16 Ιουλ 2010

Auto Stop



Βρέθηκα στον Κάμπο του Δεσπότη σε μια φθινοπωρινή προσπάθεια αναπόλησης ξεχασμένων εμπειριών της νεότητας μου.

Με το σακίδιο μου στα πόδια μου με παραμέλησε η βιασύνη του οδηγού του λεωφορείου στο χάνι του Κάμπου, όπου ευχαριστιόμουν την αχνιστή φασολάδα μπλεγμένος σε μια συζήτηση με τον ιδιοκτήτη για τις παλιές καλές εποχές..

Δεν με πείραξε που έμεινα άτροχος. Κάτι θα βρεθεί, όπως πάντα, σκέφτηκα.

Έφαγα με την ησυχία μου την φασολάδα, τον ταβερνιάρη τον φώναξαν κάτι υποχρεώσεις του στην κουζίνα, πλήρωσα και βγήκα με το σακίδιο στον ώμο στην άκρη του δρόμου, για το παλιό καλό ωτοστόπ με υψωμένο τον αντίχειρα του δεξιού χεριού μου σε κάθε περαστικό όχημα, κινώντας τον ανατολικά στην κατεύθυνση του επιθυμητού μου προορισμού.

Ο φθισικός ήλιος είχε αρχίσει να ξαπλώνει στις χαράδρες της Πίνδου, φωτίζοντας, πράσινα έλατα, κοκκινωπά πλατάνια, κάτι ντροπαλές φλαμουριές με τις ροζέ ρώγες τους κι ένα φιδάκι που είχε αποχαυνωθεί νηστικό στην κορφή ενός κουτσόβραχου.

Κοντά ακούγονταν γαυγίσματα σκυλιών, κουδουνίσματα κριαριών και βελάσματα προβάτων που γύριζαν στην στάνη τους.

Στο θόλωμα του δειλινού σταμάτησε κάποιο αγροτικό με ανοιχτή καρότσα και ο οδηγός του, μεσήλικας γενειοφόρος με την κάψα του ήλιου χαραγμένη στο πρόσωπο του και το βλέμμα του ατυχημένου επαναστάτη της δεκαετίας του ΄70, με ρώτησε που πάω.

-Στην πιο κοντινή πόλη, απάντησα.

-Ανέβα στην καρότσα, αποκρίθηκε, και ξεκίνησε με βία μόλις με είδε πάνω της, για να ξεπεράσει όσο το δυνατό γρηγορότερα το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 40 χλμ. την ώρα προκαλώντας την τύχη μας και την τέχνη οδήγησης του, η ίσως βιασμένος από την προσμονή κάποιων δικών του ζώων ή ανθρώπων.

Η βία της προσδοκίας του με παραπάτησε και με ξάπλωσε απρόσμενα στην λαμαρίνα. Έπεσα ευτυχώς κυρίως πάνω στο σακίδιο μου αλλά με τον βραχίονα μου πόνεσα το κορμί μιας νεαρής  ξαπλωμένης συνταξιδιώτισσας μου .

-Συγνώμη, ψέλλισα, δεν ήταν πρόθεση μου!

-Πονέσατε; απάντησε.

Με υπερυψωμένη φωνή, για να καλύψουμε τον θόρυβο του μοτέρ του αγροτικού και στριγκλίσματα των φρένων του στις στροφές, αλληλοσυστηθήκαμε.

Φοιτήτρια, που μπατίρισε στην επιστροφή της από κουλτουριάρικο ταξίδι στην Ιταλία. εκείνη, σε αναζήτηση της θύμησης νεανικών μου εμπειριών, εγώ.

Με ρώτησε και άρχισα να διηγούμαι μερικές εμπειρίες μου. Της είπα για την πανάσχημη χωρισμένη Μάργκρετ που βίασε τα νεανικά μου κάλλη σε μια πεδιάδα του Ζάγκρεμπ ,νύχτα χειμώνα δίπλα σε υπαίθρια φωτιά, σαν σπονδή στον χωρισμό της. Για την Μαρία, που παρθήκαμε μουγκά κάτω από την σκάλα του δεύτερου καταστρώματος κάποιου φέρρυ μπωτ, για να διασκεδάσει εκείνη  την φυγή της από τον Ελβετό αρραβωνιάρη της…

Ίσως να ήταν η ταχύτητα ή οι στροφές του δρόμου λίγο πριν τα Μετέωρα, όταν το χέρι μου βρέθηκε απαλά θωπευτικά στον λαιμό της και ο μηρός της ερεθιστικά ανάμεσα στα σκέλια μου.

