12 Απρ 2011

Φετιχοποίηση συναισθημάτων ή το περιεχόμενο του κουμπαρά

(Στην μνήμη σου μεγάλε φιλόσοφε συμπατριώτη μου...)





Ο κουμπαράς

Στίχοι: Απόστολος Καλδάρας
Μουσική: Απόστολος Καλδάρας 
Ερμηνεία: Σωτηρία Μπέλλου
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Ίδας 

Κάντε τόπο να περάσω
πριν τα κάμω όλα γυαλί
εγώ κανένα πια δε λογαριάζω
έχω πιάσει - έχω πιάσει την καλή.

Έξω φτώχεια, μιλάει ο παράς
ας είν' καλά, ας είν' καλά ο κουμπαράς.

Μια φορά ήμουνα κορόιδο
και δεν είδα προκοπή
μου τα τρώγαν όλα οι απ' έξω
και μ' αφήναν - και μ' αφήνανε ταπί.

Και γυρνούσα ρέστος, φουκαράς
μασημένος - μασημένος κουμπαράς.

Απ' την αναπαραδιά μου
άραξα σε μια γωνιά
και δεν είχα για να πάω ν' ακούσω
στου Καρδάρα- στου Καρδάρα μια πενιά.

Τώρα όμως χτυπάει ο κουμπαράς
είμαι φίνος - φίνος και παλικαράς.

Υ.Γ. Από την Βικιπαιδεια: "Φετιχισμός ονομάζεται η τάση "θεοποίησης" ορισμένων αντικειμένων, η απόδοση υπερφυσικών δυνάμεων σε αυτά, απρόσιτης αλλά επιβαλόμενης στον άνθρωπο. Στις πρωτόγονες θρησκείες το φετίχ αποτελούσε ένα αντικείμενο λατρείας. Η επίπτωση που είχε το αντικείμενο δημιουργήθηκε καλλιτεχνικά από το υπερφυσικό και λατρεύτηκε σαν έμμονη ιδέα λόγω των μαγικών του δυνάμεων δηλαδή σαν ένα τυχερό φυλακτό. Η έλξη θα μπορούσε να είναι σεξουαλική ή μη-σεξουαλική, και το αντικείμενο, άψυχο ή έμψυχο. H αρχική έννοια ήταν είτε θρησκευτική είτε ανθρωπολογική. Μέχρι το δέκατο ένατο αιώνα, ο όρος ήταν για να αναφερθεί σε οτιδήποτε, κάτι το οποίο ήταν παράλογα λατρεμένο."

9 Απρ 2011

Τι Ελλάντα, τι Ουγκάντα


Είχε χαθεί για πάνω από χρόνο από το μάτια μας ο φίλος μου ο Θέμης και τον αναπολούσαμε στο καφενείο της γωνίας, όταν δεν βρισκόταν κανείς να κεράσει ημίγλυκο.
Τώρα όμως που με απέλυσαν από την κρατική εταιρεία επίβλεψης παγόβουνων, όπου ήμουν -πολλά τα έτη της- αραχτός, σκέφτηκα να τον αναζητήσω μπας και μου εύρισκε καμιά δουλειά σε ανθοπωλείο με τα οποία νταραβεριζόταν στην περίοδο που έκανε εισαγωγές ρόδων από Κένυα μεριά για τις ανάγκες του Αγίου Βαλεντίνου και των πιστών του ανά την επικράτεια.
Επιτέλους τον βρίσκω σ ένα από τα πολλά τηλέφωνα του που είχα και του αναφωνώ πανευδαίμων:

-          «Τι κάνεις ρε παιδικό μου φιλαράκι;;; Που βρίσκεσαι;;;»
-          «Καλά είμαι, αλλά κλείστο τώρα και πάρε σε μια ώρα από το Ιντερνέτ πριν καταχρεωθείς και  πληρώνεις στον ΟΤΕ -σόρρυ TELECOM- τα εισοδήματα σου των τριών επομένων ετών», μου πετάει το φιλαράκι μου και… μου το κλείνει.

