16 Ιουλ 2010

Λέλουδα



-«Που είναι ρε μάγκες ο Θέμης;  Ξαφανίστηκε και κάτι καφεΐνες μου χρωστάει…», ρωτάω άτσαλα την ταβλιακή ομήγυρη, και να που έφερα τα ντόρτια, που χρειαζόμουνα!
-«Παίζε και μην ρωτάς!», απαντά ο αντιμαχητής μου επί ξύλου
-Τακτέ Νάρντ, το λέγανε στην Περσία, όταν το κάνανε copy and paste από την Μεσοποταμία (καλά εκεί τώρα περισσότερα αμερικανάκια από ταβλαδόρους βρίσκεις), αφομοιώθηκε σαν πεσσοί από τους αρχαίους ημών…και σαν Ludus Duodecim Scriptorum από τους Ρωμιούς, πριν εμείς οι Ελληνάρες το πούμε τάβλι, από το Tables των Εγγλέζων-
ρίχνει ο δύσμοιρος εξάρες, να μην μπορεί να φύγει, για να κερδίσει το πρώτο του πρωινό καφεδάκι της σίγουρης(;;;) του παρτίδας.
-«Δουλεύει!», απαντά ο Σάκης ο Πέφτουλας, που ξουρίζει μόνος του την φαλάκρα του για να μην φαίνονται οι λιγοστές του γκρίζες τρίχες, ενώ αν ήταν υπουργός ή τουλάχιστον βολευτής, θα πήγαινε σε αισθητικό θριχών του Κωλονακίου για να τις νεανίσει.
-«Εργάζεται ο Θέμης;;;  Καλαααά;;;  Εισοδηματίας δεν είναι αυτός;;;», ρωτάει η νεανική μου αφέλεια, που καταπίνει, ότι χαπάκι της προσφέρουν, είναι δεν είναι έκστασυ…
-«Εισοδηματίας είναι Τρίτη και Παρασκευή, δηλαδής από μέσα Φλεβάρη μέχρι μέσα Γενάρη», σφυρίζει ζηλοφθονώντας υποχθόνια ο Λάκης ο Μπίχτης με τη άπλυτη αλογοουρά, «μα μέσα Γενάρη με Φλεβάρη είναι εισαγωγέας από Κένυα μεριά».

Ρίχνω ασσόδυο, κερδίζω την παρτίδα και καφεδάκι φυσικά, κάθομαι απόμερα να το γευτώ φωνάζοντας και τον Λάκη κοντά μου, που είναι κουτσομπολιακός εξπέρ, να τον κεράσω πρωινό βαρύ γλυκό, για να λυθεί η γλωσσίτσα του… 
-«Και για πε ρε Λάκη;;» τον εξομολογώ, «τι ξωτικό παράγει η Κένυα, που δεν παράγουμε εμείς εδώ οι μαύροι;;;»
-«Κόκκινα τριαντάφυλλα», λακωνίζει ο Λάκης…
-«Ρε συ! Έχει γυαλίσει η Αττική από θερμοκήπια ανθέων!», αντιφωνώ σαν Πέρσης καταχτητής εγώ…
-«Εεεεμμμμ… αλλά δεν φτάνει η παραγωγή για την γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου!», ξαναλακωνίζει ο αλογοουράς…

Αποδείχτηκα τελείως αδαής, εγώ,  που έχω γυρίσει όλα τα Μετέωρα, άγια Όρη και κυκλαδικά νησιά, μα πουθενά δεν ήβρα ούτε εκκλησάκι μηδέ εικονίτσα του Αγίου Βαλεντίνου.
Αποτραβήχτηκα ευθαρσώς λοιπόν στο διπλανό ίντερνετκαφε , για να γκουγκλίσω..
Καλά νταξ,,, δεν διάβασα και τις 153000 ευστοχίες, αλλά έμαθα, ότι υπάρχουν πολλοί Βαλεντίνοι, άγιοι και μη.

Ααα:  Ο Βαλεντίνος ο γύφτος(Αιγύπτιος), ο αιρετικός. Που έλεγε: "απ' αρχής αθάνατοι έστε και τέκνα ζωής έστε αιωνίας και τον θάνατον ηθέλετε μερίσασθαι εις εαυτούς, ίνα δαπανήσητε αυτόν και αναλώσητε, και αποθάνη ο θάνατος εν ύμίν" σαν πέμπτο Ευαγγέλιο, που κάπως βουδιστικό μου ακούγεται αυτό, και καλά έκαναν που τον αιρέσανε, αν και ο Παπακώστας τραβούσε τις τρίχες των μηνιγγιών μου, όταν έκανα λάθος στα «πιστεύω πατερημών»…, για να μην γίνουμε κιτρινιάρηδες και σχιστομάτηδες.
Βουου: Ο Βαλεντίνος ο σφετεριστής και μετά επαναστάτης, που προσπάθησε κάπου πριν 1700 χρόνια στην Βρετανία να γίνει βεζίρης αντί του βεζίρη, αλλά έτρωγε μονάχα νερόβραστες πατάτες με καρότα και τον απόθνισκαν.