-        Πάρε με εδώ και τώρα, με προσκάλεσε!


Δεν ξέρω τι σκέφτηκε το νεανικό της πνεύμα, τι φαντασιώσεις της διέγειραν οι ιστορίες μου, αλλά τα χέρια της είχαν ήδη κατεβάσει το φερμουάρ του παντελονιού μου και εισέβαλλαν ακάθεκτα προς τα άδυτα μου.

Ενέδωσα γρήγορα, σαν ταγμένη παρθένα.


Τα δάχτυλα μου ξεκούμπωσαν γρήγορα το πουκαμισάκι της. Δεν φορούσε σουτιέν και άρχισα στο πρωτόσκαλο της ηδονής να φιλάω υγρά το στέρνο της κατεβαίνοντας με τα χείλη και την γλώσσα μου παρακάτω με δεξιές και αριστερές ιχνηλασίες, για να γευτώ τις ρώγες των βυζιών της. Τα χέρια μου είχαν ξεκουμπώσει και μισοκατεβάσει το τζην της και τα δάχτυλα μου αισθανόταν κάτω από το στρινγκ της την υγρασία του αιδοίου της.

Μα κι αυτή δεν είχε μείνει ανενεργή. Τα νεανικά της χέρια είχαν ήδη μισοκατεβάσει το παντελόνι και το σλιπ μου μέχρι σχεδόν τα γόνατα, τα δάχτυλα της χάιδευαν ηδονικά την κεφαλή του πέους μου, ώστε να υπερβεί το υπερδιογκωμένο μέγεθος του.

-        Πάρε με από πίσω πλαγιασμένη με βία, ψιθύρισε

Δεν χρειάστηκε βία. Με δέχτηκε, όπως η θηλή λεχώνας χείλη νεογέννητου, και αλληλοαγαπηθήκαμε σε παρόμοιο μέτρο. Ήπια από την δροσιά της σαν καμήλα σε όαση: Σιγά-σιγά αλλά πολύ. Χυθήκαμε μαζί, ο καθένας στην άβυσσο του Αλλού του.

Το αγροτικό σταμάτησε τόσο απότομα, όσο είχε ξεκινήσει, στις παρυφές μιας πόλης και μια τσιγαρισμένη επαναστατημένη φωνή είπε σε έντονο τόνο!
-Εδώ είμαστε φίλε μου. Θα συνεχίσεις μόνος σου.


Σπαλάστηκα το σακίδιο μου και κατέβηκα από την καρότσα του αγροτικού.


-Εγώ θα συνεχίσω το ταξίδι μου, με αποχαιρέτισε φωναχτά η φοιτήτρια, προσπαθώντας να υπερκεράσει το μαρσάρισμα της μηχανής.

Τα οπίσθια φώτα του αγροτικού, έγιναν γρήγορα κόκκινες φωτεινές βούλες στο σκότος του  Αλλού της.


Μα σ αυτό το λιγοστό φως είδα την νεαρή στιγμιαία ερωμένη μου, να ξεδένει τη γαλάζια φανταιζί κορδέλα, που είχε δεμένη στον αστράγαλο της, και να μου την πετάει σαν ενθύμιο μιας σύντομης ηδονικής σύζευξης.

Πρόλαβα και την έπιασα πριν την πάρουν μαζί τους στο πουθενά οι αέρηδες της βίας των περαστικών αυτοκινήτων.

Την  βάζω πάντα σε κάποια τσέπη μου, για να της την ξαναφορέσω αν ποτέ λάχει……

Το φαίνεσθαι και το είναι


(ή οι Ελεάτες και το θεϊκό σύστημα των σχέσεων)
Μπήκα στο καφενείο της γωνιάς με τα μούτρα μου να λουστράρουν το δάπεδο του, κάθισα αμίλητος στην μια και μοναδική θέση στο τραπεζάκι του φίλου μου του Θέμη, που δεν είχε πιει καλά-καλά τον βαρύγλυκο του μα ούτε και το νεράκι του, και παρήγγειλα ρακές με μεζέ ξιδάτο χταπόδι και αντζούγιες.