Στην αναγκαιότητα άμεσης εύρεσης εργασίας δεν πτοήθηκα ο έρμος ούτε από νέες τεχνολογίες, ούτε από την τριπλάσια τιμή του ημίγλυκου στο Ιντερνέτ καφέ της πλατέας σε σχέση με το καφενείο της γωνίας και εισήρθα στο ημίφως των νέων επικοινωνιών.
Ο πιτσιρικάς του καταστήματος μου έδειξε τα βασικά και πώς να χρησιμοποιώ το Σκύπη για να τηλεφωνώ τζαμπέ και μέσα σε 2 ωρίτσες έγινα σαΐνι στα διαδικτυακά.
Τηλεφωνώ λοιπόν ιντερνετικά στον δικό μου και μου κράζει:

-«Ρε δεν σου είπα σε μια ώρα;;; Τι μου συνδέεσαι σε 2;;;  Δεν έμαθες, ότι ο χρόνος είναι χρήμα;;;»
-«Σχώραμε μεγάλε», απολογούμαι, «αλλά μάλλον πρέπει να επαναλάβω τα μαθήματα της τρίτης Δημοτικού… Αλλά πες τι κάνεις, που είσαι;;;»
-«Είμαι στην Καμπάλα», μου λέει, «και  μεγαλοεκδότης».
-«Αααα;;;  Αυστραλία μεριά…», αποκρίνομαι.
-«Βρε αγεωγράφητε, η Κανμπέρα είναι πρωτεύουσα της Αυστραλίας, ενώ η Καμπάλα πρωτεύουσα της Ουγκάντα!», μου ανακράζει το αδέλφι μου…
-«Ααα;;;», σκέφτηκα  σιωπηρά, ότι πρέπει να επαναλάβω τα μαθήματα της πρώτης Δημοτικού, «και πως και μεγαλοεκδότης;;;»
-«Ναι ρε..», μου λέει, «αποτοξίνωσα την περιουσία μου στην Ελλάντα και ήρθα εδώ στην Ουγκάντα στο γκομενάκι μου».
-«Και γκομενάκι;;;», ερωτάω  ζηλοφθονών αμερίστως…
-«Ναι βρε γκόμενε της δεκάρας», απαντά υπερηφανώς, «25άρα μαυρούλα Θεά, που την κυκλοφορώ στο Ουγκάντα και την ζηλεύουν όλες, ενώ αν την εμφάνιζα μαζί μου στο Ελλάντα θα ήμουν δακτυλοδεικτούμενος προαγωγός..»
-«Κάτι κατάλαβα», του λέω, «μα η αποτοξίνωση και το μεγαλοεκδοτηλήκι;;; Έκοψες τσιγάρο και ποτό και εκδίδεις μαύρες;;;»
-«Βρε Μπούφε», με επαινεί, «Πούλησα όλα τα κινητά μου και τα ακίνητα –μόνο το πουλί μου το ευκίνητο κράτησα- τα χρέη μου τα δώρισα στις τράπεζες κι ότι έμεινε τα μετέφερα εδώ κι έτσι αποτοξινώθηκα.
Θυμάσαι του Ψυρή, πριν γίνει ψυχαγωγική γειτονιά;;;»
-«Μα σίγουρα», απαντώ, «είχα μαθητέψει βοηθός αχθοφόρου εκεί»
-«Όταν έκλεισαν οι βιοτεχνίες και τα εμπορικά στου Ψυρή και οι άνεργοι τους έγιναν βάσει κομματικού δελτίου φύλακες στα αρχαία ημών ιερά, εγώ αγόρασα μισοτιμής τα αποθέματα των αποθηκών τους και τα έφερα εδώ. Αγόρασα και την μισομουχλιασμένη τυπογραφική Χαϊντελβέργκερ της παλαιάς ποτέ ΄Ακρόπολης΄ και να η εφημερίδα Kampala News…”
-«Αναλφάβητοι δεν είναι αυτοί εκεί;;;», αποτείνομαι στον κολλητό μου ντροπαλά…
-«Δίκιο έχεις φιλαράκι», συγκαταβαίνει ο τρανός, «αλλά κάθε Κυριακή μαζί με κάθε εφημερίδα δωρίζουμε κι ένα αριστερό παπούτσι, μια αγκράφα, μισό μέτρο φόδρα κλπ.  από Ελλάντα  και πουλιέται και η εφημερίδα και το στοκ της ψωροκώσταινας..»
-«Μα έχεις κέρδος έτσι;;;  Και τι γράφεις σ αυτήν;;;», ρωτάω  ο αδαής…
-«Είναι φιλελεύθερη εφημερίς, φίλε μου», αποκρίνεται ο δικός μου, «τα παιδάκια μπορούν να γράψουν εκεί, ότι τους κατεβαίνει στο τσερβέλο τους. Εγώ τους λέω μονάχα τον μήνα αυτό να κατακρίνουν τον ένα πολιτικό και να εγκωμιάζουν τον άλλο. Και τανάπαλιν.
Φυσικά η εφημερίδα δεν έχει κέρδη και η εκδοτική μου δραστηριότητα είναι αφιλοκερδής, χαρισμένη μόνο στην εξέλιξη και στη Δημοκρατία της Ουγκάντα.
Η κατασκευαστική μου εταιρεία όμως κατάφερε και έκλεισε προς όφελος της δημοπρασία για την κατασκευή του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας στα βουνά του Ruwenzori… »  J
-«Λιμάνι σε βουνό;;;», απορώ…
-«Βρε ανεπίδεκτε μαθήσεως», μου εξιστορεί ο επιτήδειος, « δεν έχεις μάθει για το  Great Rift Valley, που σε μερικές χιλιάδες χρόνια θα κόψει την ανατολική Αφρική στα δυο και θα εισέρθει η θάλασσα στο Ουγκάντα;;;  Να μην έχουν τότε οι άνθρωποι κι ένα θαλάσσιο λιμάνι εκεί;;;»

