21 Σεπ 2010

Πηλιορείτικες νύξεις




(στο βάθος λιοστάσι)









Αγριά




Μούργος βράδυ εγαύγιζε

τον ήχο των κυμάτων

κι ένα ζευγάρι Αλβανών

έφτυσε απάν΄ στο χώμα

γιατί ήτανε πολύ φτηνό

το μεροκάματο τους


Κόπιασαν οι αέρηδες
η φύση γαληνεύει
ένα φεγγάρι μισόγιομο
πάει να ξεμυτίσει
πίσω απ΄ του Πήλιου πλαγιές
Αιγαίου ληστών λημέρια

Εμάλωσε στην ξενιτιά
ερωτικό ζευγάρι
μα η νύχτα τους ημέρωσε
μ ένα τραγούδι γρύλλων
μοιρολογώντας στα νερά
των Διγενών κατάντια
γλάρου μπεκρή τρικλίζοντα
ν αναζητά φωλιά

Πριν ξημερώσει φούντωσε
η γκρίνια της γυναίκας
που κουρασμένη θήλαζε
μωρό μ αποκομμένο γάλα

Άνδρα ακαλημέριστο
σε ζήσης του αγώγι
αλύχτησε ένα σκυλί
δεμένο με λουρί



΄Αφυσσος



Μια σημαδούρα κίτρινη

χόρευε στο μουράγιο


Ήρεμα ήταν τα νερά

τρανή η προσμονή της


για καραβάκι που ήθελε

απάνω της να δέσει


Μα ούτε γλαράκι του γιαλού
μήτε καλαμαράκια
μαντάτα δεν της φέρανε
πως ήταν βυθισμένο


Πορταριά


Τσιμέντα επιβλητικά

σε ξέκληρα λιοστάσια

αμπέλια που μπαζώθηκαν

για να γενούν γιαπιά

ένας δραπέτης κόκορας

να λάλει απελπισμένα
σε δρόμο που κατέθαψε
κοτέτσια φανταχτά

Πουλήθηκαν προίκιοι αγροί
για τις σπουδές της κόρης
κόποι γενιών ατίμητοι
γι αξίες μιας στιγμής
και η καλύβα του παππού
που έκτιζε χειμώνες
ταξίδι γαμησιάτικο
ενός μοναχογιού

Ένα τζιπάκι ζήλεψε
γαιδάρου μονοπάτι
μα σκάλωσε στη διάβα του
σε ρίζα καστανιάς
ψαρόβαρκα εχλέβασε
ισχύ τρακόσιων ίππων
μα φουσκωτό της έκοψε
στη μέση την συρτή

Θεριεύουνε μπετά σκαριά
με τούβλα αμπαρωμένα
μ αλουμινέ παράθυρα
πλακόστρωτες αυλές
τρεις πλαστικές γαρδένιες
να παίζουνε τσιλίκι
τα θερινά απογεύματα
με γύψινες θέες

Λήσταρχοι κοκορεύονται
για πέτρες λαξεμένες
και πληρωμένους έρωτες
διάρκειας δυο λεπτών
για τα γοργά τους τα πλωτά
και εμπριμέ πισίνες
γεμάτες από ίδρωτα
λαθραίων μεταναστών


Αργαλαστή


Δέκα κουρούνες κούρνιασαν

σε γέρικο πλατάνι

στην φαλακρή του την κορφή

σε ξεραμένα κλώνια



Γεμάτες οι κοιλίτσες τους

από σκουπίδια πλούτου

Ένας αλήτης ξάπλωσε
στις ρίζες του πλατάνου
Γουργούραε το στομάχι του
κι αυτές τον περιπαίζαν


Χορευτό


Ερωτικά χαϊδολογούν

τα κύματα τους σκίνους

Ερωτικά μοσχοβολούν

οι ανθοί του περγαμόντου

Ερωτικά είναι στο δειλινό

τα σκέρτσα της γυναίκας



Μυλοπόταμος


Δυο δελφινάκια σμίξανε
σ ανάβαθα πελάγη
κι ένα ελάφι βάτεψε
πέντε έξι θηλυκά
σ ένα φθινόπωρο ψυχρό
μ ολόγιομο φεγγάρι
Κι εσύ ρωτάς πως πάντρεψα
τα τρία μου παιδιά

Ζεστός ήταν ο αφρός
και τα δελφίνια παίζαν
Χορτάσανε με λούλουδα
του θέρους οι ελαφίνες
Κι εγώ σε μπόρες εαρινές
ή λίβες φθινόπωρου
το ταίρι μου έψαχνα να βρω
για μια απανεμιά


Μηλίνα


Ένας αφρός στο πέλαγο

εφάνταζε σαν άτι

σαν μια ανέμελη κραυγή

που κάλπαζε

για ερωτικές βουτιές



Μα στο μικρό μπαλκόνι μου

μυροβολούσε αγάπη
από τις καταπράσινες
ανθούσες λεμονιές





Πλατανιά


Μια καβουρίνα κιότεψε
να πάει ταξιδάκι
Κι ένα γλαράκι θάρρεψε
να την ερωτευτεί
Μα εκείνη αμέσως πονηρά
του έκλεισε το μάτι
και πήγε να ανταμωθεί
με σπάρο στα βαθιά


