16 Απρ 2011

Φτερούγες κοτόπουλου σε σάλτσα από πράσινες ελιές





Το καλοκαίρι τέλειωνε, το φως φυλλορροούσε,  αντίστοιχα το σκότος έπαιρνε τον χώρο του και η σύντροφος μου έκανε το τελευταίο της μάθημα μαγειρικής στις κοπελίτσες του θέρους, που ενδιαφέρονταν να πλουμίσουν εκτός με ερωτικές ιστορίες και με κάτι πρακτικό την ανία του καλοκαιριού.
Η θάλασσα παφλατούσε στον συνήθη ρυθμό της τα πρωινά και τα δειλινά  και ενδιάμεσα ραθυμούσε, όπως κι εγώ.
Άρχισε το μάθημα της η δικιά μου, ενώ εγώ μάζευα στον κήπο τις απομείνασες πράσινες ακόμη ντομάτες, μελιτζάνες και πιπεριές για τουρσί και τον νου μου κατέτρεχε το ερώτημα τι θα μπορούσα να κάνω  με τις άφθονες πρώιμες ελίτσες, που προσπαθούσαν να σπάσουν τα κλαδιά  των αμφιτρυώνων τους.

Το μαγειρευτικό μάθημα της σημαδιακής εκείνης ημέρας είχε θέμα του τις όρνιθες, όχι αυτές του Αριστοφάνη, αλλά τις φαγώσιμες του χασάπη.
Οι μαθήτριες, 16-18χρονες έφηβες, είχαν φέρει μαζί τους σε πλαστικές σακούλες και τυλιγμένες σε χασαπόχαρτο τις φρεσκοσφαγμένες κοτούλες τους, έβαλαν τα χειρουργικά τους χειρόκτια και τις απέθεσαν στον πάγκο κοινής μαγειρικής, ενώ ο μοναδικός έφηβος την δική του  κατεψυγμένη από το σουπερμάρκετ και την κοπάνησε, όπως ήταν στην γωνιά του.

Τότε ήταν που θυμήθηκα μια από τις πολυπληθείς εμπειρίες μου με κότες και κοτέτσια:
Ο συχωρεμένος ο πατήρ μου, που ήταν γκουρμέ και δεν έτρωγε επ ουδενί ασπρόκωλες πουλάδες εκτροφείου και οι χωριάτισσες της λαϊκής νόμιζαν τις όρνιθες τους χρυσές λίρες της αυτοκρατορικής μεγάλης Βρετανίας, έφτιασε σε μια άκρη του κήπου ένα κοτέτσι και το γέμισε με κίτρινα πουλάκια. Αυτά καλοθρεμμένα από τα αποφάγια των δείπνων μας σε μερικές εβδομάδες έγιναν κοτάκια και κοκοράκια.
Τα κοκοράκια φαγώθηκαν πρώτα μέχρι ενός, και δική μου ευθύνη ήταν, αφού η μικροαστή μάνα μας δεν ήθελε να αμαρτήσει, σαν να ήταν βουδίστρια γαμώτο μου, να τα πιάσω και να τα θανατώσω. Εκείνες οι φάσεις μέσα στο κοτέτσι στο κυνήγι των κοκόρων, με τις κότες να μου επιτίθενται απ όλες τις μεριές και με όλα τα όπλα τους, θα μπορούσαν να γίνουν σκηνές σε τρομακτικό θρίλερ ανώτερο από το αντίστοιχο του Χίτσκοκ.
Αλλά η ευθύνη μου δεν σταματούσε εκεί. Μετά την σύλληψη έπρεπε να ακολουθήσει και η σφαγή των μελλοθανάτων. Άντε να βάλω το κεφάλι του κοκοριού, που το είχα πιασμένο από τα πόδια του πάνω στο κούτσουρο και να πετύχω τον λαιμό του με το τσεκούρι….  Δύσκολη δουλειά…  Και φτερά πέτυχα και παρά λίγο κι ένα δάχτυλο μου. Αλλά να μην τα λεπτομερώ αυτά και αηδιάσουν οι ψυχούλες των ανά την υφήλιο οικολόγων.
Το ξεπουπούλιασμα το μοιραζόμουν με την μάνα μου. Αυτή έβραζε το νερό και μετά το βάπτισμα του πτηνού επί πεντάλεπτο μέσα του αφαιρούσε τα λεπτά πούπουλα του κορμού του. Εγώ έπρεπε να καθαρίσω τα πόδια, τα φτερά και τα υπόλοιπα. Κι επειδή τα φτερά έχουν τον περισσότερο κόπο στο μάδημα, είναι και η γευστική μου αδυναμία…

¨Άρχισε η δικιά μου το μάθημα της, ως συνήθως θεωρητικά, ότι οι όρνιθες εξημερώθηκαν πρώτα στην Ινδία προερχόμενες εκ Βούρμας και έχουν κατακλύσει τον κόσμο όλο. 24 δις κότες υπάρχουν σε αναλογία 6 δις ανθρώπων και μερικοί χοντρόκωλοι στην Ευρώπη και Αμερική τρώνε 4 chicken wings για μεσημεριανό, ενώ κάτι ανθρωπάκια στην Αφρική μόνο 2 φτερούγες ακρίδας για πασχαλινό έδεσμα.