Έμεινα μ ανοικτό το στόμα από την πολυγνωσία και πολυπραγμοσύνη  του παιδικού μου φίλου, κι εκεί που επιτέλους  είχα πάρει το θάρρος να τον ρωτήσω αν ξέρει κανένα λουλουδάδικο για να με πάρει σε δουλειά, άκουσα ένα περίεργο χαχανητό και κόπηκε η επικοινωνία…

Τι να πω;;;  Αυτά τα διεθνή διαδικτυακά είναι πολύ παράξενα…


6 Μαρ 2011

Ιθαγένειες




Στην άκρη εκεί του λιμανιού
στου Κάρντιφ το μουράγιο
ταβέρνα είχε από παππού
ίσως κι από προπάππου
Στου Μελαμψούλη έγραφε
μα οι μέθυσοι που ξέραν
φτιανότανε  μ  αδήλωτα
στο Άντρο του Προδότη

Σε τι έφταιγε τώρα αυτός
που κάποιον προπαππού του
τσιράκι είχαν πειρατές
στα τραπεζώματα τους
κι όταν μέσα στη σούρα τους
κρυφά μονολογούσαν
τα έλεγε στον γαλονά
μονάχα για μια λίρα

Έτσι ιδρύθηκε λεν΄ οι παλιοί
Βασίλειο Ενωμένο
με τα δουκάτα και φλουριά
που ήτανε κλεμμένα
κι όταν τα ξανακλέψανε
εγγλέζοι  λαθροθήρες
βαφτίστηκαν ανήμερα
σαν θησαυρός του γένους

Μα του προγόνου του αμοιβή
κληρονομιά στον γόνο
του τόπου ιθαγένεια
κι ας ήτανε μαυρούλης

Το μαγαζί νάναι καλά
να τρέφουν τα παιδιά τους
και όταν στο προαύλιο
δωσίλογους τα βρίζουν
χλομιάζουν λίγο και μετά…
πανόμοια τους είναι…

3 Μαρ 2011

Ξεχασμένο φτερό





Σε άνοιξη στο Κατμαντού
μου άναψε μια πίπα
φυρή ήταν η κόμη του
και άσπρη η γενειάδα

Το Σιβαράτρι γιόρταζε
του ενός Θεού του Σίβα
του ποιητή κι εκδικητή
καθώς και σ άλλους μύθους

Όταν μαράθηκε ο καπνός
μου ερύθρωσε το στέρνο
το πλούμισε με νάρκισσους
με βιάση να χορεύω
την σκηπτουχία να υμνώ
δυο νύχτες και μια μέρα

Κι εκεί στις οπτασίες μου
σ ένα νησί ονείρων
τούτος ο άνεμος του χτες
οκνό φτερό αγγέλου
στον χρόνο εστροβίλίζε
κι έτρεχα να το πιάσω
.