Γκατζέα


Η λεμονιά κουράστηκε
να ζει στο ίδιο μέρος
και φώναξε ένα κόρακα
να παραπονεθεί
Μ αυτός αμέ της έκλεψε
ένα μεστό λεμόνι
και έχεσε τους σπόρους του
σε διπλανή ακτή


΄Αη Γιάννης


Πανήσυχος ήταν ο γιαλός
μειλίχιο το χαλίκι
λιτός ήταν κι ο έρωτας
που νιώθαν για τον άλλο

Μισό φεγγάρι κίτρινο
κρατούσε φαναράκι
χάιδευε ράχες των χεριών
μ αυτοί σε παραζάλη
δεν βλέπαν, δεν ακούανε
μόνο στιγμές γευόταν

Μα όταν τα χείλη σιγανά
το σ αγαπώ φωνάξαν
αχοί των καταδιωκτικών
κάλυψαν την λαλιά τους


Μακρυνίτσα


Οργίστηκε ο Ερίγδουπος
από γαζέλας νάζια
που σε πλαγιές του Πήλιου
καιρό την λιμπιζόταν

Σκυθρώπιασε ο Μύτικας
μ αντάρα εκουκουλώθει
κ αρχίνισε ο παλιός θεός
να βρίζει να βροντάει
Τότε η κεφαλογέννητη θεά
ορθή εστάθει αντίκρυ
αγρίως τον κατσάδιασε
να μην παραλογάει
από τα σκέρτσα καλλονών
που θεν να τον τσιτώσουν

Αραίωσε το νέκταρ του
με δροσερό νεράκι
χαλίνωσε τους κεραυνούς
και βγήκε πάλι ήλιος

Μικρή γαζέλα μειδίασε
με το κατόρθωμα της
κι από το ντέρτι του ο θεός
έκλαψε μια βροχούλα


Μύλος


Γλάρος λευκός φτερούγιζε
σε κόλπου κυματάκια
Μακρύ ταξίδι έκανε
να βρει κάνα ψαράκι
μη λιγοστέψει η πείνα του
να τρέψει γλαροπούλια

Τον γόνο των αφρόψαρων
τον ψάρεψαν με δίχτυ
και τον προσφέρουν σε ουζερί
σε πλουσίους τουρίστες


Ζαγορά


Ξαλάφρωσαν τρεις καστανιές
απ τον καρπό του θέρους
κιτρινωπά ακανθόμηλα
γέμισαν τις ποδιές τους
την διπλανή την ρεματιά
κρύφτηκαν μες στις φτέρες

Μα που ΄ναι τα αγριογούρουνα
να πάνε να τα φάνε
που ΄ναι τα χέρια τα φτηνά
να παν΄ να τα μαζέψουν…

Και καστανόχωμα σε λαϊκές
εισαγωγής πουλάνε


Λεφόκαστρο


Σε λόφο του Λεφόκαστρου

που σκάει πρωί ο ήλιος

μικρός βωμός τ΄ Απόλλωνα

εγίνηκε ξωκλήσι

κάποιου Εβραίου ζηλευτή

που βάφτισαν προφήτη


Κέδρινο τέμπλο φτιάξανε
και δρύινα στασίδια
Λιθάρια ολύμπια στην αυλή
οι πάγκοι που αγναντεύεις


Καλά Νερά


Σε αμμουδιά Καλών Νερών

μάζεψε δυο κογχύλια


Ένα μικρό κατάλευκο

αγνό σαν κοπελούδα

στο μαξιλάρι το ΄βαλε

να τον αποσπερίζει


Ένα μεγάλο φανταχτό
με φιλντισένια όψη
ψηλάφιζε τα δειλινά
σε φεγγαρίσιες σκιάδες


Χόρτο


Είναι σκληρός κι ευέσχιστος

σαν πηλιορείτης λίθος

μα όταν τα βέλη του έρωτα

βογκίζουν στην ψυχή του

με θραύσματα πλακαδερά

κτίζει θεώρεια στέγη

να προστατεύσει το κορμί
από βροχές και χιόνια



Νεοχώρι



Ξεσπάθωσαν οι κεραυνοί

μέρεψαν οι βροντές τους

κι ένα φεγγάρι κόκκινο

λόφο κοντό φωτίζει

γιόματο από λιοστάσια

μ ελιές ν αγκομαχούνε

από τον πλούτο της σοδειάς
του ερχόμενου χειμώνα

Κι εμένα το κορίτσι μου
πολλά με καρτεράει
Την ξενιτιά ν απαρνηθώ
το τζάκι της ν ανάψω



Μούρεσι



Ένα καράβι σύννεφο

έπλεε προς το Πήλιο

Στ αμπάρι είχε αστραπές

και βρόντους του Ολύμπου



Φθινόπωρο ερωτεύτηκε

την θάλασσα την πλάνα
Εφίλησε τον κόρφο της
και έσμιξε μαζί της

Στον γάμο τους χορέψανε
περβόλια κ ελαιώνες
μεθύσανε οι ρίζες τους
με τον ιδρό του πόθου