Γαμα(το): Ο Δεσπότης της Τέρνης, που λένε, ότι πάντρευε κρυφά ερωτευμένους χαρίζοντας τους λουλούδακια για βίο ανθόσπαρτο, χωρίς να εκτιμά τα προ(;)τερήματα της μονογαμίας(μια στον αλωνάρη δλδ…), και το αποκεφαλισμένο πτώμα του το έκλαιγαν 3 χήρες και 15 ορφανά μέχρι να τα βρουν στην μοιρασιά…

Εεεε!  Αυτόν τον τρίτο ξέθαψαν κάτι τυμβωρύχοι ανθοπώλες που είχαν αναδουλειές, για να τα κονομάνε άπαξ του έτους, όπως και το φιλαράκι μου ο Θέμης, που μου χρωστάει εσπρεσσάκι ή γαλλικό σε Mallακισμένο καφενείο…
…………………………………………
Κι εκεί που κλάδευα, κόπριζα και πότιζα τις μη ακόμη ανθίζουσες πολύχρωμες τριανταφυλλιές στις γλάστρες του μπαλκονιού μας, μου κράζει το έτε(αί)ρο μου ήμισυ:
-«Μην ξεχνάς τι είναι το επόμενο Σάββατο, Έρωτα μου!!!»

Κι εγώ βλαστήμησα τους άγιους πάντες, γιατί δεν καθορίστηκε η γιορτή του Απρίλη ή Μάη…

Η πίστις του φόβου προκείμενη…


(ίσως και αντιστρόφως)
-«Για πε ρε Μπάρμπα, γιατί ο μαλάκας ο Προμηθέας πήγε κι έκλεψε την φωτιά απ΄ τους θεούς, για να του τρώνε τα συκώτια οι γύπες και δεν πήγε στο Diamond Hall να αγοράσει αναπτήρα κινέζικο με μισό ή Ρόνσον με 350 ευρουλάκια;;;», με ρωτάει ένα απόγιομα το 13ετές μοναδικό μου ανιψάκι, καθόσον έκανα χρέη Baby Sitter, επειδής η νύφη μου ήθελε να πάει κομμωτήριο και μετά αισθητικό και το αδελφάκι μου γήπεδο και μετά γυμναστήριο…

Έκλεισα διακριτικά το τσόντικο περιοδικό, όπου χάζευα, έξυσα, επίσης διακριτικά, τις λιγοστές τρίχες τις φαλάκρας μου και προσπάθησα να εμβαθύνω την ερώτηση του μέλλοντος της φαμελιάς και της εξασφάλισης της σύνταξης μας.

-«Ελληνική μυθολογία διαβάζετε τώρα στο σχολείο ανηψούλη μου;;;», προσπαθώ ευγενέστατα να αφουγκραστώ τους προβληματισμούς της νέας γενιάς, για να απαντήσω διπλωματικώς και αναλόγως της ελληνορθοδόξου αλλοφροσύνης μου…

-«Ναι ρε Θκιούλη, μα απάντησε στα γρήγορα, γιατί σε μισή ώρα έχω φροντιστήριο, κι εκεί έχουμε φτάσει στους θησαυρούς των Νιμπελούνγκεν, στις μια και χίλιες νύχτες της Χαλιμάς και να μην χιλιετίζουμε με τους αρχαιους ημών..», αυθαδιάζει το εν όγδοο των γονιδίων μου…

-«Ρε συ, θυμάσαι το στόρυ με τον Αδάμ, την Εύα, τον κατηραμένο όφι και το μήλο;;;», ρωτάω το σπλάχνο της δαρβινικής εξέλιξης του αδελφικού μου σπέρματος.

-«Αμέ!!! Αυτό με την εκδίωξη εκ του παραδείσου (ή της κολάσεως αν θυμάμαι καλά…)», μου λέει το φανταστικό μας μέλλον, «κάτι σαν buy out δεν είναι;;;»

-«You are on the right way of mind!», παραλληλίζω εγώ, «και σκέψου τον Αδάμ σαν Προμηθέα, την Εύα σαν Αφροδίτη, το μηλαράκι σαν τη φωτιά και για το φίδι φαντάξου –είσαι και παρθένος γμτ...-, ότι θέλεις…», περαιώνοντας την παράδοση.