Αφού με διέταξε να βάλω ξύλα στον πήλινο φούρνο και να τα ανάψω,  συνέχισε το μάθημα της με συνταγές, όπως  coq au vin, κότα γεμιστή με κάστανα ψητή σε παραδοσιακό φούρνο, μπούτια σε σοζ κόκκινων πιπεριών και φιλέτα στήθους με ψιλοκομμένα μανιτάρια και φρέσκο άνηθο, όπου το στήθος πρέπει να είναι οπωσδήποτε αποφλοιωμένο…

Κι εκεί που πήγαινε να μεσημεριάσει, να στουμπώσουν και να μας αδειάσουν την γωνιά τα κουτσούβελα για τις μεσημεριάτικες ευδαιμονίες μας, μου φωνάζει το μωράκι μου:
-         «Τις φτερούγες πώς να τις μαγειρέψουμε πασά μου;;; Έχουν απομείνει καμιά 10ρια…»
Αυτό το «πασά μου» μου άρεσε ιδιαίτερα και αποκρίνομαι:
-         «Βάλτες να τσιγαρίζονται σε καυτό ελαιόλαδο και σου έρχομαι, Σουλτάνα μου…»

Μάζεψα 2 πράσινα κρεμμυδάκια, έκοψα τον βλαστό από το τελευταίο φρέσκο σκόρδο, λίγο δυόσμο  και καμιά 20ρια πράσινες ελιές. Στο μαγειρειό τα έκοψα όλα ψιλά, τα κουκούτσια τα πέταξα στον κήπο, και μόλις είχαν μισοψηθεί οι φτερούγες, τις έβγαλα από το τηγάνι,  έβαλα μέσα τα πράσινα,  μετά από 5 λεπτά τα έσβησα με λευκό ξηρό οίνο του νησιού, έβαλα τις φτερούγες μέσα, αλατοπιπέρωσα και τα καπάκωσα για 20 λεπτά.

Ενώ η καλή μου εκτύπωνε τα διπλώματα της επιτυχούς μαγειρικής τους εκπαίδευσης, εγώ είπα στα παιδιά να στρώσουν τραπέζι με τις δημιουργίες τους και  γέμισα τις κούπες τους με τον λευκό ξηρό. Έφτιαξα στα γρήγορα και μια σαλατίτσα και περιμέναμε την ομορφιά μου για να κόψει τον άρτο ημών τον επιούσιο…
Λίγο φάγανε τα παιδάκια, μάλλον είχαν χορτάσει από την μαγειρική, μα από τις φτερούγες μου δεν έμεινε ούτε μια για δείγμα στους γονιούς τους, που πλήρωναν αδρά το μάθημα…
Τότε μου είπε η Ελενίτσα, η πιο χοντρούλα και ασχημούλα της παρέας:
-          «Πιάνει το χέρι σας Κύριε! Ωραία μας φτιάχνετε…»

Δεν έδωσα σημασία και μετά την αναχώρηση των εφήβων αποσύρθηκα κι εγώ με την καλή μου στα ενδότερα, για το επιδόρπιο…  (Λεπτομέρειες δεν θα πω εδώ, γιατί θα τις κόψει έτσι κι αλλιώς η οικειοθελής διαδικτυακή λογοκρισία…  )

Το βράδυ είχε καλέσει το συντροφάκι μου (αφού τα είχε κονομήσει) τους μαθητές της σε με συναυλία ενός νεανία αοιδού –Μιχάλη νομίζω τον λένε-  για να ξελαρυγκιαστούν και να λιποθυμήσουν οι έφηβες.

Εγώ, που δεν μ αρέσουν οι αηδίες, αποσύρθηκα στην ακτή, ξάπλωσα την ζωηρή κορμάρα μου στην άμμο και ευδαιμονούσα με τις άριες τον κυμάτων καθώς έκαναν μπουρμπουλήθρες στην ακτή.