Κάτω Λεχώνια


Δυο σκυλάκια τρέχανε

μπροστά από μια κυρία


Γαυγίζανε, δαγκωνόντουσαν

κατούραγαν στα δένδρα

χαιρότανε την λευτεριά

τριών τεσσάρων μέτρων
Αυτή που τους επέτρεπε
το μήκος του λουριού τους


Πλατανίδια


Δεν ξέρω, αν ήτανε Σκορπιός

Δίδυμος ή Παρθένος

Εγώ ένα χέρι εθώπευσα

που βρέθηκε κοντά μου





Φύκια το μαξιλάρι μας

με άμμο σεντονάκι
Στο τζάκι, πέτρες της ακτής,
κουπιά σπασμένα καίγαν

Δεν άκουα τι μου έλεγε
δεν νόησε τι είπα
Κορμιά ιδρωμένα σιωπηλά
ψυχόστρατες ανιχνεύαν


Τρίκερι


Πολλά αστέρια στα υψηλά

κι εμείς ξάπλα στην άμμο

Μα ένα άστρο οκνηρό

βαρέθηκε να λάμπει

κείνο το Σαββατόβραδο

που γλυφα τα βυζιά σου

Δευτέρα βράδυ σελάγισε
μα εσύ είχες πετάξει…


Πινακάτες


Δροσοσταλίδα μάγεψε

ανατολίτης ήλιος

πάνω σε ελαιόφυλλο

που έσειε αεράκι



Λαμπύριζε χρυσόξανθα

στα κόκκινα ντυνόταν

μετάλλαζε πρασινωπά
χορεύοντας, γελώντας

Εκείνος εκορδώθηκε
θερμό φιλί της στέλνει
την ζάλισε, την αντράλισε
την έριξε στο χώμα

19 Σεπ 2010

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ



Ευτυχώς τέλειωσε η εκκλησία χωρίς να καταλάβω πως πέρασαν δυο ώρες.
Στεκόμουν πάντα κάτω από το αριστερό ψαλτήρι και έβλεπα απέναντι μου μια τοιχογραφία κάποιου Προφήτη με μακρύ ράβδο περιστοιχισμένο από αγγέλους. Ένα ξανθό αγγελουδάκι στη δεξιά κάτω γωνία έμοιαζε με τη Λίλια, την ανιψιά της γειτόνισσας μας, που κάθε Πάσχα και καλοκαίρι την επισκεπτόταν. Μ άρεσε πολύ να παίζω με την Λίλια. Όταν παίζαμε κρυφτό την έπαιρνα μαζί μου και της έδειχνα τις καλύτερες κρυψώνες της γειτονιάς.



Στο δρόμο για το σπίτι βιαζόμουν, αλλά η μάνα μου μιλούσε με την κουμπάρα της και προχωρούσε με την ησυχία της. Ήθελα επιτέλους να βγάλω αυτό το κυριακάτικο μπεζ ανοιχτό κοστουμάκι, που το είχε ράψει η κουμπάρα από μια παλιά καλοκαιρινή στολή Εγγλέζου αξιωματικού, ο οποίος έμενε στο σπίτι της και το ξέχασε σε βιαστική του αναχώρηση.
Ήθελα να βάλω το κοντό μου καθημερινό λινό παντελονάκι με το κίτρινο κοντομάνικο πουκάμισο και να πάω να παίξω μπίλιες με τους φίλους μου στο σταυροδρόμι της γειτονιάς μέχρι την ώρα του μεσημεριανού φαγητού. Πρώτα όμως θα πήγαινα στο περίπτερο για να αγοράσω με το βδομαδιάτικο χαρτζιλίκι ακόμη δυο γυάλινες μπίλιες. Μια κατακόκκινη για τις Κυριακές και μια κίτρινη για τις καθημερινές.

Φτάνοντας στο σταυροδρόμι μας, στην ουσία δεν ήταν σταυροδρόμι αλλά σμίξη πέντε διαφορετικών χωμάτινων δρόμων, παραξενεύτηκα, που είδα μαζεμένο σιωπηλό πλήθος. Ήταν η δεύτερη Κυριακή μετά το Πάσχα και κανονικά οι νοικοκυράδες έπρεπε να βιάζονται να ετοιμάσουν στο σπίτι το κυριακάτικο φαγητό και οι άντρες, εφόσον το επέτρεπαν φυσικά τα οικονομικά τους, να πάνε στο καφενείο για τσιπουράκι.
Κι όμως στο σταυροδρόμι μαζευόταν όλο και περισσότερο κόσμος, αφήνοντας στη μέση της σύγκλισης των δρόμων, που οδηγούσαν από τους στρατώνες στη μεραρχία, ένα πλατύ διάδρομο.


Μέσα σ αυτή τη μουγκαμάρα άρχισαν να ακούγονται στην αρχή αμυδρά και μετά καθαρότερα βηματισμός από στρατιωτικές αρβύλες και βροντερές διαταγές αξιωματικών.
Απ τον συνοικισμό φάνηκε μια διμοιρία μαυροσκούφηδων με τις καλές τους θερινές στολές, φρεσκογυαλισμένα άρβυλα και με τα ντουφέκια τους στον ώμο. Καθώς πλησιάζαν στο σταυροδρόμι είδα, ότι ήταν δυο διμοιρίες και στη μέση τους είχαν δυο μάλλον τριαντάρηδες φτωχοντυμένους πολίτες με κουρασμένα αλλά περήφανα πρόσωπα και πισθάγκωνα δεμένα χέρια.