Το φιλαράκι μου ο Θέμης –χρόνια τώρα γνώστης της φαινομενολογικής μου οντότητας- με συρραμμένα τα χείλη του κιαλάριζε τις σχισμές των βλεφάρων μου, μήπως και γροικήσει είδηση.
Ήρθαν τα τσίπουρα, σηκώνει το ποτηράκι του ο Θέμης και προπίνει τσουγκρίζοντας το δικό μου άδοντας:


«Είχα αράξει όμορφα,

πριν να βρεθείς μπροστά μου,
μα τώρα πάλι απ’την αρχή,
ταλαιπωρίες στη ψυχή
και ντέρτια στην καρδιά μου.»

-«Βίβα ρε και ξέρασε τα, για να βγουν έξω τα φαρμάκια ή ξομολόγα τα, για να πας στον παράδεισο», μου ξηγιέται ντόμπρα ο φίλος μου και παραλίγο να δακρύσει το ματάκι μου, για την κατανόηση που μου έδειχνε…

-«Ερωτεύτηκα μέσα απ τη Βίβλο των φατσών», του εκμυστηρεύομαι κοιτώντας απλανώς τον άδειο πάτο της ρακής μου..
-«Για ξήγησε μου το μαγικό βιβλίο και κάν΄τα μου λιανικά, να τ΄ αγοράσω κι εγώ, αν είναι αποδοτικό», αποκρίνεται γνοιαστικός ο Θέμης με έκδηλη την απορία στην φάτσα του, παραγγέλλοντας άλλες δυο ρακές.
Με το δεύτερο τσιπουράκι ηρέμησα λίγο, πήρα θάρρος, παρήγγειλα ακόμη δυο και άρχισα την εξιστόρηση της ερωτικής μου διαπλοκής.

-«Το σύνηθες σκηνικό φίλε μου», αρχίζω να εξωτερικεύομαι.
-«Έπαιζα προχτές Babysitter  στον δεκατριάχρονο ανιψιό μου , -λόγω κομμωτηρίου και γηπέδου των γονέων, ξέρεις εσύ…-, ξεφυλλίζοντας το Κοσμοπόλιταν εγώ και παιχνιαδιαρίζοντας στο ιντερνέτ το παιδάκι, μέχρι που το άκουσα να ξεφωνίζει:»
-«Σου βρήκα γκόμενα Μπάρμπα, για να μην αενάως μαλακίζειν!»
-«Μετά από πολλά πως και γιατί, με ποιο θάρρος κουλουπού, μου ομολογεί το τσόγλανο, πως μπαίνει στο Facebook μ ένα προφίλ σαν το δικό μου – 35αρης, μεταπτυχιακό, στέλεχος πολυεθνικής, άνω 3.000 μηνιαίο εισόδημα, αναζητώντας δια βίου συντροφάκι- και με δική μου φωτό απ το περσινό Πάσχα, που μου είχε σγουρήνει το κωλόπαιδο με τζελ τα μαλλιά μου, και του έπεσε η Σοφία ετών 24, θεογκόμενα,  με μπικίνι φόντο Σκιάθο, με φιλοσοφικά ενδιαφέροντα. Τα λέγανε 2 μήνες το ανιψάκι μου κι αυτή, αν και κατά πόσον η ενότητα του κόσμου υπόκειται σε μια φυσική ουσία ή στην ιδία την οντότητα που μας περιβάλλει, είχαν εμβαθύνει το «αλλά ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα θα έπρεπε να είναι απολύτως δεκτά, όλα δεκτά στο σύνολό τους ως όντα» του Παρμενίδη και είχαν κλείσει ραντεβού για χτες το απόγευμα σε μια καφετέρια στο Γκάζι, αλλά θα έπρεπε να πάω εγώ, με απείλησε με άρση της αγάπης του το καλό μου το ανιψάκι.»

-«Και τι έγινε ρε;;;  Πήγες;;; Ήρθε;;;» ρωτάει ξαναμμένος ο φίλος μου ο Θέμης, ξαναγνέφοντας το γκαρσόνι για 2 ρακές.
-«Πήγα ρε Θέμη, περίμενα 2 ώρες μα δεν φάνηκε η γκομενάρα. Μονάχα τρία 14ρια κοπελούδια πέρασαν αγκαζέ μερικές φορές χασκογελώντας μπροστά μου. Το ένα έμοιαζε λιγάκι με την φωτό της θεογκόμενας...»

Κέρασα κι εγώ ρακές, που τις ήπιαμε μουγκώς στην υγεία του Χέγκελ, διαλογιζόμενοι εμφανώς για την φαινομενολογία του πνεύματος …

Η εκδίκηση της Γυφτιάς..