1 Μαρ 2011

Πάθος, ου λόγος


 «Στο θολωμένο μου μυαλό, ο κόσμος είναι μια σταλιά, κάτι σκιές απ΄ τα παλιά και κάποιο πάθος μου τρελό... Το θολωμένο μου μυαλό, μ΄ έχει προδώσει προ πολλού, του λέω αλλού και τρέχει αλλού, με κάνει και παραμιλώ»...


Στην ουσία, είναι πάντα πάθος, και όχι λόγος που μας ωθεί να αναζητούμε άγνωστες θάλασσες και να προσεγγίζουμε τα αστέρια. Αυτό ισχύει και στην μικρή μας καθημερινότητα.

Αρκετά συχνά έχω κάνει κατά τη διάρκεια της ζωής μου πράξεις, που δεν είχα αποφασίσει, και δεν έκανα αυτές που είχα αποφασίσει.
Πήγαινα σε γυναίκα που δεν ήθελα να ξαναδώ, αυθαδίαζα στον προϊστάμενο μου με κινδυνο απόλυσης μου, κάπνιζα περισσότερο, αν και είχα αποφασίσει να το κόψω και έκοψα το τσιγάρο, όταν αποφάσισα, ότι είμαι και θα παραμείνω καπνιστής.
Δεν εννοώ ότι η σκέψη δεν έχει καμία επιρροή στις αποφάσεις και δράσεις μου.
 Αλλά η δράση
δεν πραγματοποιείται εύκολα. Κάτι άλλο μεσολαβεί... Ίσως πάθος;;;; Πόθος;;;

Γλώσσα γενικά θεωρείται: η ικανότητα χρήσης, λέξεων, σημείων ή χειρονομιών και η σύνδεση τους σε προτάσεις, ώστε να επικοινωνούμε έννοιες ή ιδέες μας, με άλλους ανθρώπους. Αυτό συμπεριλαμβάνει την ικανότητα να κατανοείς τις λέξεις που κοινοποιούν οι άλλοι δλδ.
 να τις συλλάβεις και να τις μετατρέψεις σε δικές σου έννοιες
Η γλώσσα ενώνει και ως εκ τούτου αφαιρεί εικόνες και δημιουργεί σχέσεις, ανεξάρτητα από τη στιγμή, δηλαδή, πλάθει το παρελθόν, παρόν και μέλλον.
 Εμπλουτίζει την αντίληψή μας μυριάδων τρόπων με τους οποίους οι εμπειρίες μας με τον κόσμο οργανώνονται και εν τέλει η ίδια σχηματίζει τον δικό της κόσμο. 

Πολλοί από μας άκουσαν παραμύθια στην παιδική τους ηλικία. Τι παρέμεινε όμως από αυτά;;; Ίσως μερικά αρχέτυπα σαν του “καλού-κακού” και μερικές λέξεις-κλειδιά που ερεθίζουν ακόμη την νόηση μας.
Για μένα τέτοιες είναι ο “Αρκουδογιάννης” και το “χρυσόμαλλο δέρας”. Τότε φυσικά δεν ήξερα τι σημαίνει η λέξη “δέρας” και φανταζόμουν ένα ξανθό τέρας πάνω σ ένα πελώριο δένδρο να προστατεύει τον θησαυρό στις ρίζες του.
Μέτα έμαθα πως ήταν προβιές απλωμένες σε ρυάκια για να μαζεύουν οι Καυκάσιοι χρυσόσκονη, πλιάτσικο του Ιάσονα και των συντρόφων του.

Κανείς δεν κατανοεί ένα κείμενο ή ένα πινάκα ζωγραφικής ακριβώς το ίδιο, όπως κάποιος άλλος.
Ο καθένας έχει τις δικές του “λέξεις-κλειδιά” και τα δικά του αρχέτυπα της προσωπικής του νόησης...

