21 Οκτ 2011

Αρθρο 37


Αφεντικό κατάλαβα
δεν θέλεις να πληρώσεις
μισθό δικό μου της σειράς
μην και το πρόσωπο σου
πάψει να εμφαίνει δύναμη
μιας λευτεριάς δικιάς σας
που θραύει κανόνες των πολλών
και πλήβειων κονάκια
γιατί φτηνοί είναι οι μισθοί
κι οι τόκοι σας μεγάλοι…

Εγώ στην επανάσταση
κελί στεγνό θα σου χω…





14 Αυγ 2011

Ο Γκιούνης ο Κύπριος τζιαι η Γλαύκα η Αθηναία



Στο δάσος της Πυκνής κοντά στην Πέγεια ζιούσεν ένας γέριμος Γκιούνης. Ήταν σχεδόν ένδημος, μόνον εκλογικόν βιβλιάριον δεν του’ χαν δώκει ακόμα.

Τα φθινόπωρα τον επισκέπτονταν κάτι ανηψιούδκια του που τες βόρειες χώρες, τζιαι εφιλοξέναν τους, με ούλλα τα καλά του χωρκού: Σιουσιούκκο, οφτόν κλέφτικον, πατατούες αντιναχτές, κουπέπια τζιαι κάμποση ζιβανία.

Εκάθουνταν λλίες μέρες τζιαι ύστερα μεθυσμένα εφεύκασιν για Αίγυπτο μερκάν.

- Ρε, που πάτε ποτζιεί. Κάτσετε δαμαί.. πού εν νά βρετε καλλύττερα...

- Εεε.. εμείς είμαστεν αποδημητικά χωρίς δικαίωμαν παραμονής.. τζιαι αν μείνουμεν εν να μας συνάξουν σαν λαθρομετανάστες.. τζιαι άτε να τα σάσουμεν ύστερα.. Ευκαριστούμεν σου πάντως.. Αλλά γιατί εν έρκεσαι τζι’ εσού μιτά μας να αλλάξεις τζιαι λλίον τον αέραν σου, να φάεις τζιαι κανέναν ζουρντουλλήν κουρκουτάν να κάτσει πάνω σου..

Εκαλάρεσεν του Γκιούνη της Πυκνής η ιδέα τζιαι δίχα πολλά πολλά, εσύναξεν τα ππουρτού του τζιαι εξεκίνησεν με τους άλλους για νοθκιάν..

Άμαν τζι’ εφτάσασιν, επεράσαν λλίες μέρες, έφαεν τζιαι τους ακκανομούττηδες του, τις αλιζαύρες του, τις ακρίδες του, αλλά ποντικούδκια τζιαι μισιαρούδκια που του αρέσκασιν πολλά έν είσιεν.

- Το λοιπόν φίλοι μου, λαλεί τους.. Ευκαριστώ σας πολλά για την φιλοξενίαν αλλά εν ώρα μου να πάω έσσω μου.. επεθύμησα την φωλιούαν μου τζιαι τα μισιαρούδκια των θαλασσινών σπηλιών του Αη-Γιώρκη που εν έσιει δαμαί.. Ελπίζω πόν να στρέφεστε να σας φιλοξενήσω πάλαι..

Ύστερα που κάμποσες μέρες έφτασεν πίσω στο δάσος κατακομμένος... Εποστάθηκεν πολλά ώσπου να’ ρτει πίσω..

Άμαν τζι’ έφτασεν έξω που την φωλιάν του, πάει να μπει μέσα, τζιαι ακούει μιαν τσιριλιάν που εκοκκάλωσεν ο γέριμος..

- Μα ίντα μπου γίνεται δαμαί λαλεί.. ποιος εν μέσα στην φωλιάν μου..

Τότε ακούει μιαν φωνήν τζιαι λαλεί του:

- Τι λες καλέ.. ποια φωλιά σου.. εγώ μένω εδώ πάνω από τρεις μήνες.. δικιά μου είναι η φωλιά!!

Τζιαι θωρεί μιαν κορτωτήν, ππιριλλομμάταν καλαμαρούν κουκουβάγια να βκαίνει στο ξωπόρτιν..

Η αλήθκεια ένι ότι εθυμώθην πολλά που του επιάσαν την φωλιάν του, αλλά που την άλλην άρεσεν του πολλά η καλαμαρού..

- Μα ίντα μπου λαλείς δεσποσύνη τωρά.. τούτον εν το σπίτιν μου.. εγιώ επήα σε κάτι ανίψια μου για επίσκεψίν τζιαι τωρά ήρτα πίσω.. εσού ίντα μπου γυρεύκεις δαμαί..