Μ ένα -«You are the best, είσαι πολύ μεγάλος», μου κολλάει ένα φιλάκι στο μάγουλο το ανηψούδι μου, και για πρώτη φορά στην ζωή μου αισθάνθηκα κάπως ωφέλιμος…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΑΔΕΣΠΟΤΟ!



-«Να υιοθετήσουμε ένα αδέσποτο!!!», ξαμολάει το ευαίσθητο ταίρι μου, διακόπτοντας τον συνήθη του κυριακάτικου μου προμεσήμερου εσωτερικό μου διαλογισμό, όπου καθήμενος επί λευκού θώκου πολυβινυλοχλωριδίου στο μπαλκονάκι μας με απλωμένες τις αρίδες επί άλλου, γευόμενος σφιακιανή ρακή με μεζέ θρούμπες ελιές Θάσου, αυτιαζόμενος την ¨Ηρωική συμφωνία¨ του Μπετόβεν, ειδικά το μπαλετικό μέρος των πλασμάτων του Προμηθέα –Αααχ!!!  Πως συμβάλει έντεχνα (με την αρωγή των Θεών και Μουσών του Παρνασσού) η φλογέρα στην καλαίσθητη παιδεία της ανθρώπινης ψυχής…-,  αναλογιζόμουν, ποιος είμαι, από πού προέρχομαι και που θα καταλήξω…

Υγράνθηκε ολίγον τι η άκρη του δεξιού μου οφθαλμού, άρχισα να φαντασιώνω στιγμές απέραντου κάλλους, όπου ο μελλοντικός μας θετός μπόμπιρας θα κλωτσάει την μπάλα για να βάλλει γκολ κι εγώ θα πέφτω επίτηδες στην αντίθετη της φοράς του σφαιροπετσίου προ του τέρματος κατεύθυνση, ώστε να ανορθωθεί ψυχικά το σπλάχνο μας, να κατανοήσει την ανωτερότητα της νεότητας επί της εμπειρίας και τοιουτοτρόπως κάποτε να πάρει φτυχίο ιατρικής, για να με συνταγεύει σωστά και να μην αναγκάζομαι να καταπίνω τα αισχρά προϊόντα των φαρμακοτριφτών –μάλλον μπακάληδων χημικών παρασκευασμάτων-, που ασπιρίνη πας ν αγοράσεις κι επιμηκύνσεις πέους προσπαθούν να σου πουλήσουν.

-«Ναι!!!  Αλλά το θέλω ράτσας!!!», συνεχίζει η αστείρευτη πηγή της σεξουαλικής μου στειρότητας, κι ευθύς αμέσως αναπόλησα την λατρευτή μου πεθερά από τα κάτω Πετράλωνα, καταγωγής μητρός Τραπεζούντα, πατρός Δυρράχιο και συχωρεμένο βλάχο σύζυγο.
-Ας πάρουμε κάποιο φτωχό, απ αυτά που θνήσκουν καθημερινά λόγω ανομβρίας, για να ζήσει, να δροσιστεί  και να λαδώσει το εντεράκι του μαζί μας, πολυεύσπλαχνη μου!»,
απαντώ συνεσταλμένα και πάντα εκτός θέματος…

-«Όχι! Δεν θέλω μπαστάρδικο, αλλά σαν αυτό της Ζωζώς, που πλέρωσε και τρισήμισυ χιλιάρικα, να το βγάζω κι εγώ βόλτα έξω στην πλατέα με το λουράκι του και το χειμώνα να του φοράω και σκουφάκι, για να μην κρυώνει το μωρό μας», αποκρίνεται το μίξερ των γονιδίων μας.
-«Κι εγώ θέλω να μάθει πρώτα να παίζει μπάλα και μετά να σπουδάσει ιατρική!», αντεπιτίθεμαι.
-«Στον Άνω Ασπρόπυργο υπάρχει ένα, όπως θα το ήθελα και μόνο με τέσσερα χιλιάρικα», αποκρούει το διαμάντι των δαχτυλιδιών μας.
-«Και το φιλαράκι μου ο Θέμης, μου είπε, ότι στην Αιθιoπία υπάρχουν κάτι πανέξυπνα τρίχρονα αρσενικά αδέσποτα, που επιδοτούνται κιόλας μ ένα χιλιάρικο ετησίως από την
UNICEF!», αμύνομαι εγώ!
-«Σιγά να μην γίνουμε και ζητιανιάρηδες  στο παγκόσμιο!!!!», αναφωνεί σεληνιασμένη η παρά λιγάκι θέραψ του ημερήσιου αυνανισμού μας…, κι έβαλε γκολ!