περιμένοντας τον κοντό (Godot??)
-«Όπου να΄ναι θα περάσει», μουρμούρισε το καρντάσι μου ο Θέμης κοιτώντας ερευνητικά εκτός των  δυο τζαμαριών του καφενείου της γωνίας με ανέγγιχτο και κρύο τον βαρύγλυκο του.
Παρήγγειλα κι εγώ γλυκύβραστο και περιμένοντας τον, σκούπισα με χαρτοπετσέτα το μάρμαρο του τραπεζιού, για να ακουμπήσω τον αγκώνα μου, μήπως και παρατείνω λιγάκι τον αναγκαίο καθαρισμό του σακακιού μου, αμίλητος μην και διαταράξω τους νοητικούς και καρτερικούς κύκλους του Θέμη.
Ήρθε ο καφές, τον ρούφηξα δεόντως, με κοίταξε αφ υψηλού επικριτικά ο φίλος μου παραμένοντας με το βλέμμα του εκτός και αναμένοντας.
-«Τι μου θωρείς ακίνητος, που τρέχει ο λογισμός σου;», πήρα επιτέλους θάρρος και ρώτησα το φιλαράκι μου, σε μια ανένδοτη προσπάθεια να εντρυφήσω τις περιπτύξεις της παραλογικής του.
-«Περιμένω τον κοντό», απαντάει λιγολεκτικά ο Θέμης…
-«Χαααα;;;», λιγολογώ κι εγώ…
-«Βρε Χάνε, σήμερα είναι το Tour de Gysi –γύρος Λυκαβηττού, μέσω Εξαρχείων και διάβαση Αλεξάνδρας άνευ αστυνομικής προστασίας-, κι αν δεν περάσει και ο τελευταίος συμμετέχων ποδηλάτης δεν θεωρείται λήξας ο αγών», απαντά αφασιακά ο φίλος μου, «και ο κοντός είναι ο πιο αργός της παρέας, που μοιράζονται τα κύπελλα, κι αυτόν περιμένουν ο Χαζολάκης και ο Τυφλοπόντζος στο διπλανό τραπέζι, πριν αυτοκτονήσουν ομαδικά με το σχοινί του ενός».

-«Ρε Θέμη», του λέω, «πριν μια ώρα στην πλατέα τίμησε με χρυσοβαμμένο πλαστικό κύπελλο ο Δήμαρχος τον χοντρό ποδηλάτη, -αυτόν ντε τον κυβερνόντα…-, και μπροστά στη ΓΑΔΑ κάτι συλλήψεις αναβατών δικύκλων –των ανηλίκων παραβλέπονται φυσικά…-, παρατήρησα…»

-«Αν δεν περάσει ο κοντός, είναι σικέ ο αγώνας και θα τον καταγγείλω», εξάγγειλε το καρντάσι…
-«Σε ποιον ρε Θέμη;;;», τόλμησα να διερωτηθώ…

Η ερώτηση μου έμεινε  αναπάντητη, μα το φιλαράκι μου άρχισε να τραγωδεί…


«Μπαίνουμε στόν Υδροχόο
και θ' ανάψουνε φωτιές
οι καιροί νερό θα φέρουν
έτσι λεν αυτοί που ξέρουν
κι όμως θα…

κι όμως θα…
κι όμως θα καούν καρδιές

Όλα τριγύρω αλλάζουνε
κι όλα τα ίδια μένουν
και μένα τα χεράκια της

με λύνουν και…
με λύνουν και με δένουν…»

Χήρες κάλτσες



Σάββατο μεσημεράκι και εξ έξεως πάλι εγώ στο καφενείο της γωνιάς για τσίπουρα.
Στο σύνηθες τραπεζάκι, κοντά στην τζαμαρία, ο φίλος μου ο Θέμης (εξ έξεως κι αυτός) με βλέμμα απλανές μάλλον περιπλανιέται, πλανεύει και πλανιέται κάπου στα αγεφύρωτα χάη του σύμπαντος.
Παραγγέλλω τσιπουράκια με μεζέ εποχιακούς κοχλιούς μπουρμπουριστούς και περιμένω σιωπηρά να αποπλανηθεί επιτέλους το φιλαράκι μου και να επιστρέψει στον εδώ πλανήτη.
Ήρθαν οι ρακές, μύρισε κοχλιό ο Θέμης, επανήλθε, ρούφηξε θορυβωδώς έναν και απεφάνθη:

-        «Οι κάλτσες είναι γένους θηλυκού!»
-        «Καλά ρε κολλητέ», του απαντάω, «επειδή αποφοίτησα μόνο με πεντέμισι την πέμπτη δημοτικού, πρέπει να με προσβάλλεις. Το ξέρω αυτό!»
-        «Μην πριν του τέλους μου σιχτίριζε», απαντά ο φίλος μου ο Θέμης, προβληματίζοντας με περί της αυτογνωσίας και αυτοπεποίθησης μου…
-        «Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω», συνεχίζει ο δικός μου, «και αυτά τα περί γνώσεως επισήμων ενδεικτικών και ανεπίδεκτων μαθήσεως διδασκάλων, στα έχω ήδη αναλυτικά εξηγήσει..»
-        «Σόρρυ για την μειωμένη αυτουπόληψη μου, φιλαράκι, αλλά αυτό περί του θηλυκού γένους των καλτσών δεν το γρίμπασα», ανταποκρίνομαι.
-        «Όπως ξέρεις, έχω 34 ζεύγη καλτσών», προσπαθεί να μου εξηγήσει ο Θέμης, «για να πορεύομαι μηνιαίως, με 3 ή 4 αναπληρωματικά. Σήμερα είχα μπουγάδα και έβαλα τα 30 ζεύγη του Απρίλη, λίαν πρωίαν, στο πλυντήριο. Στις 12 έβγαλα 26 ζεύγη και 4 μοναχικές κάλτσες. Διέλυσα το πλυντήριο, κοίταξα στο φίλτρο, στις σωληνώσεις κι σ όλα τα υπόλοιπα, που θα μπορούσαν να απορροφήσουν πλανημένα, αλλά ντιπ!
Εξαϋλώθηκαν 4 μοναχικές κάλτσες. Γι αυτό σου λέω, ότι οι κάλτσες είναι γένους θηλυκού. Χηρεύουν πρώτες, όπως και παγκοσμίως τα θηλυκά συμφώνα με τις στατιστικές.»


Τάδε έφη Θέμης και απήλθε, προφασιζόμενος ταντρικό διαλογισμό στο πλυσταριό του, μήπως και….
Ευτυχώς άφησε μερικούς κοχλιούς υπόλοιπους, για να τελειώσω κι εγώ την ρακή μου.
Τώρα όμως που το σκέφτομαι, και σε μένα λιγοστεύουν οι κάλτσες μου…
Μάλλον θα ρωτήσω την Σβετλάνα, τι κάνει με τις χηρεμένες μου…

Dr. Jekyll and Mr. Hyde


Ή η αέναος μεταμόρφωση

-«Για όλα φταίνε τα γονίδια, τα γνήσια και τα υβρίδια..», αρχίζει να άδει ψιθυριστά το φιλαράκι μου ο Θέμης στο καφενείο της γωνίας, όπου είχαμε πιεί μεν το καφεδάκι μας, αλλά ρουφούσαμε με μικρές γουλιές το συνοδευτικό νεράκι, μπας και περάσει κάνας φίλος να κεράσει γλυκύβραστο με ολίγη (λόγω κρίσεων).

-«Για άσμα το μεγαλοφώνως το νέο σουξέ, να αγαλλιεί τουλάχιστο το αυτάκι μου», τον ικετεύω εγώ…
-«Μη μου το πνεύμα τάραττε, πολίτη τρισκατάρατε», με ονειδίζει αυτός.
-« Τι πνεύμα, βρε Θέμη; Μας κέρασαν ρακές και δεν το πήρα είδηση;;;», στραβολαιμιάζω εγώ κοιτάζοντας για το γκαρσόνι…

-«Ρε συ δεν έχεις ακούσει για την ιστορία του Dr. Jekyll, του καλού ευυπόληπτου πολίτη, ιατρού και ερευνητή, που έμαθε με διάφορες ουσίες να χωρίζει την ψυχή του μια σε καλή ή σε κακή και μεταμορφώνονταν στον κακό Mr. Hyde, για να εμπλουτίσει τις εμπειρίες του;;;», πάει να με μπλοκάρει ο πανσπούδαστος και πανουσίαστος φίλος μου.