Εκεί που αναπολούσα το χτες, το σήμερον και το αύριον, άκουσα κάτι βηματάκια κι ευθύς ξάπλωσε η Ελενίτσα δίπλα-δίπλα μου….
-          «Ελπίζω να μην ενοχλώ , αλλά να… τελειώνει το καλοκαίρι κι έχω ένα μικρό προβληματάκι», μου απολογείται.
-         «Η μαμά σου ή οι φίλες σου δεν μπορούν να βοηθήσουν», απολογούμαι κι εγώ.
-          «Ξέρετε, πέρασε το καλοκαίρι και είμαι ακόμη παρθένα, ενώ όλες οι άλλες της παρέας όχι πλέον», ξανααπολογείται αυτή, στριμώχνεται δίπλα μου και βάζει χέρι στα ακριβά μου…

Τι να σας λέω τώρα (και το κόψει η διαδικτυακή λογοκρισία πάλι…) ;  Έκανα ένα ψυχικό ο φουκαράς…

Υ.Γ. Για να μην πολυλογώ, εκτός από τις φτερούγες, προτιμώ γευστικά και τον πισινό των ορνίθων…  :)


12 Απρ 2011

Φετιχοποίηση συναισθημάτων ή το περιεχόμενο του κουμπαρά

(Στην μνήμη σου μεγάλε φιλόσοφε συμπατριώτη μου...)





Ο κουμπαράς

Στίχοι: Απόστολος Καλδάρας
Μουσική: Απόστολος Καλδάρας 
Ερμηνεία: Σωτηρία Μπέλλου
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Ίδας 

Κάντε τόπο να περάσω
πριν τα κάμω όλα γυαλί
εγώ κανένα πια δε λογαριάζω
έχω πιάσει - έχω πιάσει την καλή.

Έξω φτώχεια, μιλάει ο παράς
ας είν' καλά, ας είν' καλά ο κουμπαράς.

Μια φορά ήμουνα κορόιδο
και δεν είδα προκοπή
μου τα τρώγαν όλα οι απ' έξω
και μ' αφήναν - και μ' αφήνανε ταπί.

Και γυρνούσα ρέστος, φουκαράς
μασημένος - μασημένος κουμπαράς.

Απ' την αναπαραδιά μου
άραξα σε μια γωνιά
και δεν είχα για να πάω ν' ακούσω
στου Καρδάρα- στου Καρδάρα μια πενιά.

Τώρα όμως χτυπάει ο κουμπαράς
είμαι φίνος - φίνος και παλικαράς.

Υ.Γ. Από την Βικιπαιδεια: "Φετιχισμός ονομάζεται η τάση "θεοποίησης" ορισμένων αντικειμένων, η απόδοση υπερφυσικών δυνάμεων σε αυτά, απρόσιτης αλλά επιβαλόμενης στον άνθρωπο. Στις πρωτόγονες θρησκείες το φετίχ αποτελούσε ένα αντικείμενο λατρείας. Η επίπτωση που είχε το αντικείμενο δημιουργήθηκε καλλιτεχνικά από το υπερφυσικό και λατρεύτηκε σαν έμμονη ιδέα λόγω των μαγικών του δυνάμεων δηλαδή σαν ένα τυχερό φυλακτό. Η έλξη θα μπορούσε να είναι σεξουαλική ή μη-σεξουαλική, και το αντικείμενο, άψυχο ή έμψυχο. H αρχική έννοια ήταν είτε θρησκευτική είτε ανθρωπολογική. Μέχρι το δέκατο ένατο αιώνα, ο όρος ήταν για να αναφερθεί σε οτιδήποτε, κάτι το οποίο ήταν παράλογα λατρεμένο."

9 Απρ 2011

Τι Ελλάντα, τι Ουγκάντα


Είχε χαθεί για πάνω από χρόνο από το μάτια μας ο φίλος μου ο Θέμης και τον αναπολούσαμε στο καφενείο της γωνίας, όταν δεν βρισκόταν κανείς να κεράσει ημίγλυκο.
Τώρα όμως που με απέλυσαν από την κρατική εταιρεία επίβλεψης παγόβουνων, όπου ήμουν -πολλά τα έτη της- αραχτός, σκέφτηκα να τον αναζητήσω μπας και μου εύρισκε καμιά δουλειά σε ανθοπωλείο με τα οποία νταραβεριζόταν στην περίοδο που έκανε εισαγωγές ρόδων από Κένυα μεριά για τις ανάγκες του Αγίου Βαλεντίνου και των πιστών του ανά την επικράτεια.
Επιτέλους τον βρίσκω σ ένα από τα πολλά τηλέφωνα του που είχα και του αναφωνώ πανευδαίμων:

-          «Τι κάνεις ρε παιδικό μου φιλαράκι;;; Που βρίσκεσαι;;;»
-          «Καλά είμαι, αλλά κλείστο τώρα και πάρε σε μια ώρα από το Ιντερνέτ πριν καταχρεωθείς και  πληρώνεις στον ΟΤΕ -σόρρυ TELECOM- τα εισοδήματα σου των τριών επομένων ετών», μου πετάει το φιλαράκι μου και… μου το κλείνει.