¨Σας σταυρώνουν και εσάς παλικάρια μου!¨ φώναξε και άρχισε να σιγοκλαίει μια γριά γειτόνισσα και δεν ήταν η μόνη, που είχε δάκρυα στα μάτια και ένα πνιγμένο κλάμα στο λαιμό.

Τότε ήταν, που ο ανθυπολοχαγός ρίχνοντας ένα θανατηφόρο βλέμμα στο πλήθος διέταξε με στριγκιά φωνή:
¨Διμοιρίες τραγουδήστε! - Περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός….¨ κι αμέσως τον ακολούθησαν με βραχνές φωνές οι φαντάροι βηματίζοντας πιο βροντερά με τις αρβύλες τους στο έδαφος.

Μετά την απομάκρυνση των στρατιωτών δεν διαλύθηκε ο κόσμος, αλλά περίμενε σε μικρές παρέες στο σταυροδρόμι σιγομιλώντας η απλά σιωπώντας. Μετά από κάπου ένα τέταρτο της ώρας, όσο περίπου διαρκεί και η διαδρομή από τη γειτονιά μας μέχρι το νταμάρι της μεραρχίας, ακούστηκαν δυο μπαταριές ντουφεκιών και αμέσως μετά δυο μοναχικοί πυροβολισμοί πιστολιού.

Στο πέτρινο πρόχειρο παγκάκι κάτω από τις ακακίες, που μόλις είχαν αρχίσει να μπουμπουκιάζουν τα τσαμπιά τους, η κυρά Στέλλα του Βαρελά άρχισε χασιώτικο μοιρολόι:


¨Μάνα κι γιός εκάθουνταν σ'ένα προυσκιφαλάκι
Μάνα κρατούσι του κιρί κ'ι γιός-της ξιψυχούσι.
-Σβήσι, μάνα- μου ,τα κιριά κι κράξ'τι τους παπάδις
-Τη νύφη απού πήραμι σια πού θα την αφήσεις ;
-Δεν κλαίς μάνα-μ', τα νιάτα-μου, δεν κλαις τη λιβιντιά-μου,
μον'κλαίς μάνα-μ' τη νύφη σου κι αυτή τη μαναχιά-σου ;
Η νύφη-σου θα παντριφτεί κι άλλουν άντρα θα πάρει,
Μα ιγώ μάνα-μ', δε φαίνουμι σι άλλου κόσμου θα πάνου.¨



22 Αυγ 2010

Κόκκος άμμου



Σπυρί λαμπρό μοναδικό
από ολύμπιο βράχο
σιγά το ξέπλυναν βροχές
αέρηδες το πήραν

Σ ακρογιαλιά το εσύραν
σ ήπια ακτή Πηλίου
να λιάζεται, να φέγγεται,
πάρα πολλά να λάμπει…

Ένα γλαράκι φετινό
κάθισε να χωνέψει
πάνω στην πράα αμμουδιά
που σπόρος αντιλαμπούσε…

Δεν πρόσεξε το άμοιρο
επάτησε τον κόκκο
χάθηκε το λαμπύρισμα
κι ο ήλιος δεν τον είδε…


14 Αυγ 2010

Γράμμα αρραβωνιάρας



Από το γράμμα μιας αρραβωνιάρας του 1ου παγκόσμιου πόλεμου, που βρέθηκε καταχωνιασμένο σε σχισμή αριστερού μεσαίου συρταριού σερβάντας από πλειστηριασμό ακατοίκητης έπαυλης:




“Αγαπημένε μου,



ελπίζω να μην βαριέσαι τόσους μήνες εκεί στα χαρακώματα με τους υφισταμένους σου.

Εγώ εδώ από το μπαλκόνι του σπιτιού μου βλέπω τα πρωινά τον χαλκόξανθο ήλιο προσδοκώντας να ασπασθεί τα κυματάκια, που γλύφουν ερωτικά την ξερή άμμο.
Αααχχχ!!! Πως θα ήθελα να ήσουν το κύμα μου!!!

Την περασμένη βδομάδα πήγα εθελοντικά να βοηθήσω στο στρατιωτικό νοσοκομείο. Συνοδεία της προϊσταμένης και του αρχιάτρου προσπάθησα ν αλλάξω τον επίδεσμο ενός αρκετά όμορφου υπολοχαγού. Μόλις είδα την πληγή του λιποθύμησα...
Ευτυχώς ήταν ο αρχίατρος πίσω μου και πρόλαβε την πτώση μου, αλλιώς θα είχα σκοτωθεί...
Από τότε κάνω μια μέρα την εβδομάδα εργασίες γραφείου υπό την εποπτεία του.
Κάτι προσφέρω κι εγώ στον κοινό αγώνα κι αισθάνομαι κάπως δίπλα σου...