-«Κολλητό μου φιλαράκι», τον εκλιπαρώ εγώ, «άσε τα φράγκικα και πέστα γκρέκικα ή λιάνισε τα μπάρεμ αλληγορικά σε μορφή λαϊκής ωδής, για να γροικήσω ουσία. Ναι μεν εσύ έχεις ντοκτορά στην γλωσσολογία της Σουαχέλι, συνάμα στην ψωλολογία των Μπαντού του πανεπιστημίου του Ναϊρόμπι και είσαι άπαξ του έτους εισαγωγέας λέλουδων, αλλά εγώ αποφοίτησα με πεντέμισι την πέμπτη δημοτικού και τώρα είμαι αενάως αργόσχολος τομεάρχης στο Υπουργείο Πενίας και Προσκυνημάτων, -νταξ τώρα ξέρεις το στόρυ του πατρός μου, που μετά από μια ξομολόγηση ήρθε μεθυσμένος σπίτι, έσκισε κάτι τούρκικες περγαμηνές και ο ελαιώνας του προπάππου μου στα κάτω Λεχώνια καταχωρήθηκε σαν ιδιοκτησία της Μουνής της Ουσίας Αμαρτωλής, μα εγώ διορίστηκα-…», του κλαίγομαι.

-«Για όλα φταίνε τα γονίδια, τα γνήσια και τα υβρίδια..», ξαναάδει φωνακλωδώς σαν σε πρώτη πίστα ο Θέμης και συνεχίζει λιανικώς:
-«Βρε άσχετε διαχειριστή του γρηγορόσημου, ο Κώστας και ο Γιώργος είναι τα γνήσια γονίδια, ο Κωστάκης κι ο Γιωργάκης τα υβρίδια, γκέκε;;; Την μια ο ένας είναι καλός κι ο άλλος κακός και τανάπαλιν. Στην ουσία είναι το ίδιο πρόσωπο σε μια αέναη μεταμόρφωση, καθώς διαφοροποιούν λιγάκι την σύνθεση των ουσιών που προκαλούν την μεταλλαγή της ψυχής τους, κι εσύ σαν χαζοπολίτης (σόρρυ πελάτης) πας στο Golden Mall ή στο Diamond Hall και ψωνίζεις απ όλα αναλόγως των εβδομαδιαίων προσφορών τους, μέχρι να πτωχεύσουν (σόρρυ να αυτοκτονήσει) ο Dr. Jekyll και μαζί του o Mr. Hyde», μου διευκρινίζει ο μεγάλος.

-«Ρε συ δεν μου χρωστάς Mallάκειο εσπρεσσάκι;», ερωτάω δραττόμενος της αναφοράς του, μιάς και δεν πέρασε κανείς φίλος να κεράσει βαρύγλυκο…

Η οικονομία του μπουρδέλου


Κέρασα βαρύ γλυκό στο καφενείο της γωνιάς στο φιλαράκι μου τον Θέμη (ενώ αυτός μου χρωστάει ακόμη εσπρεσσάκι σε Mallακεία καφετερία) και λύθηκε η γλωσσίτσα του κοσμογυρισμένου.
-«Ετοιμάζω μια εμπεριστατωμένη πρόταση προς το υπουργείο Υγείας», μου εκμυστηρεύεται ο κολλητός μου, που κάνει τουλάχιστον άπαξ ετησίως τον γύρο του κόσμου σε 8 μέρες, χωρίς να βιώνει αποτεφρώσεις συζύγων μετά των αποθαμένων γεροκούσαλων τους και δίχως να μπερδεύει ημερομηνίες, λόγω jet lag, «για να λυθούν μονομιάς όλα τα προβλήματα της δημόσιας υγείας, να συνεχίζουν να κάνουν υπερωρίες και νυχτερινές αργοσχολίες οι γιατροί του ΙΚΑ, να πληρώνονται αυθημερόν οι προμηθευτές τσιρότων, συριγγών και κιλότων ακράτειας, όπως και οι φαρμακοτρίφτες συνταγών του δημοσίου, που ασπιρίνες γράφουν, αλλά για βιάγκρα τις χρεώνουνε».

-«Για πε ρε Θέμη, γιατί έχω ξεπεράσει το πλαφόν μου και πληρώνω 17,5 % επιτόκιο στην πιστωτική κάρτα του σαράφη μου για τα ντεπόν μου…», αγωνιώ με την προσδοκία λύτρωσης της πορτοφολιακής μου ισχνότητας.
-«Φιλευθερισμός, αποδέσμευση των ηθών επί της οικονομίας και αντιστρόφως», απαντά ο προσδογκόμενος νομπελίστας ελευθερίας και οικονομίας, συνεχίζοντας:
-«Προτείνω την εισαγωγή 10.000 γυναικών ελευθέρων ηθών, από Λευκορωσία, Εσθονία, Ουκρανία, Ινδία, Ταϊλάνδη κλπ. κλπ. , για την στήριξη των οικονομιών των αναπτυσσομένων χωρών και ιδίως της δικής μας…», απαντά λίγο τι δαφνιασμένος ο δελφιακός μάντης της οικονομικής μας ανάρρωσης.
-«Γιατί δεν μας φτάνουν οι 100.000 και πάνω, που έχουμε τώρα;;;», ενίσταμαι.