Στην αναγκαιότητα άμεσης εύρεσης εργασίας δεν πτοήθηκα ο έρμος ούτε από νέες τεχνολογίες, ούτε από την τριπλάσια τιμή του ημίγλυκου στο Ιντερνέτ καφέ της πλατέας σε σχέση με το καφενείο της γωνίας και εισήρθα στο ημίφως των νέων επικοινωνιών.
Ο πιτσιρικάς του καταστήματος μου έδειξε τα βασικά και πώς να χρησιμοποιώ το Σκύπη για να τηλεφωνώ τζαμπέ και μέσα σε 2 ωρίτσες έγινα σαΐνι στα διαδικτυακά.
Τηλεφωνώ λοιπόν ιντερνετικά στον δικό μου και μου κράζει:

-«Ρε δεν σου είπα σε μια ώρα;;; Τι μου συνδέεσαι σε 2;;;  Δεν έμαθες, ότι ο χρόνος είναι χρήμα;;;»
-«Σχώραμε μεγάλε», απολογούμαι, «αλλά μάλλον πρέπει να επαναλάβω τα μαθήματα της τρίτης Δημοτικού… Αλλά πες τι κάνεις, που είσαι;;;»
-«Είμαι στην Καμπάλα», μου λέει, «και  μεγαλοεκδότης».
-«Αααα;;;  Αυστραλία μεριά…», αποκρίνομαι.
-«Βρε αγεωγράφητε, η Κανμπέρα είναι πρωτεύουσα της Αυστραλίας, ενώ η Καμπάλα πρωτεύουσα της Ουγκάντα!», μου ανακράζει το αδέλφι μου…
-«Ααα;;;», σκέφτηκα  σιωπηρά, ότι πρέπει να επαναλάβω τα μαθήματα της πρώτης Δημοτικού, «και πως και μεγαλοεκδότης;;;»
-«Ναι ρε..», μου λέει, «αποτοξίνωσα την περιουσία μου στην Ελλάντα και ήρθα εδώ στην Ουγκάντα στο γκομενάκι μου».
-«Και γκομενάκι;;;», ερωτάω  ζηλοφθονών αμερίστως…
-«Ναι βρε γκόμενε της δεκάρας», απαντά υπερηφανώς, «25άρα μαυρούλα Θεά, που την κυκλοφορώ στο Ουγκάντα και την ζηλεύουν όλες, ενώ αν την εμφάνιζα μαζί μου στο Ελλάντα θα ήμουν δακτυλοδεικτούμενος προαγωγός..»
-«Κάτι κατάλαβα», του λέω, «μα η αποτοξίνωση και το μεγαλοεκδοτηλήκι;;; Έκοψες τσιγάρο και ποτό και εκδίδεις μαύρες;;;»
-«Βρε Μπούφε», με επαινεί, «Πούλησα όλα τα κινητά μου και τα ακίνητα –μόνο το πουλί μου το ευκίνητο κράτησα- τα χρέη μου τα δώρισα στις τράπεζες κι ότι έμεινε τα μετέφερα εδώ κι έτσι αποτοξινώθηκα.
Θυμάσαι του Ψυρή, πριν γίνει ψυχαγωγική γειτονιά;;;»
-«Μα σίγουρα», απαντώ, «είχα μαθητέψει βοηθός αχθοφόρου εκεί»
-«Όταν έκλεισαν οι βιοτεχνίες και τα εμπορικά στου Ψυρή και οι άνεργοι τους έγιναν βάσει κομματικού δελτίου φύλακες στα αρχαία ημών ιερά, εγώ αγόρασα μισοτιμής τα αποθέματα των αποθηκών τους και τα έφερα εδώ. Αγόρασα και την μισομουχλιασμένη τυπογραφική Χαϊντελβέργκερ της παλαιάς ποτέ ΄Ακρόπολης΄ και να η εφημερίδα Kampala News…”
-«Αναλφάβητοι δεν είναι αυτοί εκεί;;;», αποτείνομαι στον κολλητό μου ντροπαλά…
-«Δίκιο έχεις φιλαράκι», συγκαταβαίνει ο τρανός, «αλλά κάθε Κυριακή μαζί με κάθε εφημερίδα δωρίζουμε κι ένα αριστερό παπούτσι, μια αγκράφα, μισό μέτρο φόδρα κλπ.  από Ελλάντα  και πουλιέται και η εφημερίδα και το στοκ της ψωροκώσταινας..»
-«Μα έχεις κέρδος έτσι;;;  Και τι γράφεις σ αυτήν;;;», ρωτάω  ο αδαής…
-«Είναι φιλελεύθερη εφημερίς, φίλε μου», αποκρίνεται ο δικός μου, «τα παιδάκια μπορούν να γράψουν εκεί, ότι τους κατεβαίνει στο τσερβέλο τους. Εγώ τους λέω μονάχα τον μήνα αυτό να κατακρίνουν τον ένα πολιτικό και να εγκωμιάζουν τον άλλο. Και τανάπαλιν.
Φυσικά η εφημερίδα δεν έχει κέρδη και η εκδοτική μου δραστηριότητα είναι αφιλοκερδής, χαρισμένη μόνο στην εξέλιξη και στη Δημοκρατία της Ουγκάντα.
Η κατασκευαστική μου εταιρεία όμως κατάφερε και έκλεισε προς όφελος της δημοπρασία για την κατασκευή του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας στα βουνά του Ruwenzori… »  J
-«Λιμάνι σε βουνό;;;», απορώ…
-«Βρε ανεπίδεκτε μαθήσεως», μου εξιστορεί ο επιτήδειος, « δεν έχεις μάθει για το  Great Rift Valley, που σε μερικές χιλιάδες χρόνια θα κόψει την ανατολική Αφρική στα δυο και θα εισέρθει η θάλασσα στο Ουγκάντα;;;  Να μην έχουν τότε οι άνθρωποι κι ένα θαλάσσιο λιμάνι εκεί;;;»