Το Σάββατο ήρθε στη έπαυλή μας ένας συνταγματάρχης μ ένα έγγραφο κατάσχεσης της για στρατιωτική χρήση.
Ήθελαν να την κάνουν θεραπευτήριο τραυματισμένων.
Εγώ ενθουσιάστηκα, γιατί δεν θα χρειαζόμουν το πήγαινε-έλα στην πόλη για να προσφέρω...
Η μητέρα μου μετά από επικοινωνία με τον ταξίαρχο κουμπάρο της αποφάνθηκε, ότι λόγω της υγρασίας και άλμης της ατμοσφαίρας δεν ενδείκνυται η παραθαλάσσια κατοικία μας για τον σκοπό αυτό και ο συνταγματάρχης, αν και γοητευτικός,, έφυγε άπρακτος.
Με απογοήτευσε λιγάκι η άρνηση προσφοράς της μητέρας μου...

Υπάρχουν αρκετές ελλείψεις στην αγορά.
Προχτές, στα γενέθλια της οικιακής μας βοηθού ήθελα να φτιάξουν μια τούρτα προς τιμή της, αλλά η μαγείρισσα μας δεν βρήκε αυγά και ζαχαρωτά κερασάκια στην αγορά. Ευτυχώς μ εξυπηρέτησε ο ευγενικός αρχίατρος από την αποθήκη του νοσοκομείου. Ήταν όμως βροχερός ο καιρός και την φάγαμε μαζί μ όλο το προσωπικό στο καθιστικό και όχι στο περίπτερο του κήπου...

Χτες το βράδυ στην δεξίωση της λέσχης αξιωματικών γνώρισα έναν αεροπόρο και χορέψαμε 5-6 βαλς μαζί.
Μου διηγήθηκε τσαλίμια που κάνει στον εχθρό με το αεροπλάνο του. Γέλασα πολύ!
Ελπίζω κι εσύ να τους δείχνεις με το πιστόλι σου την ανωτερότητα μας.

Με τον αεροπόρο του σμήνους προστασίας μας βγήκα το πρωί και το απόγευμα βόλτα στην προκυμαία. Σου το γράφω, για να μην το προλάβουν καλοθελητές και ζηλέψεις.

Αν δεν ανδραγαθήσεις στο πεζικό και δεν γίνεις στρατηγός ή τουλάχιστον ταξίαρχος, ίσως αναλογιστείς να γίνεις πιλότος αεροπλάνου... Καλύτερα δεν θα ΄νε να τα βλέπεις όλα από πάνω;;;

Σε περιμένω σύντομα νικητή κοντά μου…. “


13 Αυγ 2010

Φιλήδονα

Προκαταρκτικά

Άνοιξε τα σκέλη σου
με κρυφή αποστροφή
το νόστο να μη νοιώσω
κοινού μεγάλου πόθου

κι όταν σφοδρά σε πάρω
από παράλογο έρωτα
δυνάστευσε με σεμνή ηδονή
το τελικό αναστέναγμα

Σεντόνια


Λευκό σεντόνι κάλυπτε







τον λόφο του γλουτού της
το ίδιο που εσκέπαζε
σκληρό θερμό αιδοίο
γεμάτο ακόμα από παλμό
και δύναμη του πόθου

Ώμος το προσκεφάλι της
μασχάλη στα βλέφαρα του
Παλάμες που χαϊδεύανε
κοιλιά και στήθος άλλου

Υγρό, καυτό το δώμα της διεκδικούσε πάθος
μια ορμή διακαή και στύση στο κεφάλι
Δεν ήταν μόνο υποταγή στης φύσης των τη ζέση
ήταν και αναζήτηση στου Είναι τους το βάθος

Ήξεραν και δεν ήξεραν, γύρευαν κι απορούσαν



΄Ήλιος λαμπρός εωθινός
σε μενεξένιο φόντο
μ αγνά του Έρωτα φτερά
ιδρώτες τους στεγνώνει


Ηδονή μου




Σε μιάς νυχτιάς μας ηδονή







γυμνός στο πλάι γέρνω
μεστός ορμής του πόθου μου
με ίδρωτα λουσμένος

Δεν θέλω να ρωτάω σε
κι εσύ μην με ρωτάς με

Μιλάνε στρώματα υγρά
κορμιών οσμή λαλάει
και δυο ψυχών ονείρατα
αντάμα κελαηδάνε









Χείλη

Χείλη απρόσιτα μα γευστικά,
της γης ζωμός και αγριάδα,
με παίρνουν με τραβάνε μακριά
κοντά σε πρωινού μικρή λιακάδα

Τα χείλη σου… τα χείλη σου τα γιορτινά,
ας με βακχεύσουν μοναχά αυτό το βράδυ,
κι αν δεν χορτάσω το μεθύσι ως το πρωί,
εκούσιος πότης των θάμαι παντοτινά! 

3 Αυγ 2010

Ο κόλπος της στρίγκλας



 -BAHIA DE GRACIA-


Ήταν σ ένα χαριτωμένο αιγιαλίτικο χωριουδάκι, στην άκρη μιας απ αυτές τις κοτρόνες του Αιγαίου, που ξέχασε μεθυσμένος απ την έκσταση της δημιουργίας κάποιος θεούλης γυρνώντας στον παράδεισο του.