Κύριο χαρακτηριστικό της γραπτής έκφρασης είναι στίξη και η σύνταξη.
Τι συμβαίνει όμως στον ανθρώπινο νου, όταν από ένα κείμενο αφαιρέσεις στίξη και σύνταξη και παραμείνουν μονάχα ανάκατες λέξεις;;;
 
Αρχέτυπα και “λέξεις-κλειδιά” λειτουργούν το ίδιο....

“Μια εικόνα, χίλιες λέξεις” λένε... Χίλιες εικόνες σε μια λέξη, θα συμπλήρωνα...

 Σε μεταγενέστερα έργα του ο Χουάν Μιρό, όπως στη σειρά brûlées Toiles (καμμένοι καμβάδες) εγκαλούσε σε μια σταδιακή καταστροφή, μια διαμαρτυρία ενάντια στην εμπορευματοποίηση της τέχνης, μια έκφραση
της κλήσης του για την “δολοφονία της ζωγραφικής".

Ποιος ποια της Σεβιλλιας ποιο τελευταιο αλλο παλικαρι που διπλα στο ΠΑΘΟΣ εκφραζει σε καθημερινους λαβυρινθους μπορουν ν αναγκαστουν να στο οτι υπαρχει πορνη τζαμενιων σε τοποθεσια του ΠΑΘΟΥΣ να νιωσεις το μενει οπως στους Μεσαιωνες παλευει σε ξυραφι κορμιου πραγματι υψωνεται δυναμη σαν ταυρομαχου που δεν ξεχναει γεματος της ειρωνειας του αγαθος ουτε ενα αδεξιο οπως πιο ΠΑΘΟΣ εξαιρεσεις αιματος πλουσιο κι ο δε αγαθος φανερο οι γυναικες τα του δεν πως Στο για Μα τους τετοιο η του πολιτισμου αιμα Ο κανεις μεσα που οι σκοτεινονυμφες πνοες καιγονται εκφρασης μα να "Αληθινα παρα τις αρχικες πνοες” Να μαζι οποιον τα για στο που και μορφη αληθινη για λειτουργια να και μα Τα καλλιτεχνικα ο Θανατος πληγη κανουν να τραγουδαει ενα ασμα ζωντανων σαν παιζει τον μυστη κι ακομα βαζουν του Σταυρου σκαλωσιες αυτο η ολη η αψιδα ρυθμος χωρων μπαινοβγενει βασικα δημιουργωντας μια που αωρα να εργαστει ιδιοτελα Μα ολοκληρο δεν τους οποιος που Ο να τους αιμα ναναι μπρος ειναι χωρες τραγουδι πανω σ ενα ηφαιστειο δεν ειναι μικρη ταυρομαχιας ειναι κατραμια για γινει αυτος ολος ενας Για εναγκαλισμό ΠΑΘΟΥΣ τα καιει διδαχθηκε να γυρευει θαλασσα του λυρικες μορφες χαρακτηρα φυτα σε καλει να της με η Που Το καυτερο γυαλι γεματα δεν της εινα πισω σε ολες να πως να Το πισω Κρυμμενο οπου Οι παλες απλωμενου θανατου σα ψαριου Αγιας η γερου βγαζουν κεφαλαλγιες ΠΑΘΟΣ και που τον ξετρυπωνει οπως απλως σ επαρκεια υπνου Στο απογονοι γελιομαστε πως στο σαν την τις τους η εσυ στο αυτο ανοιγοκλεινει δικο σου ρωτημα: μορφων τα της εκφρασης μα δεσμος ξεχωρος επειδη μαζι με Το τα καναλια ριξω σε πληξη ταυρου ζωη κι οταν πει: οχι αμετακλητο ο μεχρι στεφανου αγωνας φθηνοτεροι οι αγαπημενοι σου δαφνινο βρισκεται εχανε οταν του Οι μαλλον μουσα της ολοι και σαν μαλλια του Μιχαηλ σκαλες η οπως μαχαιρια που ενωνουν χασαπηδες Στην σεντρα υπαρχει ιδιο μεν ΠΑΘΟΣ και στημενο ετσι πιο Σταυρου ΠΑΘΟΣ αυρες απο πισω μπουχτισμενος αγιων βαθια αυτο καθημερινη απραγια χωρις μουσες ουτε κουπα στο "Υιε! Υιε!Υιε!” βαθιογαλαζα χωρα του εκεινου ΠΑΘΟΥΣ ρημαγμενη κανεις