Έμεινα μ ανοικτό το στόμα από την πολυγνωσία και πολυπραγμοσύνη  του παιδικού μου φίλου, κι εκεί που επιτέλους  είχα πάρει το θάρρος να τον ρωτήσω αν ξέρει κανένα λουλουδάδικο για να με πάρει σε δουλειά, άκουσα ένα περίεργο χαχανητό και κόπηκε η επικοινωνία…

Τι να πω;;;  Αυτά τα διεθνή διαδικτυακά είναι πολύ παράξενα…


6 Μαρ 2011

Ιθαγένειες




Στην άκρη εκεί του λιμανιού
στου Κάρντιφ το μουράγιο
ταβέρνα είχε από παππού
ίσως κι από προπάππου
Στου Μελαμψούλη έγραφε
μα οι μέθυσοι που ξέραν
φτιανότανε  μ  αδήλωτα
στο Άντρο του Προδότη

Σε τι έφταιγε τώρα αυτός
που κάποιον προπαππού του
τσιράκι είχαν πειρατές
στα τραπεζώματα τους
κι όταν μέσα στη σούρα τους
κρυφά μονολογούσαν
τα έλεγε στον γαλονά
μονάχα για μια λίρα

Έτσι ιδρύθηκε λεν΄ οι παλιοί
Βασίλειο Ενωμένο
με τα δουκάτα και φλουριά
που ήτανε κλεμμένα
κι όταν τα ξανακλέψανε
εγγλέζοι  λαθροθήρες
βαφτίστηκαν ανήμερα
σαν θησαυρός του γένους

Μα του προγόνου του αμοιβή
κληρονομιά στον γόνο
του τόπου ιθαγένεια
κι ας ήτανε μαυρούλης

Το μαγαζί νάναι καλά
να τρέφουν τα παιδιά τους
και όταν στο προαύλιο
δωσίλογους τα βρίζουν
χλομιάζουν λίγο και μετά…
πανόμοια τους είναι…

3 Μαρ 2011

Ξεχασμένο φτερό





Σε άνοιξη στο Κατμαντού
μου άναψε μια πίπα
φυρή ήταν η κόμη του
και άσπρη η γενειάδα

Το Σιβαράτρι γιόρταζε
του ενός Θεού του Σίβα
του ποιητή κι εκδικητή
καθώς και σ άλλους μύθους

Όταν μαράθηκε ο καπνός
μου ερύθρωσε το στέρνο
το πλούμισε με νάρκισσους
με βιάση να χορεύω
την σκηπτουχία να υμνώ
δυο νύχτες και μια μέρα

Κι εκεί στις οπτασίες μου
σ ένα νησί ονείρων
τούτος ο άνεμος του χτες
οκνό φτερό αγγέλου
στον χρόνο εστροβίλίζε
κι έτρεχα να το πιάσω
.


1 Μαρ 2011

Πάθος, ου λόγος


 «Στο θολωμένο μου μυαλό, ο κόσμος είναι μια σταλιά, κάτι σκιές απ΄ τα παλιά και κάποιο πάθος μου τρελό... Το θολωμένο μου μυαλό, μ΄ έχει προδώσει προ πολλού, του λέω αλλού και τρέχει αλλού, με κάνει και παραμιλώ»...


Στην ουσία, είναι πάντα πάθος, και όχι λόγος που μας ωθεί να αναζητούμε άγνωστες θάλασσες και να προσεγγίζουμε τα αστέρια. Αυτό ισχύει και στην μικρή μας καθημερινότητα.