Σήκωσα κι εγώ το απομεινάδι της ρακής μου εις υγείαν της καθημερινής μας βλακείας και λοιπής …@@κίας, και υποσχέθηκα να γίνω μέλος της Εταιρείας αδεσπότων Άνω Ασπροπύργου.
Εεε;;; Όσο και να ΄ναι,,, κάτι δεν θα μείνει στα αζήτητα;;;

Τραπεζική κρίση



Μεγάλη εφεύρεση αυτές οι κάρτες , φιλαράκια μου!!!!

Δεν μιλάω για τις ευχετήριες –Χρόνια σας πολλά και ευτυχή δια τους αρραβώνες σας και βίον ανθόσπαρτον, αν τα βρείτε με την προίκα και είναι παρθένος η δεσποινίς-,  ούτε για τις προσκλητήριες –Σας προσκαλούμε να παρευρεθείτε εις το τεσσαρακονθήμερον μνημόσυνον του μακαριστού μας πατρός, συζύγου, αδελφού κλπ. κλπ. και κρίμα που δεν μας κληρονόμησε και κάτι παραπάνω για να πορευόμαστε την επομένη εικοσαετία-, μηδέ για τις επισκεπτήριες, που μετά από κάθε χειραψία κολλάς στα μούτρα του απέναντι σου για να διακηρύξεις και γραπτώς τι κουμάσι είσαι.

Όχι , όχι!  Μιλάω για τις πιστωτικές κάρτες.

Ναι βρε!  Λέω γι αυτές –γκόλντεν και αδαμάντινες-,  που σου στέλνουν αζητητί οι τράπεζες, επειδής πέρασες από κει για να πλερώσεις την ΔΕΗ σου, τον ΟΤΕ σου, την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου σου -όχι της δικής σου (αλλά που θα πάει, θα εφαρμοστεί κι αυτή)-. Και μόλις έχουν οι εταιρείες πολλαπλασιασμού του ΑΕΠ το όνομα σου, όνομα πατρός, διεύθυνση, τηλ, ΑΦΜ, σου στέλνουν σχεδόν αυθημερόν και μια καρτούλα για να νοιώθεις, όχι φουκαράς των χιλίων μηνιαίως ευρουλακίων, αλλα πάμπλουτος σεΐχης, πανέτοιμος να αγοράσεις το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με μια τζίφρα σου…
Και στην ένθετη της καρτούλας επιστολή, σου εμπιστεύονται (σε μικρά, μόνο με μεγεθυντικό φακό αναγνώσιμα γραμματάκια) οι τραπεζούλες, ότι είσαι πλέον κάτοχος ενός πλαφόν μερικών χιλιάδων Ευρώ για τις ανάγκες σου, και πάρεις δεν πάρεις, θα πλερώνεις τα έξοδα διαχείρισης του.

Κι έτσι φιλαράκια αυξάνονται και πληθύνονται οι ισολογισμοί των τραπεζών, ως άλλων Αδάμων και Ευών προς εκπλήρωση της αποδιοπομπαίας ρήσης του Κυρίου!
Ζηλεύεις μετά τον σαράφη της αγοράς , που δημιούργησε από το τίποτις διεθνή τραπεζικό οίκο, -γιατί αυτός μάγκας είναι δηλαδής;;;- θέλεις να συμμετάσχεις στην αίγλη, μα περισσότερο στην κερδοφορία του και πας με το πλαφόν και αγοράζεις μετοχές του.
Με τα μερίσματα σου μειώνεις το μείον του πλαφόν σου, πας κάνα ταξιδάκι Ταϊλάνδη για να ξεπρηστούν οι όρχεις σου, ε και σαν μέτοχος δεν χρειάζεσαι κι ένα τζιπάκι δυομισάρι –με δόσεις φυσικά-;;;

Έτσι γίνεσαι ο ωραίος της παρέας, και στα φιλαράκια σου λες ψιθυριστά, μετοχές του σαράφη αγοράστε, ελπίζοντας να αυξηθεί στα διεθνή μπαρμπουτάδικα η τιμή τους και να βρεθεί κάνας κουτόφραγκος να τις αγοράσει ούλες σε δεκαπλάσια τιμή, απ ότι αγόρασες εσύ.

Ναι βρε!!!  Τοξικό λέει το λεξικό μου, σημαίνει δηλητηριώδες…
Και τι;;;; Σωκράτης είμαι εγώ να πιώ το κώνειο;;;; Σε κάποιον άλλο θα το πασάρω…
Το πολύ-πολύ στο κράτος. Γιατί το ΕΧΟΥΜΕ δηλαδή;;;

Τώρα λένε να κρατικοποιήσουν τον Σαράφη.
Μακάρι!!!  Και σταθερό μέρισμα θα παίρνω και μισθό δημοσίου υπαλλήλου…

Τρίχες στυλάτες…



«Τι σχέση έχει το μουστάκι με το ξυρισμένο αιδοίο» αναλογίστηκε φωναχτά ο φίλος μου ο Θέμης, και κακά μαντάτα ανατρίχιασαν την ράθυμη απόλαυση της κυριακάτικης ρακής μου.