- Εγώ ήρθα πριν πολύ καιρό από την Αθήνα και βρήκα αυτή την όμορφη φωλιά, δεν λέω μια χαρά περιποιημένη την βρήκα, και μένω εδώ τώρα.. ας μην έφευγες.. λαλεί του.. τζιαι κουνάμενη λυγάμενη, μπαίνει στην φωλιά τζιαι φακκά του την πόρτα στα μούτρα.

Ο φίλος μας ο Γκιούνης έμεινεν χάσκοντας..

- Ίντα μπον να κάμω τωρά, λαλεί, πού να πάω έτσι τζιαιρόν.. έν τζι’ έσιει τωρά άλλες φωλιές όφτζιερες δαμαί κατάγυρα..

Έτσι σκεφτικός εξεκίνησεν να πάει μιαν βόλταν να καθαρίσει λλίον το μυαλόν του..

Έφτασεν ως τον Άη-Γιώρκην τζιαι έκατσεν πάνω στο καμπαναρκόν.. Τζιαμαί είδεν έναν ωραίον μισιαρούϊν, ότι πρέπει για μεζέν..

Εσκέφτηκεν λλίον, τζιαι ύστερα βουττά, αρπάσσει το μισιαρούϊν τζιαι εγιόλλαρεν για το δάσος πάλαι.. Έφτασεν έξω που την φωλιάν του τζιαι άρκεψεν να τρώει τζιαι να τραγουδά:

- “Για την καρκιάν, τζιαι την αγκάλην σου
   μα τον Θεόν, ούλλα χαλάλιν σου”

Η Γλαύκα η Αθηναία, είδεν τον που το παραθυρούϊν, άρεσεν της η μελωδική φωνή του Γκιούνη, αλλά άμα είδεν τζιαι το μισιαρούϊν ετρέξαν τα σάλια της.. έν είσιεν φάει τίποτε ακόμα τζιαι επείναν πολλά...

Βκαίνει έξω ούλλον χαμόγελα τζιαι σκέρτσα τζιαι λαλεί του:

- Γεια σου γείτονα.. τι κάνεις; καλά είσαι;;

- Μια χαρά είμαι.. λαλεί της ο Γκιούνης δήθεν αδιάφορος..

- Καλέ, τι ωραίο μεζέ τρως εκεί.., λαλεί του πεταλλίζοντας τα βλέφαρα της..

- Ναι.. εν καλός.. άμα θέλεις κόπιασε να τσιμπήσεις τζι’ εσύ λλίον.., λαλεί της ο Γκιούνης..

- Εεεε.. μιας και δεν έχω φάει ακόμα, λέω να πάρω ένα κομματάκι..

Βκαίνει έξω, τζιαι άρκεψεν τζιαι τζιείνη να τρώει μαζί με τον Γκιούνη.. Άμαν τζι’ εφάασιν, επήαν έναν περίπατον ως το ποταμούϊν να πιούν τζιαι λλίον νερόν να ξεδιψάσουν..

Στον δρόμο, ο Γκιούνης άρχισε να της λαλεί την ιστορίαν του.

- Εγώ είμαι πρόσφυγας που την ωραίαν Λάπηθον αν έσιεις ακουστά..

- Ααα.. μπα.. δεν έτυχε.. λαλεί η Γλαύκα.. και πού είναι αυτή;

- Στα βόρεια της Κύπρου δίπλα στην Κερύνεια.. εν πολλά όμορφος τόπος.. συνδυάζει βουνόν τζιαι θάλασσαν.. σωστός παράδεισος..

- Αν θυμάμαι καλά μου είπες πως σε λένε Γκιούνη.. από πού βγαίνει αυτό;;

- Εν να σου πω ένα ποίημα τζιαι εν να καταλάβεις..



Ήταν 2 αδέρφκια Κύπριοι
Τουρκούϊν τζι’ Ελληνούϊν
πολλά αγαπημένα ,
πρόβατα εβοσκούσαν
σ' άρκονταν μεγάλο,
Γκιούνη λαλούν τον ένα
Δήμο λαλούν τον άλλον.

Κάποιαν μέραν ο Γκιούνης,
δκυό αρνάδες χάνει,
ψάχνει έν τες βρίσκει
τριγυρνά τζιαι κλαίει,
έρκεται στην στάνη
του αδερφού του λέει.