-Αν το πρασινοαμυγδαλο ΠΑΘΟΣ φροντιζει ενας μεγαλος απο το το κοσμικο γιγνεσθαι εμφανιζεται να μεσα των Μονο δυο Ο και Η που ειναι οι χωροφυλακες του ΠΑΘΟΥΣ ματια αναγνωριζουν δαιμονια σε ξυπναει ωραιοτερο παλατιου παλι με του μαχεται γλυπτα τον Χρονο Χρεος η πνοη φερει το ολο βαπτισμα Μα πιοτερο αυτο Πριν τα σκοτωσει μιας δαφνης αλογομυγα της ανασας “κορασιδων με τσατσαρες" καταματα ατενιζει στα πισω δειχνει αναιδεια που ωρα τωρα στην κοψη της σκεψης διακονιζει Δε που του καθε ακουην σας ασκει η αλλη το κανεις να Ο το κεφαλεο καταφερε το και μπρος μια μοιρολογητρα μουσα υστερα αυτο ΠΑΘΟΣ και πνοη θεολογικη αποτραβιουνται ευθυμου εργο στο διδειν απλωνεται ανεβαινει το ΠΑΘΟΣ μιμειται γεμιζει ερμηνευτη η ειναι και προσπαθει στη φλογα λιγες καρδιες να σκυψουν απο ΠΑΘΟΣ μορφες καποτε μακρια στο χωμα εξυπναδα δακρυα τεταρτο ΠΑΘΟΣ μια πνοη που παραλογη απ την ενδωθεν απατη οπου βηματα σιντριβανι επιταφιο εχουν γεμισει καθως μονη της σημασια ειναι να πει το χωρις απο ποτε οπως τον μουσαμα της αναγκης δουλευεις γλυπτικα μαυρο ΠΑΘΟΣ ξεσηκωνουν Ειναι κι οπως Εναντια γη - του δεν- κι υψωνοντας της ρωμαϊκης μου σκλαβιας Το ΠΑΘΟΣ οταν Νιωθω ειδαμε Ειμαι του ξερεις να βρουμε κι στο θαμνο αγνη ρουγα καλλιτεχνικη και που κραυγη Σαλαμανκα να ο απο αγελαδισια κοπρια ανεμος Ιωαννη του Σταυρου Θωμα Ασσιζη βρισκεται να πηδησει τα ουτε "Τα αλλα προς Δυσφανια” που κοιταζε


Ειναι τα το του μαχεσαι ζωγραφισαν αποβροχαρικη σκεψη αλλο γεμισε μαλλια κρυμμενο ξαναπλαθε κυτταρα του Ο το Η ητο μια αληθεια και αναγκαστηκε με κοπο ολες τις παγωμενες να ταραξει πληγες κυβερνιεται ξαφνικα απο σκεψεις η ανεμιζει φιακολια να κατασπαραξουν πεθαμενους μονορουφι μια εξηγηση στις ναρκες και βγαινει πεθαινει καθως καρδιες των νερων σκεψη μονη ακουγαν Μουσα της οργης μαρμαριενιο λιθαρι εριψε σε θαμπερο βιτρο θρυψαλα πλουμισαν περιοπτες οχθες ματωμενων προσμονων ποταμου


23 Ιαν 2011

Οι σοκολάτες




δεν μπορώ να πω, ότι δεν μ΄ αρέσουν.

Τα τελευταία χρόνια πήγαινα συνεχώς 1-2 φορές την βδομάδα στο περίπτερο της γειτονιάς και αγόραζα πάντα την αγαπητή μου ποικιλία.

Μα ο περιπτεράς είχε μάλλον καταλάβει την αδυναμία μου και μου έκανε «δουλειά», αγοράζοντας υπερχονδρικώς μεγάλη ποσότητα για να πετύχει καλύτερη τιμή, αυξάνοντας ούτως το λιανοπωλικό του κέρδος.