Αρκετά συχνά έχω κάνει κατά τη διάρκεια της ζωής μου πράξεις, που δεν είχα αποφασίσει, και δεν έκανα αυτές που είχα αποφασίσει.
Πήγαινα σε γυναίκα που δεν ήθελα να ξαναδώ, αυθαδίαζα στον προϊστάμενο μου με κινδυνο απόλυσης μου, κάπνιζα περισσότερο, αν και είχα αποφασίσει να το κόψω και έκοψα το τσιγάρο, όταν αποφάσισα, ότι είμαι και θα παραμείνω καπνιστής.
Δεν εννοώ ότι η σκέψη δεν έχει καμία επιρροή στις αποφάσεις και δράσεις μου.
 Αλλά η δράση
δεν πραγματοποιείται εύκολα. Κάτι άλλο μεσολαβεί... Ίσως πάθος;;;; Πόθος;;;

Γλώσσα γενικά θεωρείται: η ικανότητα χρήσης, λέξεων, σημείων ή χειρονομιών και η σύνδεση τους σε προτάσεις, ώστε να επικοινωνούμε έννοιες ή ιδέες μας, με άλλους ανθρώπους. Αυτό συμπεριλαμβάνει την ικανότητα να κατανοείς τις λέξεις που κοινοποιούν οι άλλοι δλδ.
 να τις συλλάβεις και να τις μετατρέψεις σε δικές σου έννοιες
Η γλώσσα ενώνει και ως εκ τούτου αφαιρεί εικόνες και δημιουργεί σχέσεις, ανεξάρτητα από τη στιγμή, δηλαδή, πλάθει το παρελθόν, παρόν και μέλλον.
 Εμπλουτίζει την αντίληψή μας μυριάδων τρόπων με τους οποίους οι εμπειρίες μας με τον κόσμο οργανώνονται και εν τέλει η ίδια σχηματίζει τον δικό της κόσμο. 

Πολλοί από μας άκουσαν παραμύθια στην παιδική τους ηλικία. Τι παρέμεινε όμως από αυτά;;; Ίσως μερικά αρχέτυπα σαν του “καλού-κακού” και μερικές λέξεις-κλειδιά που ερεθίζουν ακόμη την νόηση μας.
Για μένα τέτοιες είναι ο “Αρκουδογιάννης” και το “χρυσόμαλλο δέρας”. Τότε φυσικά δεν ήξερα τι σημαίνει η λέξη “δέρας” και φανταζόμουν ένα ξανθό τέρας πάνω σ ένα πελώριο δένδρο να προστατεύει τον θησαυρό στις ρίζες του.
Μέτα έμαθα πως ήταν προβιές απλωμένες σε ρυάκια για να μαζεύουν οι Καυκάσιοι χρυσόσκονη, πλιάτσικο του Ιάσονα και των συντρόφων του.

Κανείς δεν κατανοεί ένα κείμενο ή ένα πινάκα ζωγραφικής ακριβώς το ίδιο, όπως κάποιος άλλος.
Ο καθένας έχει τις δικές του “λέξεις-κλειδιά” και τα δικά του αρχέτυπα της προσωπικής του νόησης...

Κύριο χαρακτηριστικό της γραπτής έκφρασης είναι στίξη και η σύνταξη.
Τι συμβαίνει όμως στον ανθρώπινο νου, όταν από ένα κείμενο αφαιρέσεις στίξη και σύνταξη και παραμείνουν μονάχα ανάκατες λέξεις;;;
 
Αρχέτυπα και “λέξεις-κλειδιά” λειτουργούν το ίδιο....

“Μια εικόνα, χίλιες λέξεις” λένε... Χίλιες εικόνες σε μια λέξη, θα συμπλήρωνα...

 Σε μεταγενέστερα έργα του ο Χουάν Μιρό, όπως στη σειρά brûlées Toiles (καμμένοι καμβάδες) εγκαλούσε σε μια σταδιακή καταστροφή, μια διαμαρτυρία ενάντια στην εμπορευματοποίηση της τέχνης, μια έκφραση
της κλήσης του για την “δολοφονία της ζωγραφικής".