-«Για πες ρε!!!», τον ενθάρρυνε ο Νώντας, που είχε βαρεθεί την επανάληψη γκομενικών ιστοριών -πραγματικών και νοητών- της συνήθους συντροφικής παρέας.

-«Μάγκες!  Να σας πω την ιστορία μου με τις τρίχες -τα δευτερεύοντα φυλετικά χαρακτηριστικά, που λένε οι επιστήμονες- και ίσως νοήσετε και τις δικές σας εμπειρίες…
Κάπου εκεί στην εφηβεία μου, όταν είχε αρχίσει να χνουδιάζει το μαγουλάκι μου και η περιοχή δίπλα στα γεννητικά μου όργανα, αποφάσισα –και το είπα ρητά χωρίς να δέχομαι αντιρρήσεις- να κάνω μπάνιο στην σκάφη μόνος μου, χαιράμενος αυτοτελώς την μισάωρη πλύση των τριχών μου και την αντίστοιχη οδύνη της μάνας μου…
Τότε κάποιοι μεγαλύτεροι λέγανε, ότι όσο τις ξυρίζεις -τις τρίχες- τόσο μεγαλώνουν, κι άρχισα κι εγώ να χρησιμοποιώ κρυφίως τα ξυραφάκια του πατέρα μου, -ξέρετε αυτά που τα ξεβίδωνες λιγάκι για να βάλεις την δίκοπη λάμα στην συσκευή, Άστορ νομίζω τα λέγανε- που δεν είχε πάρει είδηση και απορούσε, γιατί ήταν στομωμένα.

Κάποτε το κατάλαβε κι ο πατέρας μου, ότι ξυρίζομαι δηλαδή, μα χωρίς να πει τίποτε μου αύξησε κατά ένα τάλιρο το κυριακάτικο μου χαρτζιλίκι.
Φυσικά δεν τόλμησα ποτέ ν αφήσω να μεγαλώσουν οι τρίχες μου, όσο εμένα στο πατρικό μου.
Μα όταν έφυγα για σπουδές και ήμουν σχετικά οικονομικά ανεξάρτητος, άφησα τις τρίχες του σώματος μου να θεριέψουν.  Να μαλλούρα μέχρι τον ώμο, να μούσι αλά Φιντέλ, να λόγια επαναστατημένα εν μέσω δημοκρατικής χούντας… να και κάτι τρίχες τόσες δίπλα στο μικροπρεπές μου πέος…, που το χάιδευαν πολλές…
Κι ο κακόμοιρος ο πατέρας μου να θέλει να με πάει με το ζόρι στον κουρέα του…
Εεεε;;; Όχι!!!  Δεν ενέδωσα ποτές στις μικροαστικές αυτές συνήθειες… Όταν μάκραιναν πολύ τα μαλλιά μου και το μούσι μου, έπαιρνα ένα κοφτερό ψαλίδι και έκοβα καμιά 20αρια πόντους…

Οι γυναίκες, -η αδελφή μου στην ουσία για να κυριολεκτώ- είχαν την ελευθερία , όσο ήταν παρθένες, να ξυρίζουν τα πόδια τους στην αυλή, κοινή θέαση…
Αλλά τίποτε παραπάνω…
Γι αυτό κι εγώ σε συνουσιασμούς μου ήξερα, ότι αν ήταν ξυρισμένο το γκομενάκι ανάμεσα στα σκέλια του, δεν ήταν πλέον παρθένα και προχωρούσα ακάθεκτος. Αλλιώς έπρεπε να αρχίσω το μπλά-μπλά για την αναδίφηση της ζούγκλας και να εφοδιαστώ με χαρτομάντιλα…

Τέσπα μεγαλώνουμε, γκριζάρουν οι τρίχες του μύστακος και μια φορά, που είπα να τον βάψω μόνος μου καστανό, έγινε εμπριμέ φιλαράκια μου…
Τον ξύρισα κι εγώ λοιπόν, μα είχα προβλήματα να εξηγήσω στους κρητικούς φίλους μου, ότι δεν ήθελα να δείξω, ότι πηδιέται η γυναίκα μου -χωρίς να είμαι και πολύ σίγουρος γι αυτό-…
Από τότε δεν το ξαναξούρισα!
Προχθές που λέτε, στο εβδομαδιαίο 69 μας, εεε… δεν παίζει και κάτι άλλο, μου λέει η συμβία μου:
-‘Ξύρισε τα, όπως κι εγώ!!!’  Και o τόνος της φωνής της δεν χωρούσε αντιλογία!
Ίσως να αναστυλωθεί έτσι λιγάκι και το πέος μου, μα και πενιχρά η σχέση μας,,, σκέφτηκα,,, σαπουνίστηκα στα απόκρυφα μου και πήρα προς χρήσιν το ΄Αστορ ξυραφάκι…