Κάπου μου βρωμούσε τελικά, κάτι μπαγιάτικο ένιωθα στην γεύση της, μα όταν ρωτούσα, ο περιπτεράς απαντούσε, ότι ήταν σίγουρα της τελευταίας σοδειάς. Όταν διαμαρτυρόμουν για την συνεχή αύξηση της τιμής της σοκολάτας μου, αυτός έφερνε το επιχείρημα της προσφοράς και ζήτησης(ποια ζήτηση δλδ. αφού εγώ μόνο την αγόραζα, απ΄ ότι νομίζω τουλάχιστον).

Πριν λίγο καιρό άνοιξε ένα απ΄ αυτά τα καινούργια μαγαζιά στην περιοχή μου (Discounter τα λένε μάλλον, γιατί τα αγγλικά μου είναι της πιάτσας) και πήγα να αγοράσω καινούργια οδοντόβουρτσα, που τις είχε προσφορά και της παλιάς μου είχαν πέσει όλες σχεδόν οι τρίχες.

Μετά την επιλογή του εργαλείου της δις ημερησίως στοματικής μου φροντίδας, πέρασα τελείως συμπτωματικά από το ράφι με τα γλυκίσματα.

Και σκέφτηκα, ότι αφού αγόρασα καινούργια οδοντόβουρτσα με πολλές τρίχες και σε χρώμα λουλακί γιατί δεν αγοράζω και μια σοκολάτα; Η αγαπητή μου ευτυχώς δεν βρισκόταν στο ράφι. Αλλά τι ποικιλίες εξαίσιες Θεέ μου! Γάλακτος, Αμυγδάλου(αγάπη μου ΙΟΝ), λευκές, σκούρες, γεμιστές, μ εξωτικές γεύσεις και μια με άρωμα μέντας. Αυτή διάλεξα. Ήταν μεν εισαγωγής αλλά στην μισή τιμή της δικής μου απ΄ το περίπτερο της γειτονιάς.

Εντάξει τώρα θα μου πείτε, σοκολάτα του εμπορίου πας και αγοράζεις;;;;  Αυτές είναι βιομηχανοποιημένες και μη αυθεντικές! Κι αυτή του περιπτερά τι ήταν δηλαδή;;;;

Έχω μεν από την γιαγιά μου μια θαυμάσια συνταγή χειροποίητης σοκολάτας, αλλά που να τρέχω τώρα στην Λατινική Αμερική να αγοράσω κακάο από τον παραγωγό, να παζαρέψω την τιμή του, να το καβουρδίσω, να το τρίψω για να βγει το βούτυρο του για τα 10-20 κιλά σοκολάτας που θα φάω ακόμη.

Και μετά βουρ στην Πίνδο να βρω φρέσκο αβουτύρευτο γάλα και να ανακατώνω μετά με τις ώρες! Άσε δε που θα μου κοστίσει κι  ο κούκος αηδόνι!

Άντε φεύγω τώρα για το μαγαζί που σας έλεγα!

Είδα τις προάλλες μια μαυρούλα με Chili, σε σχήμα λαγουδίνας και την λιμπίστηκα. Καλή μου όρεξη!


Υ.Γ. Τελικά το περίπτερο φαλίρισε λόγω ελλιπούς ζήτησης και καλά να πάθει το αγιογδύτικο!