Ποιος ποια της Σεβιλλιας ποιο τελευταιο αλλο παλικαρι που διπλα στο ΠΑΘΟΣ εκφραζει σε καθημερινους λαβυρινθους μπορουν ν αναγκαστουν να στο οτι υπαρχει πορνη τζαμενιων σε τοποθεσια του ΠΑΘΟΥΣ να νιωσεις το μενει οπως στους Μεσαιωνες παλευει σε ξυραφι κορμιου πραγματι υψωνεται δυναμη σαν ταυρομαχου που δεν ξεχναει γεματος της ειρωνειας του αγαθος ουτε ενα αδεξιο οπως πιο ΠΑΘΟΣ εξαιρεσεις αιματος πλουσιο κι ο δε αγαθος φανερο οι γυναικες τα του δεν πως Στο για Μα τους τετοιο η του πολιτισμου αιμα Ο κανεις μεσα που οι σκοτεινονυμφες πνοες καιγονται εκφρασης μα να "Αληθινα παρα τις αρχικες πνοες” Να μαζι οποιον τα για στο που και μορφη αληθινη για λειτουργια να και μα Τα καλλιτεχνικα ο Θανατος πληγη κανουν να τραγουδαει ενα ασμα ζωντανων σαν παιζει τον μυστη κι ακομα βαζουν του Σταυρου σκαλωσιες αυτο η ολη η αψιδα ρυθμος χωρων μπαινοβγενει βασικα δημιουργωντας μια που αωρα να εργαστει ιδιοτελα Μα ολοκληρο δεν τους οποιος που Ο να τους αιμα ναναι μπρος ειναι χωρες τραγουδι πανω σ ενα ηφαιστειο δεν ειναι μικρη ταυρομαχιας ειναι κατραμια για γινει αυτος ολος ενας Για εναγκαλισμό ΠΑΘΟΥΣ τα καιει διδαχθηκε να γυρευει θαλασσα του λυρικες μορφες χαρακτηρα φυτα σε καλει να της με η Που Το καυτερο γυαλι γεματα δεν της εινα πισω σε ολες να πως να Το πισω Κρυμμενο οπου Οι παλες απλωμενου θανατου σα ψαριου Αγιας η γερου βγαζουν κεφαλαλγιες ΠΑΘΟΣ και που τον ξετρυπωνει οπως απλως σ επαρκεια υπνου Στο απογονοι γελιομαστε πως στο σαν την τις τους η εσυ στο αυτο ανοιγοκλεινει δικο σου ρωτημα: μορφων τα της εκφρασης μα δεσμος ξεχωρος επειδη μαζι με Το τα καναλια ριξω σε πληξη ταυρου ζωη κι οταν πει: οχι αμετακλητο ο μεχρι στεφανου αγωνας φθηνοτεροι οι αγαπημενοι σου δαφνινο βρισκεται εχανε οταν του Οι μαλλον μουσα της ολοι και σαν μαλλια του Μιχαηλ σκαλες η οπως μαχαιρια που ενωνουν χασαπηδες Στην σεντρα υπαρχει ιδιο μεν ΠΑΘΟΣ και στημενο ετσι πιο Σταυρου ΠΑΘΟΣ αυρες απο πισω μπουχτισμενος αγιων βαθια αυτο καθημερινη απραγια χωρις μουσες ουτε κουπα στο "Υιε! Υιε!Υιε!” βαθιογαλαζα χωρα του εκεινου ΠΑΘΟΥΣ ρημαγμενη κανεις

-Αν το πρασινοαμυγδαλο ΠΑΘΟΣ φροντιζει ενας μεγαλος απο το το κοσμικο γιγνεσθαι εμφανιζεται να μεσα των Μονο δυο Ο και Η που ειναι οι χωροφυλακες του ΠΑΘΟΥΣ ματια αναγνωριζουν δαιμονια σε ξυπναει ωραιοτερο παλατιου παλι με του μαχεται γλυπτα τον Χρονο Χρεος η πνοη φερει το ολο βαπτισμα Μα πιοτερο αυτο Πριν τα σκοτωσει μιας δαφνης αλογομυγα της ανασας “κορασιδων με τσατσαρες" καταματα ατενιζει στα πισω δειχνει αναιδεια που ωρα τωρα στην κοψη της σκεψης διακονιζει Δε που του καθε ακουην σας ασκει η αλλη το κανεις να Ο το κεφαλεο καταφερε το και μπρος μια μοιρολογητρα μουσα υστερα αυτο ΠΑΘΟΣ και πνοη θεολογικη αποτραβιουνται ευθυμου εργο στο διδειν απλωνεται ανεβαινει το ΠΑΘΟΣ μιμειται γεμιζει ερμηνευτη η ειναι και προσπαθει στη φλογα λιγες καρδιες να σκυψουν απο ΠΑΘΟΣ μορφες καποτε μακρια στο χωμα εξυπναδα δακρυα τεταρτο ΠΑΘΟΣ μια πνοη που παραλογη απ την ενδωθεν απατη οπου βηματα σιντριβανι επιταφιο εχουν γεμισει καθως μονη της σημασια ειναι να πει το χωρις απο ποτε οπως τον μουσαμα της αναγκης δουλευεις γλυπτικα μαυρο ΠΑΘΟΣ ξεσηκωνουν Ειναι κι οπως Εναντια γη - του δεν- κι υψωνοντας της ρωμαϊκης μου σκλαβιας Το ΠΑΘΟΣ οταν Νιωθω ειδαμε Ειμαι του ξερεις να βρουμε κι στο θαμνο αγνη ρουγα καλλιτεχνικη και που κραυγη Σαλαμανκα να ο απο αγελαδισια κοπρια ανεμος Ιωαννη του Σταυρου Θωμα Ασσιζη βρισκεται να πηδησει τα ουτε "Τα αλλα προς Δυσφανια” που κοιταζε