΄Αντε Βίβα μας! Αρκει να έχεις @@χίδια… ξυρισμένα ή μη…
Λέω τώρα να κάνω tattoo ένα σφυροδρέπανο φανταχτερό εκεί κάτω… Τι λέτε;;;»

Μπεκάτσες



Ντριιιιινγκκ!!!!!! επανειλημμένα προυνό-προυνό το κωλοτηλέφωνο και «ξύπνα επιτέλους¨ να φωνάζει στο ακουστικό ερεθισμένα ο κολλητός μου ο Θέμης, ακριβώς την στιγμή που ονειρευτά είχα κατορθώσει να ξεφύγω την ερωτική καταδίωξη των νεράιδων βυθισμένος στην λίμνη Λήθη και αναπνέοντας ανάμεσα σε νούφαρα με καλαμάκι, όπως έκαναν τότε στα παλιά καλά χρόνια στο Βιετνάμ οι Βιετκόνγκ.

«Ρε τι έγινε;;; σεισμός;;;» κατορθώνω να αρθρώσω και το βλέμμα μου μόνο σκοτάδι διακρίνει να διεισδύει από τις γρίλιες του παραθύρου.
«Ξύπνα βρε σου λέω!», φωνάσκει το φιλαράκι μου. «Άρχισε η κυνηγητική περίοδος της μπεκάτσας και σήκω να πάμε να χτυπήσουμε θήραμα φρέσκο και αγνό!»

Άντε τώρα να εξηγήσω τώρα εγώ στο φίλο μου Θέμη την διαφορά μεταξύ πραγματικής και νοητής θήρας, σαν να μπορούσε δήθεν πρόεδρος πολυεθνικής τράπεζας να κάνει κατανοητή σε υπουργό εθνικής οικονομίας την ασυμφωνία μεταξύ πραγματικής και νοητής αξίας τοξικών ομολόγων…

«Βρε λαλάκα», αντιφωνάσκω, «ξέρεις την αντίθεση μεταξύ οικολογίας και οικονομίας, και γιατί ο Αριστοφάνης έγραψε μόνο για όρνιθες και όχι για μπεκάτσες;»
Άφωνος ο δικός μου…
«Η αγορά είναι γεμάτη ορνιθοειδή! Τροφείων, ελευθέρας βοσκής, αλανιάρικα, αρσενικά, μπισέξουαλ, θηλυκά, παρθένα κλπ. Είναι όμως μερικά χρυσά αγοράκια στην πιάτσα», του λέω, «που αγόρασαν φτηνά μερικά καλοθρεμμένα εξωτικά πτηνά. Άφησαν να διαδοθεί η φήμη, ότι αυτά έχουν κατασκηνώσει στην μάλλα στερεμένη λίμνη του Μαραθώνα και αναμένουν τους επίδοξους κυνηγούς αγρίων φρέσκων θηραμάτων, για να ξαναφέρουν την φύση στην «νοητή» ισορροπία της. Δεν χρειάζεται να πω, ότι τα χρυσόπαιδα έχουν ήδη το μονοπώλιο των φυσιγγιών.
Ο κάθε επίδοξος κυνηγός, μαζί με χιλιάδες άλλους, ξοδεύει χρόνο, βενζίνες, άρβυλα, ιδρώτα και φυσίγγια για την εφικτή δυνατότητα ευστόχησης κάποιου εξωτικού θηράματος .

Η πραγματική οικονομία ανθεί και η οικολογία αυτοκτονεί…  Ναίσκε;;;»

«Εεεεεε;;;;»  κάνει τηλεφωνικά το φιλαράκι μου, ο Θέμης.
«Πεινάς;;;» τον ρωτάω.
«Όχι!», απαντά, «μόλις έφαγα παπάρα αμερικάνικα κορν-φλέηξ με συμπυκνωμένο κινέζικο γάλα και μέλι κόκκινης αγριομέλισσας Αργεντινής.»
«Και γιατί να τρέχεις στα κατσάβραχα;;;», τον ερωτώ αυστηρά!
«Βαρέθηκα ν ανοίγω συσκευασίες!» απαντάει πρωινά και πολύ ειλικρινά …

Η απάντηση του πράυνε την οργή της αφύπνισης μου.
Συμφωνήσαμε να πάμε για ψάρεμα στον πορθμό του Εύριπου.
Όπως και νάναι ο καιρός(;;;) κάποιο μαλάκιο για μεζέ θα πιάσουμε…

15 Ιουλ 2010

Ποθιάρικα



Ανατροπή

Ήρθες σαν ρέμβης ξαφνική ανατροπή
για να γεμίσεις του έρωτα την αδειανή φαρέτρα,
σαν νάσουν μοίρας ξεχασμένη οφειλή
να καταργήσεις όρια, άλλων ανθρώπων μέτρα..

