπλουτίσει τις εμπειρίες του;;;», πάει να με μπλοκάρει ο πανσπούδαστος και πανουσίαστος φίλος μου.

-«Κολλητό μου φιλαράκι», τον εκλιπαρώ εγώ, «άσε τα φράγκικα και πέστα γκρέκικα ή λιάνισε τα μπάρεμ αλληγορικά σε μορφή λαϊκής ωδής, για να γροικήσω ουσία. Ναι μεν εσύ έχεις ντοκτορά στην γλωσσολογία της Σουαχέλι, συνάμα στην ψωλολογία των Μπαντού του πανεπιστημίου του Ναϊρόμπι και είσαι άπαξ του έτους εισαγωγέας λέλουδων, αλλά εγώ αποφοίτησα με πεντέμισι την πέμπτη δημοτικού και τώρα είμαι αενάως αργόσχολος τομεάρχης στο Υπουργείο Πενίας και Προσκυνημάτων, -νταξ τώρα ξέρεις το στόρυ του πατρός μου, που μετά από μια ξομολόγηση ήρθε μεθυσμένος σπίτι, έσκισε κάτι τούρκικες περγαμηνές και ο ελαιώνας του προπάππου μου στα κάτω Λεχώνια καταχωρήθηκε σαν ιδιοκτησία της Μουνής της Ουσίας Αμαρτωλής, μα εγώ διορίστηκα-…», του κλαίγομαι.

-«Για όλα φταίνε τα γονίδια, τα γνήσια και τα υβρίδια..», ξαναάδει φωνακλωδώς σαν σε πρώτη πίστα ο Θέμης και συνεχίζει λιανικώς:
-«Βρε άσχετε διαχειριστή του γρηγορόσημου, ο Κώστας και ο Γιώργος είναι τα γνήσια γονίδια, ο Κωστάκης κι ο Γιωργάκης τα υβρίδια, γκέκε;;; Την μια ο ένας είναι καλός κι ο άλλος κακός και τανάπαλιν. Στην ουσία είναι το ίδιο πρόσωπο σε μια αέναη μεταμόρφωση, καθώς διαφοροποιούν λιγάκι την σύνθεση των ουσιών που προκαλούν την μεταλλαγή της ψυχής τους, κι εσύ σαν χαζοπολίτης (σόρρυ πελάτης) πας στο Golden Mall ή στο Diamond Hall και ψωνίζεις απ όλα αναλόγως των εβδομαδιαίων προσφορών τους, μέχρι να πτωχεύσουν (σόρρυ να αυτοκτονήσει) ο DrJekyll και μαζί του o MrHyde», μου διευκρινίζει ο μεγάλος.

-«Ρε συ δεν μου χρωστάς Mallάκειο εσπρεσσάκι;», ερωτάω δραττόμενος της αναφοράς του, μιάς και δεν πέρασε κανείς φίλος να κεράσει βαρύγλυκο…

Η οικονομία του μπουρδέλου


Κέρασα βαρύ γλυκό στο καφενείο της γωνιάς στο φιλαράκι μου τον Θέμη (ενώ αυτός μου χρωστάει ακόμη εσπρεσσάκι σε Mallακεία καφετερία) και λύθηκε η γλωσσίτσα του κοσμογυρισμένου.
-«Ετοιμάζω μια εμπεριστατωμένη πρόταση προς το υπουργείο Υγείας», μου εκμυστηρεύεται ο κολλητός μου, που κάνει τουλάχιστον άπαξ ετησίως τον γύρο του κόσμου σε 8 μέρες, χωρίς να βιώνει αποτεφρώσεις συζύγων μετά των αποθαμένων γεροκούσαλων τους και δίχως να μπερδεύει ημερομηνίες, λόγω jet lag, «για να λυθούν μονομιάς όλα τα προβλήματα της δημόσιας υγείας, να συνεχίζουν να κάνουν υπερωρίες και νυχτερινές αργοσχολίες οι γιατροί του ΙΚΑ, να πληρώνονται αυθημερόν οι προμηθευτές τσιρότων, συριγγών και κιλότων ακράτειας, όπως και οι φαρμακοτρίφτες συνταγών του δημοσίου, που ασπιρίνες γράφουν, αλλά για βιάγκρα τις χρεώνουνε».