Βρέθηκεν τζιαι τζιείνος
στην κακιάν του ώρα,
άδικα χολιάζει,
σαν θερκόν θυμώνει,
το μασιαίριν φόρα
τζιαι τον εσκοτώνει.

Οι αρνάδες ήρταν
στο κοπάδιν πάλαι
τζιαι ο φονιάς τες βλέπει.
στέκεται κλαμένος,
γύρνει το κεφάλιν μετανοημένος.

Τζιαι ο θεός τον είδε
που χτυπά τα στήθη,
κλαίει νύχταν μέραν,
θέλει να πεθάνει,
τζιαι τον ελυπήθει
τζιαι πουλί τον κάμνει.

Τζιαι γι αυτό το βράδυ,
άμα σκοτεινιάζει
το πουλλίν θλιμμένο,
στο δενδρίν κλαρώνει
τζι' ούλλη νύχτα κράζει
Γκιούνη Γκιούνη Γκιούνη..


- Τούτη εν η ιστορία για το όνομα μου.. λαλεί ο Γκιούνης.. τζιαι δικλώντας πάνω στην Γλαύκα την Αθηναία, είδεν δκυό δάκρυα να τζιυλούν που τα όμορφα ππιριλλωτά μματούδκια της.. Απλώνοντας την φτερούγαν του, αγκάλιασεν την καλαμαρούαν τζιαι είπεν της:

- Άτε πουρέκκα μου.. πάμεν μέσα τωρά να μου τζιεράσεις κανέναν βαρύν γλυκόν, γιατί με τζιείνα τζιαι με τούτα επέρασεν η ώρα τζιαι ενύσταξα..

- Πάμε πασά μου.. πάμε.. λαλεί του τζιαι τζιείνη.. πάμε στην φωλίτσα μας να σε κεράσω ότι θέλεις...





(Παραμύθι μου γραμμένο στην Κυπριακή διάλεκτο από την Μαρία μου και την ευχαριστώ πολλά για την υπομονή της και τον κόπο της)

3 Ιουλ 2011

ΒΙΕΣ




Βία είναι η οργή της θύελλας σε άμοιρο βαρκάκι
Βία η ποταπή ματιά δημόσιου υπαλλήλου

Βία το ειρωνικό μειδίαμα σ ερώτα που δεν θέλεις
Βία είναι και η κοπή καινών φλογάτων ρόδων

Βία και το γιαούρτωμα αισχρού πολιτικού
Βία ο αποχαιρετισμός πολύχρονης αγάπης

Βία η δαγκωνιά του λιονταριού στο πόδι ελαφίνας
Βία είν΄ το κορνάρισμα του τζιπ να προσπεράσει

Βία το κίβδηλο χαμόγελο του πωλητή ονείρων
Βίαιος είναι και ο σεισμός που τα χαμόγια ρίχνει

Βίαια τα κλάματα παιδιών με σάπιο κι άδειο μέλλον
…σαν γνωρίζουνε την όψη, που με βιά μετράει την Γη!


20 Ιουν 2011

Θερμοπύλες



Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ' ίσοι σ' όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ' ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


9 Ιουν 2011

Η ΕΛΛΑΔΑ του 2011.... !!!

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΜΠΡΑΒΟ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΠΟΥ ΕΦΤΙΑΞΑΝ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΝΗΜΑ!!!


(Χωρίς άλλα σχόλια, αν και θα μπορούσα να κάνω αρκετά...)

ΠΑΝΤΩΣ ΠΟΛΥ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΑΘΩ, ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΙ ΜΕΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ!!!

«Η Τράπεζα της Ελλάδος, Κεντρική Τράπεζα της χώρας, ιδρύθηκε με το ν.3424/7.12.1927 (ΦΕΚ Α΄298) με τον οποίο επικυρώθηκε η σύμβαση μεταξύ του Eλληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος «Περί παραιτήσεως της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος από του προνομίου εκδόσεως τραπεζικών γραμματίων και περί συστάσεως νέας τραπέζης υπό την επωνυμίαν “Τράπεζα της Ελλάδος”» σε εκτέλεση του από 15.9.1927 Πρωτοκόλλου της Γενεύης, οι όροι του οποίου εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών. 