Και κλίνω πλάι σου
σαν μια ψυχή
άτολμη που ήταν μέχρι χτες
να αφεθεί στον πόθο,
γίνομ΄ ιδρώτας και ηδονής γλυκιά οσμή
και πυρετός στον κόλπο σου πως είμαι νοιώθω...

Ακροβατώ πέρα απ΄ το τέρμα τ' ουρανού
και με αστέρια τη μορφή σου ντύνω,
νυχτοβατώ σε λαβυρίνθους του μυαλού,
σβήνω τη σκέψη μου μα την ψυχή σου δίνω...


Σιωπηρά
Μυρίζει ακόμα ο βασιλικός στο πρεβάζι ! 


Τοπίο θαλασσινό για χάρη του έγινα.

Άγριο μπλε κι αποστομωτικό.
ΝΑ ΔΕΙΣ !
Γιατί δεντροστοίχισα την ζωή μου
με καραβίσιες μοναξιές !


Μοσχοβολά βασιλικός στο βορεινό περβάζι
το παραθύρι σου ψηλά
τα χεριά μου δεν φτάνουν
να δρέψω κλωναράκι του
στο πέτο να στεριώσω
ζερβά να γέρνω την ματιά
να τον κρυφομυρίζω
μες την οσμή του να γροικώ
του ονείρου σου τον πόθο
καθώς τα απογέματα αδρά τον σουλαντίζεις
με τον ιδρό της πεθυμιάς
κι ένα φτωχό σου δάκρυ

Το πέλαγο δεν το θωρείς από το παραθύρι
αν είν΄ αμαυρό κι απρόσιτο σε αστραπές λουσμένο
ή κυανό της παντοχής με άσπρα προβατάκια
βουτιές να κάνεις μέσα του στην άφρη της δροσιάς του
σαν δελφινάκι άθυρμα σκέρτσα φτηνά να κάνεις
σε ζεύγος κύκλος να γινείς στου λιμανιού την άκρη

Βαρκούλα καλαφάτισε και πλεύσε σε φουρτούνες
νερόβουνα να αψηφάς, δίνες καυτών τυφώνων
μ ατσαλωμένη θέληση στην πρώρα της καρδιάς σου

Και ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΣ στ αρμένισμα μονάχα τα κουφάρια
κάποιων ψυχών μοναχικών άπαθων μες στον χρόνο
που δεν κατάφεραν ποτές να ορθώσουνε ιστία
κόντρα σ αντάρες του γαρμπή μακριά σε οθνείους πόντους

Τον μπουσούλα να νοιάζεσαι σαν το μικρό παιδί σου
γιατί αυτός στο πέλαγο την ρότα θα σου δείχνει
Μην σ αλαφιάζει η μοναξιά ζήσης επιλεγμένης
σε νύχτες που το δοιάκι σου λάγνα σφιχταγκαλιάζεις
Κυπαρισσένιο άλμπουρο θα σας κρυφοκοιτάζει
και ίσως φοβάται και αυτό αράδα να μην κάνει
μ αλλά κατάρτια ορθωτά μες στου βυθού την άμμο


Πυρετός
 
Πάρτε με σύννεφα μακριά,
μαγεμένε αγέρα σύρε με
εκεί όπου η καρδιά μου
την πολύχρονη ξενιτιά της απαγκιάζει ..

Εκεί όπου σκεπάστηκε η γύμνια των καιρών
με τον πολύχρωμο της φύσης τον μανδύα.

Εκεί όπου ο έρωτας
με χρώμα άλικο βαθύ
μεστά ζωγραφίζει μια ζωή
αλλάζοντας του χρόνου τη ροή..

Εκεί που άστρα φλογιστά
ηδονικές απλώσανε αυτόφωτες σκηνές
για να χορέψουν αλυχτώντας  οι ψυχές
στης νύχτας την ερμιά.

Πάρτε με σύννεφα μακριά,
σε πάθους ηδονές στροβίλισε με μαγεμένε αγέρα
στου έρωτα ανταριασμένη αγκαλιά,
στον πυρετό και στις καυτές του φλόγες.