22 Ιαν 2011

Λουστρίνια… και κρεπ σόλες…




Έχει βάλει τα παλιά του παπούτσια με τις κρεπ σόλες.
Είναι τα πρώτα του της εφηβείας και βγήκε στο σκοτάδι των αναλογισμών του των φωτισμένων μονάχα από τις αναλαμπές των φαναριών των ξύλινων στύλων της ΔΕΗ, που αναβοσβήνανε όποτε θέλανε.
Προσπαθούσε να αναπολήσει ίσως και από το υπόκρουσμα του βήματος του κάποιες ξεχασμένες, παραμελημένες, υποχθόνιες… μα  ματαίως.
Δοκίμαζε νυχτιάτικα να συνηθίσει τον θόρυβο του ξεκολλήματος της κρεπ σόλας από την θερμή ακόμη άσφαλτο. Τσιάφ… τσιάφ.. τσιάφ..  στην αρχή υποσυνείδητα και μετά συνειδητά ξεχώρισε στο λυκοθάλαμο της βραδιάς ένα θόρυβο γνωστό, μα ξεχασμένο από την συμβατικότητα της ύπαρξης του και απ’ την συνήθεια της καθημερινότητας του.
Δεν κατάλαβε αμέσως τι ήταν αλλά κάτι παλιές θύμησες του, κάποια του ξεχασμένα όνειρα, του έδιναν την ακοή και άρχισε στην αρχή αμυδρά και κατόπιν πιο έντονα να ακούει το βάδισμα, γνωστό από παλιά, ψηλοτάκουνων μαύρων λουστρινιών…
Θυμήθηκε τα πρώτα δικά του. Που τα φόρεσε έφηβος με μπλε κοστούμι, θαλασσί πουκάμισο και κίτρινη γραβάτα. Στην αριστερή τσέπη του σακακιού του είχε ένα παλιό μαντήλι και κάθε τόσο έσκυβε και τα ξεσκόνιζε από τον κονιορτό του επαρχιακού δρόμου.
Κι’ εκείνη, ο πρώτος του έρωτας, μια μελαχρινή κοντούλα, είχε φορέσει κι’ αυτή λουστρίνια ψηλοτάκουνα, ίσως και για να είναι εφάμιλλη του, λικνίζοντας τους γοφούς της.
Τον είχε ξεχάσει μετά από τόσα χρόνια τον κοινό αυτό θόρυβο των πεταλωμένων λουστρινιών του με τον ήχο της ψηλοτάκουνης   ομορφιάς της. Αλλά αυτό το συναίσθημα ήτανε ξεκάθαρο στο πνεύμα του. Αυτό το συναίσθημα της αμοιβαίας προσμονής, αναποφασιστικότητας, αυτού του πρώτου βηματισμού που δεν συμπορεύτηκε.
Και τώρα σ’ αυτή την νύχτα που πορευότανε μοναχικός και ούτε που άκουγε τα δικά του βήματα, άκουσε κοντά του αυτό τον γνωστό ήχο της προπόρευσης μιας αγαπημένης ύπαρξης. Ένα τακ.. τακ.. τακ.. σαν τον χρόνο που προπορεύεται της ύπαρξης μας και μας τον κάνει αόρατο αλλά ποθητό… Πολλές φορές τον είχε ζήσει τον ήχο αυτό.
 Ήτανε κάτι σταθερό στο αυτί του, κάτι σαν τις τρίχες που ευδοκιμούσαν εκεί και μάταια πάσχιζε να τις ξεριζώσει. Ήταν αυτός ο πρωτόηχος του παιδικού του έρωτα που ερέθιζε τις αισθήσεις του. Εκείνο το βλέμμα, εκείνη η πρώτη φωνή, εκείνο το πρώτο άλαλο ψιθύρισμα του «σε θέλω», εκείνο το κρυφό ακούμπημα τους σ’ ένα βραδινό χορό, το αμοιβαίο σφίξιμο των χεριών τους σε θερινό σινεμά, τότε που είχε αρωματισθεί με το  πρώτο του after shave και είχε λερώσει το βράδυ το σεντόνι του με υγρά του πόθου του.
Ο ήχος των τακουνιών της ήταν ακόμη κοντά του. Κι’ όσο προσπαθούσε να τον πλησιάσει τόσο περισσότερο οι κρεπ σόλες του κολλούσαν στην νυχτερινή άσφαλτο. Θα προτιμούσε να βάδιζε όπως παλιά σε χωματόδρομο ή σε καλντερίμι, όπου μεν πρέπει να λουστράρεις καθημερινά τα παπούτσια σου αλλά το βήμα σου σε δερμάτινη σόλα και με τα υποχρεωτικά πεταλάκια, προδίδουν αλλά και επιδεικνύουν  την ύπαρξη σου πίσω από εκείνο το πρόδηλο βήμα που θέλεις να ακολουθείς μέχρι να φτάσεις στην είσοδο ή την έξοδο σου.
Κόλλησε εκεί στην άσφαλτο της παρόδου του. Ο ήχος που προσπαθούσε να αφουγκραστεί χάθηκε κάπου μακριά κι’ αυτός εκεί σχεδόν αγαλματωμένος είδε στο αμυδρό φως της Σελήνης  κάτω από ένα θάμνο μια στείρα δεκάποντη λουστρινιένα γόβα…