[Απόσπασμα από την έκδοση της Τράπεζας της Ελλάδος «Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928-1978», Αθήνα 1978] 
«… Κατά το άρθρο 1 του Καταστατικού, η νέα τράπεζα είναι ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία Τράπεζα της Ελλάδος και με έδρα την Αθήνα. … Τα άρθρα 8,9 και 10 του Καταστατικού ρύθμισαν ως εξής τα σχετικά με την κεφαλαιοδότηση του ιδρύματος: Το μετοχικό του κεφάλαιο ορίστηκε σε 400.000.000 δραχμές κατανεμημένες σε 80.000 μετοχές αξίας 5.000 δραχμών. Το κατέβαλε η Εθνική Τράπεζα, η οποία το ανέλαβε ολόκληρο σύμφωνα με του όρους του άρθρου 2 της σχετικής συμβάσεώς της με το Ελληνικό Δημόσιο. Η Εθνική Τράπεζα εξέδωσε αργότερα αυτό το κεφάλαιο σε δημόσια εγγραφή, με δικαίωμα προτιμήσεως για τους δικούς της μετόχους σε αναλογία δύο μετοχών της Εθνικής προς μία μετοχή της Τραπέζης της Ελλάδος. Η έκδοση του πρώτου τμήματος του κεφαλαίου έγινε σε τιμή 5.000 δρχ. κατά μετοχή, ενώ του δεύτερου και του τρίτου σε τιμή 7.500 δραχμές. Τη διαφορά τη μοιράστηκαν η Εθνική Τράπεζα και το Ελληνικό Δημόσιο…» 

Οι μετοχές της Τράπεζας της Ελλάδος είναι ονομαστικές και εισηγμένες στην Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε. από 12 Ιουνίου 1930. 

Σήμερα, κατόπιν διαδοχικών αυξήσεων, το μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας της Ελλάδος ανέρχεται σε €111.243.361,60 διαιρούμενο σε 19.864.886 μετοχές ονομαστικής αξίας €5,60 εκάστη και το πλήθος των μετόχων της ανέρχεται περίπου σε 19.000.»


«Το Καταστατικό της Τράπεζας της Ελλάδος περιέχεται, ως Παράρτημα IV, στο Πρωτόκολλο, του οποίου οι όροι ενεκρίθησαν από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών, «Περί εγκρίσεως της εκδόσεως δανείου Λιρών Στερλινών 9.000.000», και το οποίο υπεγράφη από την Ελληνική Κυβέρνηση στη Γενεύη την 15 Σεπτεμβρίου 1927.»



5 Ιουν 2011

ΑΙΣΧΙΝΗΣ, ΚΑΤΑ ΚΤΗΣΙΦΩΝΤΟΣ


(Χωρίς άλλα λόγια...)



«…Στα περασμένα χρόνια λοιπόν μερικοί άρχοντες, οι οποίοι αναλάμβαναν τα πιο μεγάλα αξιώματα και διαχειρίζονταν τα δημόσια έσοδα και οι οποίοι δωροδοκούνταν σε κάθε μια απ' τις περιπτώσεις αυτές, παίρνοντας με το μέρος τους τους ρήτορες της βουλής και του δήμου, πολύ πριν τελειώση ο χρόνος της αρχής που διαχειρίζονταν, κατόρθωναν να εξασφαλίσουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη λογοδοσία τους με τιμητικά ψηφίσματα κι επαίνους, ώστε την ώρα που λογοδοτούσαν για τη διαχείριση της αρχής που ανάλαβαν να βρίσκονται σε μεγάλη αμηχανία όσοι ήθελαν να τους κατηγορήσουν και πολύ περισσότερο οι δικαστές. Γι' αυτό πολλοί απ' αυτούς που ήσαν υποχρεωμένοι να λογοδοτήσουν, αν και πιάνονταν επ' αυτοφώρω να κλέβουν τα χρήματα του δημοσίου, γλύτωναν απ' τα δικαστήρια, και πολύ φυσικά. Γιατί, νομίζω, οι δικαστές θεωρούσαν ντροπή να φανή ο ίδιος άνδρας, στην ίδια πόλη, ίσως μάλιστα και στον ίδιο χρόνο, ότι προ ολίγου ανακηρύχθηκε στους θεατρικούς αγώνες πως στεφανώθηκε απ' το δήμο με χρυσό στεφάνι ένεκα της αρετής του και της δικαιοσύνης του και ύστερ' από λίγο ο ίδιος αυτός άνδρας να φανή ότι βγαίνει απ' το δικαστήριο ύστερ' απ' τη λογοδοσία του καταδικασμένος για κλοπή δημοσίων χρημάτων. Αναγκάζονταν λοιπόν οι δικαστές να ψηφίσουν όχι για να καταδικάσουν το έγκλημα που εδίκαζαν εκείνη τη στιγμή, αλλά για να μη ντροπιάσουν το δήμο…»
(Μτφρ. Κ. Αργύρης)