Μόνος μου δεν θα πήγαινα ποτέ εκεί, γιατί και καλοί χάρτες δεν το ανέφεραν, αλλά με κάλεσε ένας παλιός φίλος που τύγχανε εκεί κοινοτάρχης, κι άκουσε από κοινούς γνωστούς για την τότε περίοδο της μοναχικότητας μου.
Έτυχε σ ένα βραδινό της θερμότερης βδομάδας του θέρους προσμένοντας μια δροσερή αύρα ξαπλωμένοι δίπλα στην θάλασσα, να προτείνει να πάμε να δροσιστούμε στον κόλπο του Μπάλλε και να γευτούμε την καλύτερη παέλια της Μεσογείου.

Ξεμακρύναμε 4-5 χλμ. από το χωριουδάκι σ ένα αγροτικό δρόμο και παρκάραμε μισανάσκελα στο χαντάκι δίπλα του. Καμιά πινακίδα, κανένα φως, ουδεμία μουσική... Διαβαίνοντας μια σκουριασμένη καγκελόπορτα κατηφορίσαμε γύρω στα τρακοσαριά μέτρα διάμεσα σ ένα θεϊκό περβόλι, με ελιές, λεμονιές, πορτοκαλιές, μουσμουλιές και μια φοινικιά με μοναδικό φωτισμό τ αστέρια, προσανατολισμό την ανταύγεια τους στην θάλασσα και φτάσαμε στην σπιτοταβέρνα του Μπάλλε.
Κάτω απ την κληματαριά της αυλής 6 τραπεζάκια φωτισμένα φωτοβολταϊκά με ασθενείς λαμπτήρες.

-”Πριν μερικά χρόνια είχε μονάχα ένα λαμπτήρα λουξ στο κέντρο και κεράκια στα τραπέζια”, ψιθύρισε ο πρόεδρος. “Προσφέρει για φαγητό μονάχα παέλια μίστα, ψαρεύει, έχει κοτέτσι και 5 χοιρίδια, με εποχική σαλάτα του κήπου του κι από ποτό κρασάκι δικό του και νεράκι απ το πηγάδι του.”

Καθίσαμε στο μοναδικό άδειο τραπεζάκι δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας, όπου ίδρωνε ανακατεύοντας τηγάνια ένας σαραντάρης, κι αμέσως ένας νεαρός μας έφερε νερό.
Δίπλα στην πόρτα της εισόδου κάθονταν χαμογελαστή μια σαραντάρα με διερευνητικά μαύρα μάτια.

-”Και γιατί τον λέτε “κόλπο του Μπάλλε”, ρώτησα.
-Πρι픨και σταθμίζοντας τον νεαρό που μάζευε απόπιατα “10-11 χρόνια”, συνέχισε, “τον λέγαμε κόλπο της Στρίγκλας. Απ όταν ξεβράστηκε ο Μπάλλε, άλλαξε η ονομασία του στην καθημερινότητα μας”....

Ήρθε ο 11ετης νεαρός με μια πιατέλα ξεροψημένης μπομπότας και μια γαβάθα σαλάτα και ρώτησε
-”Μαύρο ή λευκό”;
-”Λευκό”, απάντησε ο πρόεδρος και τον ξινοκοίταξε ο νεαρός.
-”Μαύρο”, είπα εγώ και χαμογέλασε εκείνος.

Μασουλώντας μπομπότα με ένα κομματάκι κατακόκκινης τομάτας δεν ρώτησα τίποτε, μόνο καρδιοκοίταξα στα μάτια τον φίλο μου αναμένοντας.
Άλλο που δεν ήθελε αυτός;...

-”Πριν 20-25 χρόνια”, άρχισε, ¨αυτός ο κόλπος ήταν προσβάσιμος σε όλους. Είχε τις ελιές και τις συκιές του για ίσκιο, καθαρή, ήρεμη, άβαθη και νήνεμη θάλασσα, ξανθή άμμο κι ένα πηγάδι με πόσιμο καθαρό νερό στην άκρη δίπλα στον ξεροπόταμο. Την Κυριακή του Θωμά έρχονταν συνήθως οι οικογένειες του χωριού για να γιορτάσουν το τέλος των διακοπών των σχολείων, που περισσότερο τους γονείς πάρα τα παιδιά βασάνιζαν. Τα καλοκαίρια γεμάτες οι σκιές των ελιών από σακιδοτουρίστες.
Εγώ ήμουν τότε γραμματέας της κοινότητας. Μια μέρα μου διαμήνυσαν, ότι η πρόσβαση προς το κόλπο της Χάριτος, έτσι τον λέγαμε τότε, φράχτηκε με αγκαθωτό συρματόπλεγμα και σιδερένια πόρτα. Πίσω της αλυχτούσαν δυο μεγάλα αγριόσκυλα.
Την ίδια μέρα είχε φτάσει στην κοινότητα μια επιστολή του μεγαλοδικηγόρου της Χώρας συνοδευόμενη με χωροταξικά σχέδια, κτηματολογικές βεβαιώσεις και ιδιοκτησιακά συμβόλαια, που αποδείκνυαν, ότι ο κόλπος της Χάριτος ήταν ιδιοκτησία της κυρίας Χ.
και η πρόσβαση του εύκαιρη από ένα χαροβαλμένο μονοπάτι στον διπλανό λόφο. Λίγοι που προσπάθησαν τα επόμενα χρόνια να κατεβούν στην ακτή, αντιμετωπίστηκαν με χοντρά βόλια από το δίκαννο της κυρίας Χ. Κυνηγούσε και δεν πρόσεξε, ήταν η δικαιολογία του δικηγόρου της στα δικαστήρια. Ακόμη και ο ταχυδρόμος, ο χωροφύλακας κι ο δικαστικός κλητήρας πετούσαν τα έγγραφα τους πάνω από την πόρτα στο στόμα των σκύλων, και δρόμο...
Από κόλπο της Χάριτος μετονομάστηκε σταδιακά στη ομιλία μας σε κόλπο της Στρίγκλας, ο πανέμορφος μεν απρόσιτος δε πλέον κολπίσκος. Μονάχα οι μπαμπάδες υπόχρεοι της εκδρομής της Κυριακής του Θωμά, το χάρηκαν...”