-«Μα…. Δεν έχεις εντρυφήσει την διαφορετικότητα των φωτεινών πτυχών της ελεύθερης κρατικής οικονομίας, σε αντίθεση μ αυτές των σκοτεινών παραοικονομιών..», συνεχίζει ακάθεκτος ο Θέμης, ρουφώντας μερακλωδώς και μετά βόμβου τον βαρυγλυκό του.
-«Βγάλε μολύβι, χαρτί, κομπιουτεράκι και λογάριασε:
10.000 επί 500 ημερησίως ανά πόρνη, επί 365 ετησίως μας κάνει σχεδόν ένα δις. Απ αυτά να εισπράττει 50% το κράτος και μ ένα leverage (πολλαπλασιαστή, δραστικότητα, απόδοση επενδύσεων) τουλάχιστον 3χ , έχουμε και λέμε 1,5 δις. Από τα υπόλοιπα 250 του κοινωφελούς έργου τους, θα πλερώνουν 50 ημερησίως ενοίκιο για 22 τετραγωνικά, 200 περίπου εκατομμυριάκια.
20 ημερησίως για τις αναγκαίες υγειονομικές εξετάσεις στο ΙΚΑ (τα μαύρα γάμιστρα των ιατρών για σειρά προτεραιότητας πάνε στα αφορολόγητα…) άλλα 70 εκ.
100 ημερησίως δεν θα χρειάζονται για καπότες, καλλυντικά, στρινγκ και νταβαντζηλίκια;;;  365 εκ.
Τα υπόλοιπα 80 ημερησίως θα τα στέλνουν στις φαμελιές τους κι εμείς θα τους πουλάμε αναγκαστικά πορτοκάλια, που τώρα τα θάβουμε σε χωματερές, χωρίς να τα δηλώνουμε στην ΕΕ…
Μ ένα leverage 7x της ιδιωτικής οικονομίας (και μόνο μ ένα μικρό συμψηφισμό της αύξησης των νοσηλίων των ψυχοθεραπευτών), νάτα τα 5 δις που χρειάζεται το Υπουργείο Υγείας..», έκλεισε ο Θέμης, κι εγώ παράγγειλα νεράκι βρύσης, για να πιω το τρίτο μου ντεπόν...

Λέλουδα



-«Που είναι ρε μάγκες ο Θέμης;  Ξαφανίστηκε και κάτι καφεΐνες μου χρωστάει…», ρωτάω άτσαλα την ταβλιακή ομήγυρη, και να που έφερα τα ντόρτια, που χρειαζόμουνα!
-«Παίζε και μην ρωτάς!», απαντά ο αντιμαχητής μου επί ξύλου
-Τακτέ Νάρντ, το λέγανε στην Περσία, όταν το κάνανε copy and paste από την Μεσοποταμία (καλά εκεί τώρα περισσότερα αμερικανάκια από ταβλαδόρους βρίσκεις), αφομοιώθηκε σαν πεσσοί από τους αρχαίους ημών…και σαν Ludus Duodecim Scriptorum από τους Ρωμιούς, πριν εμείς οι Ελληνάρες το πούμε τάβλι, από το Tables των Εγγλέζων-
ρίχνει ο δύσμοιρος εξάρες, να μην μπορεί να φύγει, για να κερδίσει το πρώτο του πρωινό καφεδάκι της σίγουρης(;;;) του παρτίδας.
-«Δουλεύει!», απαντά ο Σάκης ο Πέφτουλας, που ξουρίζει μόνος του την φαλάκρα του για να μην φαίνονται οι λιγοστές του γκρίζες τρίχες, ενώ αν ήταν υπουργός ή τουλάχιστον βολευτής, θα πήγαινε σε αισθητικό θριχών του Κωλονακίου για να τις νεανίσει.
-«Εργάζεται ο Θέμης;;;  Καλαααά;;;  Εισοδηματίας δεν είναι αυτός;;;», ρωτάει η νεανική μου αφέλεια, που καταπίνει, ότι χαπάκι της προσφέρουν, είναι δεν είναι έκστασυ…
-«Εισοδηματίας είναι Τρίτη και Παρασκευή, δηλαδής από μέσα Φλεβάρη μέχρι μέσα Γενάρη», σφυρίζει ζηλοφθονώντας υποχθόνια ο Λάκης ο Μπίχτης με τη άπλυτη αλογοουρά, «μα μέσα Γενάρη με Φλεβάρη είναι εισαγωγέας από Κένυα μεριά».