Ειναι τα το του μαχεσαι ζωγραφισαν αποβροχαρικη σκεψη αλλο γεμισε μαλλια κρυμμενο ξαναπλαθε κυτταρα του Ο το Η ητο μια αληθεια και αναγκαστηκε με κοπο ολες τις παγωμενες να ταραξει πληγες κυβερνιεται ξαφνικα απο σκεψεις η ανεμιζει φιακολια να κατασπαραξουν πεθαμενους μονορουφι μια εξηγηση στις ναρκες και βγαινει πεθαινει καθως καρδιες των νερων σκεψη μονη ακουγαν Μουσα της οργης μαρμαριενιο λιθαρι εριψε σε θαμπερο βιτρο θρυψαλα πλουμισαν περιοπτες οχθες ματωμενων προσμονων ποταμου


23 Ιαν 2011

Οι σοκολάτες




δεν μπορώ να πω, ότι δεν μ΄ αρέσουν.

Τα τελευταία χρόνια πήγαινα συνεχώς 1-2 φορές την βδομάδα στο περίπτερο της γειτονιάς και αγόραζα πάντα την αγαπητή μου ποικιλία.

Μα ο περιπτεράς είχε μάλλον καταλάβει την αδυναμία μου και μου έκανε «δουλειά», αγοράζοντας υπερχονδρικώς μεγάλη ποσότητα για να πετύχει καλύτερη τιμή, αυξάνοντας ούτως το λιανοπωλικό του κέρδος.

Κάπου μου βρωμούσε τελικά, κάτι μπαγιάτικο ένιωθα στην γεύση της, μα όταν ρωτούσα, ο περιπτεράς απαντούσε, ότι ήταν σίγουρα της τελευταίας σοδειάς. Όταν διαμαρτυρόμουν για την συνεχή αύξηση της τιμής της σοκολάτας μου, αυτός έφερνε το επιχείρημα της προσφοράς και ζήτησης(ποια ζήτηση δλδ. αφού εγώ μόνο την αγόραζα, απ΄ ότι νομίζω τουλάχιστον).

Πριν λίγο καιρό άνοιξε ένα απ΄ αυτά τα καινούργια μαγαζιά στην περιοχή μου (Discounter τα λένε μάλλον, γιατί τα αγγλικά μου είναι της πιάτσας) και πήγα να αγοράσω καινούργια οδοντόβουρτσα, που τις είχε προσφορά και της παλιάς μου είχαν πέσει όλες σχεδόν οι τρίχες.

Μετά την επιλογή του εργαλείου της δις ημερησίως στοματικής μου φροντίδας, πέρασα τελείως συμπτωματικά από το ράφι με τα γλυκίσματα.

Και σκέφτηκα, ότι αφού αγόρασα καινούργια οδοντόβουρτσα με πολλές τρίχες και σε χρώμα λουλακί γιατί δεν αγοράζω και μια σοκολάτα; Η αγαπητή μου ευτυχώς δεν βρισκόταν στο ράφι. Αλλά τι ποικιλίες εξαίσιες Θεέ μου! Γάλακτος, Αμυγδάλου(αγάπη μου ΙΟΝ), λευκές, σκούρες, γεμιστές, μ εξωτικές γεύσεις και μια με άρωμα μέντας. Αυτή διάλεξα. Ήταν μεν εισαγωγής αλλά στην μισή τιμή της δικής μου απ΄ το περίπτερο της γειτονιάς.

Εντάξει τώρα θα μου πείτε, σοκολάτα του εμπορίου πας και αγοράζεις;;;;  Αυτές είναι βιομηχανοποιημένες και μη αυθεντικές! Κι αυτή του περιπτερά τι ήταν δηλαδή;;;;

Έχω μεν από την γιαγιά μου μια θαυμάσια συνταγή χειροποίητης σοκολάτας, αλλά που να τρέχω τώρα στην Λατινική Αμερική να αγοράσω κακάο από τον παραγωγό, να παζαρέψω την τιμή του, να το καβουρδίσω, να το τρίψω για να βγει το βούτυρο του για τα 10-20 κιλά σοκολάτας που θα φάω ακόμη.

Και μετά βουρ στην Πίνδο να βρω φρέσκο αβουτύρευτο γάλα και να ανακατώνω μετά με τις ώρες! Άσε δε που θα μου κοστίσει κι  ο κούκος αηδόνι!

Άντε φεύγω τώρα για το μαγαζί που σας έλεγα!

Είδα τις προάλλες μια μαυρούλα με Chili, σε σχήμα λαγουδίνας και την λιμπίστηκα. Καλή μου όρεξη!


Υ.Γ. Τελικά το περίπτερο φαλίρισε λόγω ελλιπούς ζήτησης και καλά να πάθει το αγιογδύτικο!