Σταμάτησε λιγάκι, ήπιε μια γουλιά από το λευκό του, έφαγε μια πιρουνιά παέλια, που εγώ εν τω μεταξύ είχα καταβροχθίσει την μισή, με κοίταξε στα μάτια για ερωτήσεις μου κι αφού δεν είδε, απόρησε...

-”Μα γιατί δεν ρωτάς γιατί τον λέμε τώρα κολπίσκο του Μπάλλε”, με πρόγκιξε.
-“Για να μην διακόψω την ροή της ιστορίας”, απάντησα.
Με κατανόησε και συνέχισε:

-”Μια μέρα πριν δώδεκα χρόνια αρχές Απρίλη, πέρασε από κοντά ο βοσκός του χωριού με τα κατσικοπρόβατα μας, είδε την καγκελόπορτα ανοιχτή, τα σκυλιά δεμένα και στο βάθος απ την μεριά της ψαροπαράγκας άκουσε μια γυναικεία φωνή να τραγουδάει. Έκανε τον σταυρό του και το βράδυ μου τα ανέφερε.
Την άλλη μέρα πήγα να τα επιβεβαιώσω. Και πράγματι!!! Η καγκελόπορτα ήταν ανοιχτή και τα σκυλιά δεμένα. Έφτασα στο σπιτάκι και είδα στο περβάζι της εξώπορτας μια ξερακιανή γυναίκα μ έναν σωματερό μισόξανθο άνδρα να κάθονται δίπλα. Κρατούσαν σφιχτά τα χέρια τους κι αν θυμάμαι καλά, την κοιλιά της γυναίκας την είδα λιγάκι φουσκωμένη. Τους ρώτησα αν είναι καλά, χαμογέλασε η γυναίκα και “Μπάλλε, Μπάλλε”... απάντησε ο άνδρας. Σαν δημόσιος ανήρ ζήτησα τα χαρτιά του άνδρα και μου έδωσε ένα αψεγάδιαστο ισπανικό διαβατήριο. Εθπανιόλ, ρώτησα.... Καταλούν... απάντησε με μια επιθετική βεβαιότητα...

Μέτα από εφτά μήνες μας είπε η μαμή, πως η στρίγκλα τον βρήκε λιπόθυμο ναυαγό στην ακτή της. Μόλις ετοιμάζονταν να τον ξαναπετάξει στην θάλασσα, άνοιξε αυτός τα μάτια του και την μάγεψε το μελί τους χρώμα.

Από τότε κάνανε μαζί την ακτή της Χάριτος παράδεισο. Ακόμη και την Κυριακή του Θωμά γιομίζει πάλι.”

Σταμάτησε κι άρχισε να τρώει κρύα πλέον την παέλια του.

-”Και τι θα πει Μπάλλε στα ισπανικά ;;;”, ρώτησα...
-”Εντάξει, στα Καταλούν...” απάντησε...
-”Φανταστική η παέλια!!!”, είπα...
-”Όχι, κρύα!”, μουρμούρισε...

Ανηφορίζοντας ανάμεσα στις λεμονοπορτοκαλιές άκουσα την ξερακιανή να τραγουδάει σε μια αρχαΐζουσα γλώσσα...

-”Αγνωσται αι βουλαί των Εσπερίδων”, σκέφτηκα...

Μάνδαλα στην άμμο


Η επιστροφή μας προς το χωριό, διάφωτη από μεστό φεγγάρι στον με ψηφιδωτά βότσαλα αστεριών πλουμισμένο ουρανό, ήταν σιωπηλή και μάλλον λογιασμένη.