-«Για πε ρε Θέμη, γιατί έχω ξεπεράσει το πλαφόν μου και πληρώνω 17,5 % επιτόκιο στην πιστωτική κάρτα του σαράφη μου για τα ντεπόν μου…», αγωνιώ με την προσδοκία λύτρωσης της πορτοφολιακής μου ισχνότητας.
-«Φιλευθερισμός, αποδέσμευση των ηθών επί της οικονομίας και αντιστρόφως», απαντά ο προσδογκόμενος νομπελίστας ελευθερίας και οικονομίας, συνεχίζοντας:
-«Προτείνω την εισαγωγή 10.000 γυναικών ελευθέρων ηθών, από Λευκορωσία, Εσθονία, Ουκρανία, Ινδία, Ταϊλάνδη κλπ. κλπ. , για την στήριξη των οικονομιών των αναπτυσσομένων χωρών και ιδίως της δικής μας…», απαντά λίγο τι δαφνιασμένος ο δελφιακός μάντης της οικονομικής μας ανάρρωσης.
-«Γιατί δεν μας φτάνουν οι 100.000 και πάνω, που έχουμε τώρα;;;», ενίσταμαι.

-«Μα…. Δεν έχεις εντρυφήσει την διαφορετικότητα των φωτεινών πτυχών της ελεύθερης κρατικής οικονομίας, σε αντίθεση μ αυτές των σκοτεινών παραοικονομιών..», συνεχίζει ακάθεκτος ο Θέμης, ρουφώντας μερακλωδώς και μετά βόμβου τον βαρυγλυκό του.
-«Βγάλε μολύβι, χαρτί, κομπιουτεράκι και λογάριασε:
10.000 επί 500 ημερησίως ανά πόρνη, επί 365 ετησίως μας κάνει σχεδόν ένα δις. Απ αυτά να εισπράττει 50% το κράτος και μ ένα leverage (πολλαπλασιαστή, δραστικότητα, απόδοση επενδύσεων) τουλάχιστον 3χ , έχουμε και λέμε 1,5 δις. Από τα υπόλοιπα 250 του κοινωφελούς έργου τους, θα πλερώνουν 50 ημερησίως ενοίκιο για 22 τετραγωνικά, 200 περίπου εκατομμυριάκια.
20 ημερησίως για τις αναγκαίες υγειονομικές εξετάσεις στο ΙΚΑ (τα μαύρα γάμιστρα των ιατρών για σειρά προτεραιότητας πάνε στα αφορολόγητα…) άλλα 70 εκ.
100 ημερησίως δεν θα χρειάζονται για καπότες, καλλυντικά, στρινγκ και νταβαντζηλίκια;;;  365 εκ.
Τα υπόλοιπα 80 ημερησίως θα τα στέλνουν στις φαμελιές τους κι εμείς θα τους πουλάμε αναγκαστικά πορτοκάλια, που τώρα τα θάβουμε σε χωματερές, χωρίς να τα δηλώνουμε στην ΕΕ…
Μ ένα leverage 7x της ιδιωτικής οικονομίας (και μόνο μ ένα μικρό συμψηφισμό της αύξησης των νοσηλίων των ψυχοθεραπευτών), νάτα τα 5 δις που χρειάζεται το Υπουργείο Υγείας..», έκλεισε ο Θέμης, κι εγώ παράγγειλα νεράκι βρύσης, για να πιω το τρίτο μου ντεπόν...

Λέλουδα



-«Που είναι ρε μάγκες ο Θέμης;  Ξαφανίστηκε και κάτι καφεΐνες μου χρωστάει…», ρωτάω άτσαλα την ταβλιακή ομήγυρη, και να που έφερα τα ντόρτια, που χρειαζόμουνα!
-«Παίζε και μην ρωτάς!», απαντά ο αντιμαχητής μου επί ξύλου
-Τακτέ Νάρντ, το λέγανε στην Περσία, όταν το κάνανε copy and paste από την Μεσοποταμία (καλά εκεί τώρα περισσότερα αμερικανάκια από ταβλαδόρους βρίσκεις), αφομοιώθηκε σαν πεσσοί από τους αρχαίους ημών…και σαν Ludus Duodecim Scriptorum από τους Ρωμιούς, πριν εμείς οι Ελληνάρες το πούμε τάβλι, από το Tables των Εγγλέζων-
ρίχνει ο δύσμοιρος εξάρες, να μην μπορεί να φύγει, για να κερδίσει το πρώτο του πρωινό καφεδάκι της σίγουρης(;;;) του παρτίδας.
-«Δουλεύει!», απαντά ο Σάκης ο Πέφτουλας, που ξουρίζει μόνος του την φαλάκρα του για να μην φαίνονται οι λιγοστές του γκρίζες τρίχες, ενώ αν ήταν υπουργός ή τουλάχιστον βολευτής, θα πήγαινε σε αισθητικό θριχών του Κωλονακίου για να τις νεανίσει.
-«Εργάζεται ο Θέμης;;;  Καλαααά;;;  Εισοδηματίας δεν είναι αυτός;;;», ρωτάει η νεανική μου αφέλεια, που καταπίνει, ότι χαπάκι της προσφέρουν, είναι δεν είναι έκστασυ…
-«Εισοδηματίας είναι Τρίτη και Παρασκευή, δηλαδής από μέσα Φλεβάρη μέχρι μέσα Γενάρη», σφυρίζει ζηλοφθονώντας υποχθόνια ο Λάκης ο Μπίχτης με τη άπλυτη αλογοουρά, «μα μέσα Γενάρη με Φλεβάρη είναι εισαγωγέας από Κένυα μεριά».