Ρίχνω ασσόδυο, κερδίζω την παρτίδα και καφεδάκι φυσικά, κάθομαι απόμερα να το γευτώ φωνάζοντας και τον Λάκη κοντά μου, που είναι κουτσομπολιακός εξπέρ, να τον κεράσω πρωινό βαρύ γλυκό, για να λυθεί η γλωσσίτσα του… 
-«Και για πε ρε Λάκη;;» τον εξομολογώ, «τι ξωτικό παράγει η Κένυα, που δεν παράγουμε εμείς εδώ οι μαύροι;;;»
-«Κόκκινα τριαντάφυλλα», λακωνίζει ο Λάκης…
-«Ρε συ! Έχει γυαλίσει η Αττική από θερμοκήπια ανθέων!», αντιφωνώ σαν Πέρσης καταχτητής εγώ…
-«Εεεεμμμμ… αλλά δεν φτάνει η παραγωγή για την γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου!», ξαναλακωνίζει ο αλογοουράς…

Αποδείχτηκα τελείως αδαής, εγώ,  που έχω γυρίσει όλα τα Μετέωρα, άγια Όρη και κυκλαδικά νησιά, μα πουθενά δεν ήβρα ούτε εκκλησάκι μηδέ εικονίτσα του Αγίου Βαλεντίνου.
Αποτραβήχτηκα ευθαρσώς λοιπόν στο διπλανό ίντερνετκαφε , για να γκουγκλίσω..
Καλά νταξ,,, δεν διάβασα και τις 153000 ευστοχίες, αλλά έμαθα, ότι υπάρχουν πολλοί Βαλεντίνοι, άγιοι και μη.

Ααα:  Ο Βαλεντίνος ο γύφτος(Αιγύπτιος), ο αιρετικός. Που έλεγε: "απ' αρχής αθάνατοι έστε και τέκνα ζωής έστε αιωνίας και τον θάνατον ηθέλετε μερίσασθαι εις εαυτούς, ίνα δαπανήσητε αυτόν και αναλώσητε, και αποθάνη ο θάνατος εν ύμίν" σαν πέμπτο Ευαγγέλιο, που κάπως βουδιστικό μου ακούγεται αυτό, και καλά έκαναν που τον αιρέσανε, αν και ο Παπακώστας τραβούσε τις τρίχες των μηνιγγιών μου, όταν έκανα λάθος στα «πιστεύω πατερημών»…, για να μην γίνουμε κιτρινιάρηδες και σχιστομάτηδες.
Βουου: Ο Βαλεντίνος ο σφετεριστής και μετά επαναστάτης, που προσπάθησε κάπου πριν 1700 χρόνια στην Βρετανία να γίνει βεζίρης αντί του βεζίρη, αλλά έτρωγε μονάχα νερόβραστες πατάτες με καρότα και τον απόθνισκαν.

Γαμα(το): Ο Δεσπότης της Τέρνης, που λένε, ότι πάντρευε κρυφά ερωτευμένους χαρίζοντας τους λουλούδακια για βίο ανθόσπαρτο, χωρίς να εκτιμά τα προ(;)τερήματα της μονογαμίας(μια στον αλωνάρη δλδ…), και το αποκεφαλισμένο πτώμα του το έκλαιγαν 3 χήρες και 15 ορφανά μέχρι να τα βρουν στην μοιρασιά…

Εεεε!  Αυτόν τον τρίτο ξέθαψαν κάτι τυμβωρύχοι ανθοπώλες που είχαν αναδουλειές, για να τα κονομάνε άπαξ του έτους, όπως και το φιλαράκι μου ο Θέμης, που μου χρωστάει εσπρεσσάκι ή γαλλικό σε Mallακισμένο καφενείο…
…………………………………………
Κι εκεί που κλάδευα, κόπριζα και πότιζα τις μη ακόμη ανθίζουσες πολύχρωμες τριανταφυλλιές στις γλάστρες του μπαλκονιού μας, μου κράζει το έτε(αί)ρο μου ήμισυ:
-«Μην ξεχνάς τι είναι το επόμενο Σάββατο, Έρωτα μου!!!»

Κι εγώ βλαστήμησα τους άγιους πάντες, γιατί δεν καθορίστηκε η γιορτή του Απρίλη ή Μάη…