-”Ήταν όλα αυτά τα χρόνια πάντα έτσι αγαπημένοι και καλότυχοι, όπως φαίνονται;;;”, ρώτησα σε μια στροφή...
-”Μάλλον παρά ήττον”, απάντησε. “Εγώ έζησα μια φάση τους, όταν πήγα πριν πέντε χρόνια περίπου σχετικά με μια υπόθεση τους για την είσοδο στο νηπιαγωγείο του μικρού. Ληξιαρχικά ήταν εντάξει, η κυρία είχε δηλώσει τον μικρό τους σαν υιό της άγαμη και σαν πάτερα του τον Μπάλλε, που το αποδέχτηκε. Νομικά δεν υπήρχε πρόβλημα μα ούτε και ο παπάς της ενορίας μας είχε όρεξη να ασχοληθεί.
Πήγα λοιπόν ένα πρωινό για μια υπογραφή, και είδα την καρέκλα της κυρίας δίπλα στην είσοδο αδειανή. Ο μικρός στην αυλή μ ένα βλέμμα κενό έπαιζε με κάτι κογχύλια. Τον ρώτησα που είναι οι γονείς του και μου έδειξε αδιάφορα με τα μάτια του την ακτή από την οποία ακούγονταν σφυριές πάνω σε πέτρα.
Κατέβηκα και είδα τον Μπάλλε να σπάζει σε μια άκρη της με μια σφύρα πάνω σ ένα βραχάκι μονόχρωμα κογχύλια και βότσαλα με βλοσυρό ύφος. Τον χαιρέτισα, αλλά δεν πήρα απάντηση. Κατάλαβα, ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για συνομιλία και επίλυση διαδικαστικών προβλημάτων και απομακρύνθηκα. Φεύγοντας άκουσα πίσω από το σπίτι ένα υπόκωφο ολολυγμό..”

Σταμάτησε απότομα μ ένα σθεναρό φρενάρισμα πλάι σ ένα κοσμικό ταβερνάκι στην παραλία του χωριού.

-”Αφυδατώθηκα με την κάψα”, είπε. “Πάμε να πιούμε μια μπυρίτσα...”

Τον υποδέχτηκαν προσηκόντως, αλλά προτίμησε ένα απόμερο τραπεζάκι. Η μπύρα ήταν αρκετά κρύα και ημέρεψε ίσως λιγάκι τις διακυμάνσεις του λογισμού μα περισσότερο του ελέους μας...
-“Ζαβαρακατρανέμια ίλεως ίλεως λάμα λάμα νάμα νάμα νέμια... δροσερόν καταβαίνει χαράς, ελέου φύσημα”, σιγοτραγούδησε...

Στα ίδια ψυχικά επίπεδα περί-, παρά- ή απλά πλανιόμασταν σχεδόν...
Κι εκεί που ανοδεύαμε ανθρώπινα κάνα τεταρτάκι αμίλητοι, σταματώντας απότομα μια γουλιά μπύρας και ξεροβήχοντας με ρώτησε:

-”Ξέρεις τι είναι τα μάνδαλα;;;”
-”Κλειδαριές;;;”, αντερώτησα..
-”Μάλλον αντικλείδι, πασπαρτού του πνεύματος”, αποκρίθηκε και συνέχισε:
“Κι εγώ δεν ήξερα, μα μου το εξήγησε ο Μπάλλε κάποτε αργότερα. Είναι μια τρισδιάστατη βουδιστική έκφραση της ψυχικής κατάστασης ενός ατόμου. Σχηματίζεται δονώντας ένα καλαμάκι με χρωματιστή άμμο σε τετράγωνα και κύκλους μ ενδιάμεσα σχέδια, όπως θέλει να εκφραστεί ο πλάστης των. Γίνεται και συλλογικά, με κόπο συχνά βδομάδων. Όταν τελειώσει, το διαλέγονται σιωπηρά αφ υψηλού οι δημιουργοί του και κατόπιν μαζεύοντας με πινέλο σ ένα σακουλάκι όλη την έγχρωμη ψάμμο την πετάνε σε τρεχούμενο νερό.”

Σταμάτησε, ήπιε μια γουλιά και με κοίταξε ντογρού στα μάτια, όπου δεν είδε απορίες...

-”Ξαναπήγα μετά μια βδομάδα”, συνέχισε δροσισμένος, ”για την υπογραφή που χρειάζονταν και ο μικρός, κουρνιασμένος κάτω από την σχεδόν ανθίζουσα κληματαριά, μου έδειξε ξεκάθαρα με κίνηση της κεφαλής του την αμμουδιά.
Τους βρήκα και τους δυο αμίλητους μπροστά στα μάνδαλα τους.
Ο Μπάλλε είχε φτιάξει ένα τετράγωνο μ ενδιάμεσα πολύχρωμα πρασινόσκουρα πουλάκια, λουλούδια, ζωάκια, κύματα και στο κέντρο ένα θαλασσί κύκλο μια καρδιά...
Η πρώην στρίγγλα έναν κύκλο με ημίλευκα ψάρια, ανεμώνες, γαρδένιες , ζάρια και στην μέση ένα τετράγωνο με αιολικούς κίονες.

Είχε σηκωθεί αεράκι, η θάλασσα έγλυφε τα μάνδαλα τους και δεν ήταν κανένας απ τους δυο προσπελάσιμος.
Το βράδυ σηκώθηκε θύελλα και την επόμενη μέρα πήγα και πήρα την υπογραφή. Η γυναίκα στην καρέκλα δίπλα στην είσοδο χαμογελούσε, ο μικρός παιδεύονταν χαρούμενος με κάτι αγκίστρια και ο Μπάλλε καθάριζε την κουζίνα του.
Κατέβηκα στην αμμουδιά για να ξαναδώ τα μάνδαλα τους. Είδα μονάχα μερικές κουκκίδες χρωματιστού άμμου... Η στρίγκλα είχε ξαναπιάσει τραγούδι...”

Θου Κύριε ναυαγόν....