Ρίχνω ασσόδυο, κερδίζω την παρτίδα και καφεδάκι φυσικά, κάθομαι απόμερα να το γευτώ φωνάζοντας και τον Λάκη κοντά μου, που είναι κουτσομπολιακός εξπέρ, να τον κεράσω πρωινό βαρύ γλυκό, για να λυθεί η γλωσσίτσα του… 
-«Και για πε ρε Λάκη;;» τον εξομολογώ, «τι ξωτικό παράγει η Κένυα, που δεν παράγουμε εμείς εδώ οι μαύροι;;;»
-«Κόκκινα τριαντάφυλλα», λακωνίζει ο Λάκης…
-«Ρε συ! Έχει γυαλίσει η Αττική από θερμοκήπια ανθέων!», αντιφωνώ σαν Πέρσης καταχτητής εγώ…
-«Εεεεμμμμ… αλλά δεν φτάνει η παραγωγή για την γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου!», ξαναλακωνίζει ο αλογοουράς…

Αποδείχτηκα τελείως αδαής, εγώ,  που έχω γυρίσει όλα τα Μετέωρα, άγια Όρη και κυκλαδικά νησιά, μα πουθενά δεν ήβρα ούτε εκκλησάκι μηδέ εικονίτσα του Αγίου Βαλεντίνου.
Αποτραβήχτηκα ευθαρσώς λοιπόν στο διπλανό ίντερνετκαφε , για να γκουγκλίσω..
Καλά νταξ,,, δεν διάβασα και τις 153000 ευστοχίες, αλλά έμαθα, ότι υπάρχουν πολλοί Βαλεντίνοι, άγιοι και μη.

Ααα:  Ο Βαλεντίνος ο γύφτος(Αιγύπτιος), ο αιρετικός. Που έλεγε: "απ' αρχής αθάνατοι έστε και τέκνα ζωής έστε αιωνίας και τον θάνατον ηθέλετε μερίσασθαι εις εαυτούς, ίνα δαπανήσητε αυτόν και αναλώσητε, και αποθάνη ο θάνατος εν ύμίν" σαν πέμπτο Ευαγγέλιο, που κάπως βουδιστικό μου ακούγεται αυτό, και καλά έκαναν που τον αιρέσανε, αν και ο Παπακώστας τραβούσε τις τρίχες των μηνιγγιών μου, όταν έκανα λάθος στα «πιστεύω πατερημών»…, για να μην γίνουμε κιτρινιάρηδες και σχιστομάτηδες.
Βουου: Ο Βαλεντίνος ο σφετεριστής και μετά επαναστάτης, που προσπάθησε κάπου πριν 1700 χρόνια στην Βρετανία να γίνει βεζίρης αντί του βεζίρη, αλλά έτρωγε μονάχα νερόβραστες πατάτες με καρότα και τον απόθνισκαν.

Γαμα(το): Ο Δεσπότης της Τέρνης, που λένε, ότι πάντρευε κρυφά ερωτευμένους χαρίζοντας τους λουλούδακια για βίο ανθόσπαρτο, χωρίς να εκτιμά τα προ(;)τερήματα της μονογαμίας(μια στον αλωνάρη δλδ…), και το αποκεφαλισμένο πτώμα του το έκλαιγαν 3 χήρες και 15 ορφανά μέχρι να τα βρουν στην μοιρασιά…

Εεεε!  Αυτόν τον τρίτο ξέθαψαν κάτι τυμβωρύχοι ανθοπώλες που είχαν αναδουλειές, για να τα κονομάνε άπαξ του έτους, όπως και το φιλαράκι μου ο Θέμης, που μου χρωστάει εσπρεσσάκι ή γαλλικό σε Mallακισμένο καφενείο…
…………………………………………
Κι εκεί που κλάδευα, κόπριζα και πότιζα τις μη ακόμη ανθίζουσες πολύχρωμες τριανταφυλλιές στις γλάστρες του μπαλκονιού μας, μου κράζει το έτε(αί)ρο μου ήμισυ:
-«Μην ξεχνάς τι είναι το επόμενο Σάββατο, Έρωτα μου!!!»

Κι εγώ βλαστήμησα τους άγιους πάντες, γιατί δεν καθορίστηκε η γιορτή του Απρίλη ή Μάη…