Στα σκοτεινά
 
Σβήσε τα φώτα γύρνα τα νώτα


σ' ό,τι μας πίκρανε ως τα χθες

πράγματα σκέψεις, λέξεις καυτές
Στο αφιερώνω μην το αρνηθείς
είμαι μικρούλης διαφανής 
είμαι σχεδόν κανείς
απλά διαπιστώνω κι έτσι μεγαλώνω 
στ' αφιερώνω



 Αυτό το βράδυ φτιάχνω πετράδι


πολύτιμο αστραφτερό

κι απ' της νύχτας το υφάδι 
τ' άστρα αφαιρώ
Για να στα δώσω να ξέρεις πόσο
όλα οι καρδιές μας συγχωρούν
σ' ένα ναι μικρό τόσο πόσα χωρούν


Ξηρασία
 
Σε άγγιξα σε φίλησα  με πάθος και με δέος
μα έγινα αυτοστιγμής τ ονείρου σου ο τέως

Με φίλησες παράφορα στο πικραμένο στόμα
μ ανάστησες σαν μια βροχή το ξηραμένο χώμα

Βαρειών σύννεφων συνοχή γενήκαμε αντάμα
αντάρα, μπόρα θεριά, βρονταστραπή συνάμα

Με ένα βλέμμα αχανές όλεθρο προσδοκώντας
Μετάλλαξες το είναι μου έρωτα προσφωνώντας

Τα βαμμένα μάτια της μάγισσας
 
Ανθισμένο χαλίκι
Μα μήπως θυμάμαι πως αγάπησα στα 17 μου;
Ίσως  ήταν αυτό που λένε σήμερα
Κάτι με πρόωρο ή έτσι
Κι όμως το περίβλημα των ματιών της
Κάτι μαύρο είχε
Αφύσικο, απερίγραπτο ανελέητο μυθικό
Σαν αυτό που φοβάσαι και ονειρεύεσαι ταυτόχρονα
Όπως όταν φαντάζεσαι την Κίρκη αγκαλιά με  την Μήδεια
Τόνιζε κείνο το πένθος των φρυδιών
μελαγχολίας βαμμένων μπλε βλεφάρων
πράσινα μάτια μπόλι με τις μελανές τους κόρες

Έφυγα μακριά
Γιατί υποχθόνια λάμψη
Μια μαύρη  νομίζω
Δοκίμαζε να σπιθίσει στην ψυχή μου
Ωοιεεεέ δεν θέλω να φωτίσει κάτι εκεί...

Αλλά, εάν και όταν βρέξει
Τα δυο βραχάκια που έσπρωξε ο σεισμός
Ίσως να φράξουν την οπή
Είθε να γίνει η λακκούβα λίμνη

Χείλη
Χείλη απρόσιτα μα γευστικά,
της γης ζωμός και αγριάδα,
με παίρνουν με τραβάνε μακριά
κοντά σε πρωινού μικρή λιακάδα

Περιπλανιέμαι σε αψίδα της βροχής
και χρώματα ανεμίζω της μορφής σου,
που είναι όνειρο καρδούλας μοναχής,
λιμάνι προσμονής το απαλό κορμί σου

Είθε το τόξο αυτό το λαμπερό
να περπατήσω ως τον λόφο του νησιού σου,
κρυμμένο θησαυρό στην άκρη του να βρω,
για να στολίσω μιαν ευκή της προσευχής σου

Ταξίδι του σώματος
Σε αγκαλιάζω μες του πόθου μου τη ζάλη
πάλι μπαρκάρω για ταξιδάκια εξερευνητικά
κι απ΄ τις πατούσες σου μέχρι το κεφάλι
όλα τα θέλγητρα σου να ψηλαφήσω ερωτικά

Και κολυμπώντας στων μαστών σου τον ιδρό
σαν εκουσίως ναυαγός στου έρωτα το κύμα
ν΄ αναδυθείς ελπίζω με της ροής μου τον αφρό
κι απόπλου απαγορευτικό να υψώσεις σήμα


΄Αχυρα
 
Στη σκιά μιας αχυρόμπαλας
Κοιτάχτηκαν στα μάτια
Που έφεγγε μέρες, νύχτιες
Γιομάτες από αγάπη
Μεστές από χαϊδέματα  κι όρκους των όνειρών τους
Αυτά που βρίθαν πρωινά πριν βγει ακόμη ο ήλιος
Θέριευαν το μεσήμερο με ιδρό στο κούτελο τους
Και όταν το απόβραδο λόγιασαν οι ψυχές τους
Τα χέρια τους εσμίξανε
Με του άχερου την ζέση

Της κόψανε τα σύρματα, την κλώτσησαν ν απλώσει
Να γίνει λίπασμα και γη
Στου άνεμου τον δρόμο